Στους πρόσφυγες και τους κατατρεγμένους όλης της γης...This book was created and published on StoryJumper™
©2014 StoryJumper, Inc. All rights reserved.
Publish your own children's book:
www.storyjumper.com



20 Ιουλίου 2013, Φαινομενικά μια συνηθισμένη
μέρα.
Ο Χαράλαμπος, 65 χρονών, καθισμένος στον
καναπέ του σπιτιού του, στη Λευκωσία της
Κύπρου, ετοιμάζεται να πιει το πρωινό του καφέ,
τον κυπριακό, όπως επιμένει να τον αποκαλεί και
όχι τουρκικό, όπως τον λένε κάποιοι φίλοι του.
Η γυναίκα του δίπλα του ετοιμάζει το
μεσημεριανό φαγητό, πλήρως αφοσιωμένη στην
εργασία της. Περιμένουν τα εγγονάκια τους το
μεσημέρι και θέλει να είναι όλα τέλεια.

Ο Χαράλαμπος, σκεφτικός, με βλέμμα απλανές, είναι
φανερό ότι κάτι τον απασχολεί, ότι κάτι τον βασανίζει. Η
γυναίκα του ξέρει, άλλωστε ο άντρας της, αυτή την
μέρα έχει την ίδια μελαγχολική διάθεση. Ξέρει ότι τίποτα
δεν θα τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Τον αφήνει
λοιπόν ήσυχο, απορροφημένο στις σκέψεις του.





Το μόνο ίσως άτομο που θα τον κάνει να αισθανθεί
κάπως καλύτερα και να χαμογελάσει λίγο, είναι ο
μικρότερος εγγονός τους που είναι δέκα χρονών και
έχει το ίδιο όνομα με τον παππού του, ο μικρός
Χαράλαμπος. Σε αυτόν βασίζει όλες της τις ελπίδες.
Ο παππούς Χαράλαμπος αγαπάει και τα έξι εγγόνια
του, αλλά με τον μικρότερο και τα παιχνίδια τους
ξεχνάει ό,τι τον απασχολεί, αποκτώντας όταν
ασχολείται μαζί του μια πιο θετική και αισιόδοξη
ματιά για την ζωή και τις δυσκολίες της.


Η κόρη του, η μητέρα του μικρού Χαράλαμπου,
γνωρίζει ότι αυτή η ημέρα είναι δύσκολη για τον
πατέρα της και γι αυτό φρόντισε να είναι από νωρίς
στο πατρικό της σπίτι.

Από τις δέκα το πρωί λοιπόν κατέφθασε όλη η
οικογένεια στο σπίτι της γιαγιάς Μαρίας και του
παππού Χαράλαμπου. Ο μικρός Χαράλαμπος μόλις
είδε τον παππού του έτρεξε αμέσως στην αγκαλιά
του κάνοντάς τον να χαμογελάσει. Η μητέρα του
μικρού φίλησε τον πατέρα της και αποσύρθηκε με
τη μητέρα της στην κουζίνα, αφήνοντας, παππού
και εγγονό μόνους τους.


Οι δυο Χαράλαμποι έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια
όλο το πρωί. Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι ήρθε και
ο γιός του παππού Χαράλαμπου με την δική του
οικογένεια. Ο παππούς έβλεπε όλα τα εγγόνια του
μαζεμένα να παίζουν και αγαλλίαζε η ψυχή του. Ο
μικρός Χαράλαμπος όμως πάντα διέκρινε την
μελαγχολία στο βλέμμα του παππού του. Μετά το
γεύμα και μετά την μεσημεριανή ξεκούραση κατά
τις έξι το απόγευμα, ο μικρότερος της παρέας
ζήτησε να πάνε μια βόλτα έξω στην πόλη, αφού η
βροχή είχε σταματήσει και η ζέστη του καλοκαιριού
είχε μετριαστεί.





Ξεκίνησαν λοιπόν οι δυο Χαράλαμποι, ο μικρός και ο
μεγάλος, δε δέχτηκε κανένα άλλο μέλος της οικογένειας
να τους ακολουθήσει στη βόλτα τους στην πόλη, τη
Λευκωσία, μια πόλη πανέμορφη, αλλά και πολύπαθη, που
αντιμετώπισε πολλούς “δράκους” και συνεχίζει
αντιμετωπίζοντας έναν.

Καθώς περπατούσαν ο εγγονός, με προσοχή, άκουγε
τον παππού να του αφηγείται όμορφες ιστορίες από
τη ζωή του που διεξήχθηκαν σε διάφορες γωνιές της
πόλης. Ήταν μια βόλτα που την είχαν ξανακάνει και ο
εγγονός είχε ξανακούσει αυτές τις ιστορίες από τον
παππού του ,δεν τις βαριέται όμως ποτέ! Ρουφάει
κάθε λέξη του παππού του όσες φορές και αν τις
ακούσει.


Στις βόλτες τους πάντα απέφευγαν ένα
συγκεκριμένο σημείο της πόλης, σύνορα της
ντροπής-το έλεγε ο παππούς. Ο μικρός Χαράλαμπος
ήξερε το λόγο που αυτό το σημείο πλήγωνε τον
παππού του. Ο λόγος ήταν ότι το πατρικό του ήταν
από την άλλη πλευρά των συνόρων, όπως και
πολλών φίλων του που τώρα μένουν στην ίδια
γειτονιά. Το είχε μάθει στο σχολείο, το είχε ακούσει
στις συζητήσεις των μεγάλων, το είχε
παρακολουθήσει στην τηλεόραση. Ο παππούς
έφυγε ξαφνικά από το πατρικό του διωγμένος μη
μπορώντας να επιστρέψει ποτέ πίσω. Ήταν 26
χρονών, όταν έφυγε και η ημερομηνία ήταν 20
Ιουλίου 1974.

Τώρα, 20 Ιουλίου, την ίδια μέρα που πριν 40
χρόνια αναγκάστηκαν να παρατήσουν τα σπίτια
τους λόγω πολέμου, ο Χαράλαμπος βρέθηκε
μαζί με τον εγγονό του να κοιτάει εκείνο το
σημείο από το οποίο είχαν περάσει και τότε.
Ξαφνικά ζωντάνεψαν στο μυαλό του όλες οι
μνήμες. Τον ίδιο να αναζητεί μέσα στο πλήθος τους
δικούς του, τα παιδιά να κλαίνε γύρω του, γυναίκες
φορτωμένες πράγματα και με μωρά στην αγκαλιά
να ψάχνουν ταλαιπωρημένες κάποια βοήθεια!
Εκείνη την στιγμή πήρε μια απόφαση που δεν την
είχε ξαναπάρει, να προχωρήσει! Να περάσει τα
σύνορα! Ο εγγονός του τον κοιτούσε
αποσβωλομένος.

Ήξερε ότι ο παππούς ταραζόταν και μόνο στην
σκέψη να περάσει τα σύνορα, να προχωρήσει και
να αντικρίσει το πατρικό του σπίτι κατοικούμενο
από άλλους ανθρώπους. Και τώρα τον βλέπει να
κάνει αυτό που μέχρι τότε φαινόταν αδιανόητο.

Αφού έδειξαν τις ταυτότητές τους στον φρουρό
προχώρησαν μπαίνοντας στα κατεχόμενα εδάφη. Οι
δυο τους δεν μιλούσαν καθόλου, απλά
παρατηρούσαν το μέρος. Και για τους δύο ήταν μια
πρωτόγνωρη εμπειρία. Ο παππούς είχε να δει αυτόν
τον τόπο 40 ολόκληρα χρόνια και ο εγγονός τον
έβλεπε για πρώτη φορά. Έβλεπε για πρώτη φορά
τα μέρη για τα οποία άκουγε συνέχεια. Η συγκίνηση
και των δύο ήταν ολοφάνερη.
Περπατούσαν ώρα, κάνοντας βόλτα στα σοκάκια. Ο
παππούς παρατηρούσε τα παιδιά να παίζουν, τους
μεγάλους να πηγαίνουν στις δουλειές του και
βούρκωνε, συνεχώς βούρκωνε....

Ξαφνικά γυρίζει προς τον εγγονό του και λέει:
-Ξέρεις τι με πληγώνει περισσότερο;
-Τι παππού; ρώτησε ο εγγονός
-Ότι δεν ακούω αυτούς τους ανθρώπους που
περπατάνε δίπλα μας να μιλάνε ελληνικά, μιλάνε
μόνο τούρκικα. Όταν έμενα εγώ εδώ άκουγες
τούρκικα, αλλά κυρίως άκουγες ελληνικά.
Καθώς περπατούν απέναντι από ένα πάρκο, ο
παππούς δεν μπορεί πλέον να συγκρατήσει τα
δάκρυα του και ξεσπάει. Με δυσκολία και με την
βοήθεια του εγγονού του φτάνει σε ένα παγκάκι και
κάθεται να ξαποστάσει.

-Τι συμβαίνει παππού; Τί είναι εδώ; ρωτάει ο
εγγονός.
-Χαράλαμπε, βλέπεις εκείνο το σπίτι απέναντι; Σε
αυτό το σπίτι μεγάλωσα, σε αυτό το πάρκο που
είμαστε τώρα έπαιζα. Σε αυτό το πάρκο που είμαστε
τώρα, ο δικός μου παππούς μου είπε την ιστορία “Ο
Σπανός και οι σαράντα δράκοι” . Αλήθεια
Χαράλαμπε, σου είπα, αυτήν την ιστορία; ρώτησε ο
παππούς.
-Όχι, παππού. Θέλεις να μου το πεις τώρα;




“Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος
που δεν είχε ούτε μαλλιά, ούτε γένια. Το όνομά
του ήταν Σπανός, που σημαίνει αγένειος.
Επίσης, χρησιμοποιείται το όνομα Σπανός, για
να δηλωθεί ο πολύ γενναίος άνθρωπος, ο πιο
γενναίος του κόσμου.

Ο Σπανός λοιπόν καυχιόταν και ο ίδιος ότι είναι
πολύ γενναίος. Μια ημέρα που ως συνήθως
περηφανευόταν για την γενναιότητά του
δέχτηκε την πρόκληση από τους συγχωριανούς
του να νικήσει τους σαράντα δράκους που
βασάνιζαν το χωριό. Του είπαν “αν νικήσεις
τους σαράντα δράκους που κόβουν το νερό που
έρχεται στο χωριό μας, τότε θα παραδεχτούμε
ότι είσαι πάρα πολύ γενναίος.”-Φυσικά και θα
πάω είπε ο Σπανός, εγώ δεν φοβάμαι τους
δράκους, τόνισε.


Έκανε λοιπόν μια ομάδα από μερικούς συγχωριανούς
του και ο ίδιος μπήκε επικεφαλής. Έδωσε σε κάθε
συγχωριανό του λίγη στάχτη και από λίγο ξηρό
μαλακό λευκό τυρί και ξεκίνησαν για την σπηλιά των
δράκων βαδίζοντας ο ίδιος μπροστά.





Στον δρόμο για τις σπηλιές συνάντησε τον αρχηγό
των δράκων και τον χαιρέτησε, όπως χαιρετάνε
έναν βασιλιά. Ο αρχηγός των δράκων ανταπέδωσε
τον χαιρετισμό λέγοντας:
-Όπου κι αν κρυφτείτε εγώ θα σας φάω.
Ο Σπανός ανταπάντησε : Ας κάνουμε μια
συμφωνία. Θα βάλουμε δύο στοιχήματα. Αν
νικήσετε ,μπορείτε να μας φάτε με πρώτον εμένα.
Αν δεν νικήσετε, δεν θα πειράξετε ούτε ένα
δάχτυλό μας. Εντάξει είπε ο δράκος-βασιλιάς πες
μου τα στοιχήματα.

Ο Σπανός είπε :Μπορείς να καθίσεις στο έδαφος και
όπως κάθεσαι να βγάλεις ένα σύννεφο καπνού;
Επίτρεψέ μου να προσπαθήσω, είπε ο δράκος.
Κάθισε λοιπόν στο έδαφος με τόση δύναμη, που το
έδαφος έκανε λακκούβα, αλλά καπνό δεν έβγαλε.
Εντάξει, είπε ο δράκος, δεν τα κατάφερα. Ας δούμε
και τη δική σου προσπάθεια.
Ο Σπανός και οι σύντροφοί του είχαν βάλει την
στάχτη μέσα στην βράκα τους και όπως κάθισαν
τινάχτηκε όλη η στάχτη προς τα πάνω
δημιουργώντας ένα σύννεφο καπνού. Ο δράκος
όμως πίστεψε ότι πράγματι είχαν καταφέρει να
παράγουν καπνό και είπε:
Είστε πολύ ισχυροί, δώστε μας ακόμα μία ευκαιρία


«Εντάξει» είπε ο Σπανός «Μπορείτε να στύψετε
μια πέτρα και να βγάλετε τους χυμούς της;»
Ο δράκος παίρνει μια πέτρα την σφίγγει και η
πέτρα θρυμματίζεται, αλλά χυμό δεν βγάζει.
Ο Σπανός αρπάζει το κομμάτι το τυρί που είχε
το στύβει και βγάζει όλους τους χυμούς του. Ο
δράκος μόλις το είδε πίστεψε ότι βγήκε χυμός
από πέτρα και είπε στο Σπανό :
«Πρέπει να έρθεις να ζήσεις μαζί μας στην
σπηλιά και να γίνεις αρχηγός μας, γιατί είσαι πιο
γενναίος από εμάς».

Πήγαν λοιπόν στη σπηλιά
μαζί και ο δράκος-βασιλιάς
παρουσίασε τον Σπανό
στους υπόλοιπους 39
δράκους και είπε ότι αυτός
θα είναι τώρα αρχηγός
τους. Οι 39 δράκοι,
φοβήθηκαν και το
δέχτηκαν. Επειδή όμως
ήθελαν να τον
δοκιμάσουν, του είπαν να
πάει στο δάσος να
σκοτώσει ένα
αγριογούρουνο, για να
φάνε όλοι.


Ο Σπανός μη μπορώντας να κάνει κάτι άλλο πήγε
στο δάσος. Μόλις έφτασε είδε ένα κοπάδι
αγριογούρουνα να έρχεται καταπάνω του.
Σκαρφάλωσε γρήγορα σε ένα δέντρο για να σωθεί,
με τα αγριογούρουνα από κάτω να πηδάνε για να
τον πιάσουν. Σε μια προσπάθεια να τον φτάσει ο
αρχηγός των αγριογούρουνων καρφώθηκε σε ένα
ξύλο και πέθανε. Βλέποντας οι άλλοι χοίροι τον
αρχηγό τους νεκρό, τράπηκαν σε φυγή.
Ο Σπανός τότε κατέβηκε από το δέντρο και άρχισε
να σκέφτεται με ποιο τρόπο να μεταφέρει το νεκρό
χοίρο στην σπηλιά για τον δείξει στους δράκους.
'Ήταν πολύ βαρύς και δεν μπορούσε να το σηκώσει.




Οι δράκοι πίσω στην σπηλιά επειδή αργούσε ξεκίνησαν
να τον ψάξουν. Τον είδαν να κάθεται σκεφτικός κάτω
από το δέντρο.
«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησαν «Εμείς σε περιμένουμε
στη σπηλιά».
«Εγώ τι κάνω εδώ; Εγώ σκότωσα τον πιο δυνατό
αγριογούρουνο»
«Εσείς γιατί κοιτάτε και δεν μεταφέρετε το ζώο στην
σπηλιά;
Έτσι φορτώθηκαν οι δράκοι το αγριογούρουνο,
φοβισμένοι και ο Σπανός ακολουθούσε καμαρώνοντας σα
να έκανε κάποιο μεγάλο κατόρθωμα.

Οι δράκοι συνέχισαν να βάζουν δοκιμασίες στον Σπανό.
Του έδωσαν ένα τεράστιο κοφίνι από δέρμα ζώου και του
είπαν να το φέρει πίσω γεμάτο νερό. Ο Σπανός το πήρε
μη έχοντας άλλη επιλογή. Ήταν όμως τόσο βαρύ που με
δυσκολία το κουβαλούσε άδειο. Γεμάτο με νερό σίγουρα
δεν θα μπορούσε να το σηκώσει. Αντί λοιπόν να γεμίσει
το κοφίνι με νερό πήρε ένα ξύλο και άρχισε να σκάβει
μία τάφρο.
Επειδή πάλι αργούσε, οι δράκοι ξεκίνησαν προς
αναζήτησή του. Τον βρήκαν λοιπόν να σκάβει την
τάφρο. Όταν τον ρώτησαν τί κάνει, εκείνος τους
απάντησε ότι σκάβει μία τάφρο για να μεταφέρουν το
νερό στη σπηλιά τους μέσα από εκεί και να μην
χρειάζεται να το μεταφέρουν με το τεράστιο κοφίνι.


«Για όνομα του Θεού, σταμάτα αυτό που κάνεις, τώρα.»
του είπαν οι δράκοι. «Αν ανοίξεις την τάφρο, θα μειωθεί
πολύ η στάθμη του ποταμού και θα περάσουν τα
μυρμήγκια να μας κατασπαράξουν».
«Εντάξει» είπε ο Σπανός «Σταματώ. Αλλά, αφού δε
θέλετε να ανοίξω την τάφρο, αρνούμαι να σας φέρω
νερό με το κοφίνι.»
«Θα το πάρουμε εμείς» είπαν οι δράκοι και πήραν το
κοφίνι το γέμισαν νερό και ξεκίνησαν για την σπηλιά
τους.






Οι δράκοι όμως ήθελαν να απαλλαγούν από το Σπανό και
άρχισαν να συνωμοτούν, ώστε να σκοτώσουν τον Σπανό
στον ύπνο του. Ο Σπανός όμως τους άκουσε και
σκέφτηκε ένα σχέδιο. Το βράδυ, αφού κοιμήθηκαν οι
δράκοι, σηκώθηκε και έβαλε στο κρεβάτι στη θέση του
μία κολοκύθα για κεφάλι και ένα φλασκί με κόκκινο
κρασί για σώμα. Μετά κρύφτηκε και περίμενε. Πράγματι
οι δράκοι ήρθαν αργά το βράδυ με σκοπό να σκοτώσουν
τον Σπανό. Άρχισαν λοιπόν να χτυπούν το κολοκύθι και
το φλασκί. Βλέποντας να τρέχει κόκκινο υγρό κάτω από
τα σκεπάσματα πίστεψαν ότι είχαν σκοτώσει τον Σπάνο.
Όταν οι δράκοι έφυγαν, ο Σπανός επέστρεψε στο κρεβάτι
του.

Το πρωί ο Σπανός έριξε τα σκεπάσματα από πάνω του,
ώστε να τον δουν οι δράκοι. Οι δράκοι πανικόβλητοι
αναρωτιούνταν πώς επέζησε ο Σπανός από τα χτυπήματά
τους. Μετά από πολύ ώρα ο δράκος-βασιλιάς πήρε
θάρρος, πλησίασε τον Σπανό και τον ρώτησε πώς
επιβίωσε από τα χτυπήματά τους.
«Είμαι αθάνατος» είπε ο Σπανός «χάρη σε ένα υγρό με
το οποίο αλείφω το σώμα μου κάθε μέρα»
«Μπορείς να δώσεις και σε εμάς αυτό το υγρό;»
ρώτησαν οι δράκοι «να γίνουμε και εμείς αθάνατοι»;
«Βέβαια» είπε ο Σπανός. «Πρέπει όμως ο κάθε δράκος να
μαζέψει από το δάσος δύο οκάδες ρητίνη, να τις βάλει
κάτω από το κρεβάτι του, να κλειδωθεί στο δωμάτιό του
και να με περιμένει να πάω να τον χρίσω.»


Αμέσως και οι σαράντα δράκοι ξεχύθηκαν στο δάσος για
να μαζέψουν τη ρητίνη. Όταν επέστρεψαν, ο Σπανός
τους εξήγησε τί έπρεπε να κάνουν. Έτσι, ο κάθε δράκος
αποσύρθηκε στο δωμάτιό του για να λιώσει τη ρητίνη και
να περιμένει τον Σπανό να έρθει να τον χρίσει. Ο Σπανός
πήγε στον πρώτο δράκο και περιλούζοντάς τον με την
καυτή ρητίνη τον σκότωσε. Με αυτόν τον τρόπο
σκότωσε και τους σαράντα δράκους έναν-έναν, χωρίς να
μπορούν να αντιδράσουν.

Μετά το θάνατο και των σαράντα δράκων, ο Σπανός
ελεύθερος πλέον έσπασε το φράγμα που είχαν
κατασκευάσει οι δράκοι και εμπόδιζε το νερό να ρέει στο
χωριό του. Έτσι, το νερό έρευσε και πάλι στο χωριό του.
Όταν ο Σπανός έφτασε στο χωριό του, το νερό είχε
φτάσει ήδη. Οι συγχωριανοί του μόλις τον είδαν,
κατάλαβαν ότι το αγένειο παλικάρι είχε σκοτώσει τους
σαράντα δράκους και τον περικύκλωσαν,
ζητωκραυγάζοντας.
«Μπράβο είσαι ένα γενναίο παλικάρι» έλεγαν όλοι.
Από τότε ο Σπανός και οι συγχωριανοί του ζουν
ευτυχισμένοι.



«Αυτή είναι η ιστορία του Σπανού. Σου άρεσε;»
ρώτησε ο παππούς το εγγονάκι του.
«Μου άρεσε και πάρα πολύ. Δηλαδή παππού, ο
Σπανός παρόλο που ήταν ένας και μικρός
μπόρεσε και νίκησε σαράντα τεράστιους
δράκους;» ρώτησε ο μικρός Χαράλαμπος τον
παππού του.
«Ναι, ο άνθρωπος, όταν πιστέψει στον εαυτό
του, μπορεί να καταφέρει πολλά παιδί μου»
απάντησε ο παππούς.
«Έχεις δίκιο παππού. Και εγώ όταν θέλω κάτι θα
προσπαθώ να το πραγματοποιήσω» είπε γεμάτο
αυτοπεποίθηση το εγγονάκι.

«Παππού, φεύγουμε τώρα; Θα ανησυχούν στο
σπίτι» παρατήρησε ο μικρός Χαραλάμπης
«Θα φύγουμε, εγγονέ, αλλά πρώτα θέλω να
περάσουμε να χαιρετίσω έναν φίλο. Έλα είναι
στο καφενείο απέναντι» ανταπάντησε ο
παππούς.
Γεμάτος περιέργεια ο μικρός ακολούθησε τον
παππού του. Ποιον να ήθελε να δει ο παππούς
του στα κατεχόμενα;




Καθώς πλησίαζαν στο απέναντι καφενείο, ξαφνικά
ένας κύριος, περίπου στην ηλικία του παππού του,
που έβγαινε μέσα από το μαγαζί άρχισε να τους
κοιτάει σα μαγεμένος, σα να μην πίστευε ότι τους
έβλεπε.
«Γεια σου Αλή» είπε ο παππούς «Τι θα γίνει; Θα
φέρεις έναν κυπριακό καφέ για μένα και μια
πορτοκαλάδα για το εγγόνι μου;»
«Χαράλαμπε» είπε με δυνατή φωνή ο Αλή «δεν
ξέρεις πόσο χαίρομαι που σε βλέπω εδώ. Πίστευα
ότι ποτέ δε θα μας επισκεφτείς. Όταν έρχομαι εγώ
στην άλλη πλευρά, συνέχεια σου κάνω προσκλήσεις
να έρθεις, αλλά εσύ αρνείσαι. Ελπίζω τώρα που
έκανες την αρχή να μας έρχεσαι συχνά»

«Μην παίρνεις θάρρος, Αλή» μίλησε δήθεν αυστηρά
ο παππούς «ίσως να ξανάρθω, ίσως όχι, θα δείξει ο
καιρός.»
«Όπως θέλεις» είπε ο Αλή παραπονεμένα. «Τρέχω
τώρα να φέρω τον τούρκικο καφέ που ζήτησες και
την πορτοκαλάδα για το μικρό μου φίλο»
«Κυπριακό καφέ ζήτησα Αλή» αντιγύρισε ο
παππούς Χαράλαμπος.
«Ωχού με αυτήν τη διαφωνία!!! Κυπριακός,
Τουρκικός, αφού ο ίδιος καφές είναι» μίλησε δήθεν
αγανακτισμένα ο Αλή και κίνησε να φέρει τις
παραγγελίες. Προτού φύγει όμως άρχισε να
φωνάζει σε ένα παιδί περίπου δέκα χρονών να έρθει
κοντά. Αλή, το λέγανε το παιδί.


Μέχρι να έρθει πίσω ο Αλή, ο μικρός Χαράλαμπος
ρώτησε τον παππού του, πώς γνώρισε αυτόν τον
κύριο
«Με τον Αλή, παιδί μου, μεγαλώσαμε μαζί, σε
αυτήν τη γειτονιά. Μαζί στα παιχνίδια, μαζί στις
ζαβολιές, μαζί στις βόλτες, αλλά δυστυχώς τώρα
χώρια. Ο ίδιος έρχεται εκεί που μένουμε τώρα,
σχεδόν κάθε μήνα, βρισκόμαστε, παίζουμε τάβλι,
πίνουμε καφέ-εκείνος τουρκικό, εγώ κυπριακό, που
εδώ που τα λέμε πρόκειται για το ίδιο χαρμάνι-
θυμόμαστε τα παλιά. Εγώ δεν αποφάσιζα να έρθω.
Να όμως που ήρθα!»

«Πώς νιώθεις παππού που ήρθες;» ρώτησε ο μικρός
Χαραλάμπης.
«Περίεργα, μεγάλη πίκρα παιδί μου να σε διώξουν
από το σπίτι σου. Δεν θα φύγει ποτέ, εκτός αν...»
είπε ο παππούς.
«Εκτός ,αν τι παππού» απόρησε ο μικρός.


Εκείνη την ώρα ήρθε ο Αλή με τον μικρό, που λίγο
πριν φώναζε, και τις παραγγελίες.
«Να σας συστήσω τον εγγονό μου, τον Αλή» είπε
γεμάτος περηφάνια ο μεγάλος Αλή.
«Εμ, κύριε Χαράλαμπε, δεν μας έκανες την τιμή
μέχρι τώρα να μας επισκεφτείς και έτσι δεν τον
γνώριζες. Αυτός είναι λοιπόν ο Αλή για τον οποίο
σου μιλάω στις συναντήσεις μας» είπε κάπως
πειραχτικά ο φίλος του παππού Χαράλαμπου, σε
άπταιστα ελληνικά. Συνέχισε μιλώντας στον μικρό
Χαραλάμπη «έλα παιδί μου, να σου συστήσω τον
Αλή» και τον πήρε από το χέρι οδηγώντας τον
κοντά στον εγγονό του.

Ο μικρός Αλή ήξερε λίγα ελληνικά. Παρόλα αυτά,
τα δυο παιδιά έπαιξαν μαζί πολύ ώρα, δείχνοντας ο
ένας στον άλλον τα παιχνίδια που ξέρουν. Οι δυο
παππούδες μιλούσαν και λέγαν τα δικά τους ώρα
πολύ.
Τελικά, ο παππούς Χαράλαμπος αποφάσισε ότι ήρθε
η ώρα να φύγουν. Αφού χαιρέτισε το φίλο του, τον
έβαλε να υποσχεθεί ότι στην επόμενη συνάντησή
τους θα φέρει και το εγγονάκι του μαζί.
Ο Αλή το υποσχέθηκε, προσπαθώντας να
αποσπάσει από τον φίλο του την υπόσχεση ότι θα
ξαναέρθει. Ο Χαράλαμπος είπε ότι δεν μπορεί να
υποσχεθεί κάτι τέτοιο και ο Αλή έδειξε να
καταλαβαίνει.



Όταν οι δυο Χαράλαμποι, παππούς και εγγονός,
έφτασαν πίσω στο σπίτι τους όλη η υπόλοιπη
οικογένεια περίμενε στην αυλή με την αγωνία
ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Έλειπαν πολύ
ώρα, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Η αγωνία
μετατράπηκε σε απορία όταν τους είπαν πού ήταν.
Όλοι ξαφνιάστηκαν που ο παππούς πέρασε για
πρώτη φορά τα «σύνορα», που βρέθηκε στην άλλη
πλευρά. Όταν τον ρώτησαν πως πήρε αυτήν την
απόφαση, τους απάντησε:
«Έτσι ,ήθελα εκείνη την στιγμή». Τόσο απλά.


Μετά ο Χαράλαμπος τους αφηγήθηκε τα γεγονότα
της ημέρας. Πώς πέρασαν δείχνοντας την
ταυτότητα, πώς κάθισαν στο παγκάκι και ο παππούς
του αφηγήθηκε την ιστορία του Σπανού και των
σαράντα δράκων, πώς συνάντησαν τον παιδικό
φίλο του παππού, πώς έκανε έναν καινούργιο φίλο,
τον εγγονό του κύριου Αλή.
Όλοι έμειναν κατάπληκτοι και συγκινήθηκαν πολύ.
Πιο πολύ όμως συγκινήθηκε η γιαγιά Μαρία, που
ήθελε να μάθει λεπτομέρειες πώς είναι τώρα εκείνα
τα μέρη. Είχε να επισκεφτεί εκείνη την γειτονιά από
τον Ιούλιο του 1974...!Όταν την ρώτησε ο γιος της
,αν θα ήθελε να πάνε μαζί κάποια μέρα, τον κοίταξε
βουρκωμένη και έφυγε χωρίς να απαντήσει.


Εκείνη η μέρα έμεινε χαραγμένη στην μνήμη
του μικρού Χαραλάμπη για όλη την ζωή του.
Ήταν η μέρα που έμαθε περισσότερες
λεπτομέρειες για την ζωή του αγαπημένου του
παππού. Άλλωστε, δεν ξέχασε εκείνη την
ημέρα, γιατί τότε γνώρισε και τον καλύτερό του
φίλο, τον Αλή, τον εγγονό του κύριου Αλή, του
καλύτερου φίλου του παππού του. Τα δυο
παιδιά από εκείνη την ημέρα έγιναν αχώριστοι
φίλοι. Επικοινωνούσαν σχεδόν καθημερινά και
συχνά βρισκόταν από κοντά, για πουν ο ένας
στον άλλον τα νέα του. Μαζί στις χαρές, μαζί
στις λύπες, μαζί στις βόλτες.

Ονόματα Συμμετεχόντων Μαθητών
1)Εμίν Σινέμ Β1
2)Γιασουκλή Αρζού Β1
3)Νάκου Παναγιώτα Β2
4)Μποσταντζή Χαρούν Β2
5)Χαλιτζίκ Χασάν Χατιτζέ Α3
6)Τοπάλ Χουσεïν Μερντά Α3
7)Φαρασαπούλου Βασιλική Α2
8)Λουκούμη Ιωάννα Α2
9)Χασάν Εμπρού Β3
10)Ταχσίν Μελτέμ Β3
Υπεύθυνοι Καθηγητές
Πορτοκαλλίδου Αναστασία
Παπανδρώνου Γεώργιος
Ψήφας Ιωάννης

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(3)
-
COMMENT()
-
SHARE
- DOWNLOAD
- LIKE (3)
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
LIKE(3)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!