
Ένας γίγαντας που φοβόταν το νερό Στροίκου Μαρία
Μια φορά και έναν καιρό σε μια πολύ όμορφη χώρα στην Σκωτία που αποτελεί τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου ζούσε ένα παιδάκι
Το λέγανε Αλμπέρτο.Ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι γύρω στα οκτώ χρονών. Απο μιά οικογένεια ευγενικής καταγωγής. Μάλιστα το σπίτι που έμενε ήταν κάστρο.
Στη Σκωτία έχει πολλά κάστρα .Οι γονείς του το μεγάλωναν με όλα τα καλά. Έπαιρνε μόρφωση και του μάθαιναν αθλήματα με διάφορους δασκάλους. Είχε γύρω του πολλά κορίτσια που έπαιζε και εμπιστευόταν. Την Φιλία, την Αρετή ,την Γνώση ,την Πίστη, και την Αγάπη .Ήταν όλες τους πανέμορφες και πάντα ήθελαν να παίζουν
Ώσπου μια μέρα στο δάσος που έπαιζαν σταμάτησε ένα άλογο .Με αναβάτη μία κυρία. που κατέβηκε και τους ζήτησε λίγο νερό .Ήταν πολύ διψασμένη .Ήταν πολύ όμορφη μα τα κορίτσια φοβήθηκαν πολύ. Και δεν πήγαν κοντά. Έτρεξε ο Αλμπέρτο πήρε το παγουρίνο γέμισε νερό και της το έδωσε. Η κυρία το ήπιε με μεγάλη χαρά και τον περιεργαζόταν όσο έπινε το νερό
Ήταν τόσο όμορφο και γλυκό αγόρι. που θαμπώθηκε από την ομορφιά του και ήθελε να τον πάρει μαζί της. Δεν χάνει την ευκαιρία και του ανοίγει συζήτηση με το πόσο μεγάλο σπίτι είχε. Και πόσο χαρούμενος θα ήταν εκεί. Το αγόρι μέχρι εκείνη την ώρα με την καλή του την καρδιά ήθελε μόνο να βοηθήσει. Αλλά κατάλαβε ότι οι προθέσεις της κυρίας δεν ήταν αγνές.
Βλέποντας γύρω του οι φίλες του είχαν εξαφανιστεί Τότε άρχισε να μαζεύει το παγουρίνο του και ετοιμάστηκε να φύγει.Λέγοντας ότι ίσως κάποια φορά να επισκεφτεί την όμορφη κυρία με τους γονείς του..Τότε ξαφνικά συννεφιάζει ο ουρανός μαυρίζει η κυρία θυμώνει και του λ΄΄εει ότι την πρόσβαλλε Και ότι δεν έπρεπε να απορρίπτει τη προτασ΄η της χωρίς να το σκεφτεί.
Γι αυτό θα τον στείλει στο νησί Αράν. Και θα τον κάνει γίγαντα .Και μάλιστα έναν γίγαντα που θα φοβάται το νερό. Δεν θα δει ποτέ ξανά τους δικούς του, ούτε τους φίλους του .Θα μείνει για πάντα εκεί. Από εκεί θα έχει αγόρια φίλους τον Καβγά, τον Θυμό και το Μίσος θα φοβάται πάρα πολύ το νερό και θα μείνει εκεί παγιδευμένο.
Τα μάγια θα λυθούν μόνο μετά τα δέκαοχτώ του χρόνια. Και μόνο αν κολυμπήσει στο νερό και σπάσει την φοβία του .Μέχρι τότε θα είναι ένας γίγαντας τεράστιος και φοβιστικός .Έτσι βρέθηκε στο νησί να παίζει με τα αγόρια και να μεγαλώνει .Είχε ξεχάσει την γλύκα των παιδικών του χρόνων.Είχε γίνει τεράστιος με γένια και άγρια μούτρα .Πάντα παίζοντας πάλη με τους φίλους του
Ωσπου μια μέρα σταματά μια άμαξακαι κατεβαίνει μια κοπέλα να πιεί νερό από την πηγή που είχαν εκεί κοντά.Αμέσως κρύβεται για να μην την τρομάξει.Θεέ μου πόσο όμορφη ήταν .Την έβλεπε και νόμιζε ότι τον γελάνε τα μάτια του.Ήταν σαν κούκλα!
Θύμωσε με τον εαυτό του . Ποιά ήταν αυτή τώρα και τι δουλειά είχε να περάσει μέσα από το δάσος.
Που είχα να δουν καιρό ξένο κόσμο ή μάλλον δεν είχαν δει. Τότε βλέπει ότι εκτός από νερό, έβγαλε το καβαλέτο της και άρχισε να ζωγραφίζει την φύση.
Εκείνος έφυγε και γύρισε στην σπηλιά του. Πρώτη φορά τον απασχόλησε η εξωτερική του εμφάνιση.
Πόσο ήθελε να πάει κοντά της να της μιλήσει να γνωριστούν.
Να ακουμπήσει το κατάλευκο δέρμα της και τις ξανθιές της μπούκλες .Αλλά μόλις θα τον έβλεπε θα τσίριζε και θα έφευγε σαν τρελή. Νόμιζε ότι δεν θα κατάφερνε να λύσει ποτέ τα μάγια του. Το νερό το έτρεμε .Και πάντα θυμόταν την τελευταία μέρα πόσο όμορφα περνούσε μέχρι να εμφανιστεί η κακιά μάγισσα.στο δάσος.
Κοιμήθηκε τόσο στεναχωρημένος .Την επόμενη ξύπνησε και πήγε στο δάσος. Μόλις αντίκρυσε το θέαμα ή χαρά του ήταν απερίγραπτη .Ήταν πάλι εκεί συνεχίζοντας την ζωγραφιά της .Εκείνος πάλι κρυμμένος την παρακολουθούσε και την θαύμαζε .Εκείνη δεν τον είχε δει. Οι μέρες συνέχισαν να περνάνε ώσπου μια μέρα η κοπέλα αντιλήφθηκε μια σκιά και ένα θρόισμα των φύλλων. Σηκώθηκε και πήγε να δει.
Τι ήταν και ήρθε σε επαφή με τον τεράστιο γίγαντα. Έβγαλε μια κραυγή και ζήτησε να μην την φάει. Τότε εκείνος εξήγησε, ότι είναι χορτοφάγος. Μόλις συνήθισε την εμφάνισή του, τον κάλεσε κοντά της, να κάτσουν να της κάνει παρέα. Μάλιστα του πρότεινε να τον ζωγραφίσει .Αυτό σήμαινε ότι θα την έβλεπε λίγες μέρες ακόμη και δέχτηκε.
Είχε μια γλύκα αυτή η κοπέλα φυσικά ποτέ δεν θα τον έβλεπε αλλιώς γιατί ήταν γίγαντας. Πολλές φορές περνούσε από το μυαλό του να βουτήξει στα νερά και ότι γίνει αλλά φοβόταν τόσο πολύ το νερό Τον έλουζε κρύος ιδρώταςμόλις πήγαινε κοντά στο νερό.Έτσι το πήρε απόφαση ότι μια ζωή θα έμενε γίγαντας.Οι μέρες περνούσαν και κάθε μέρα η κοπέλα ερχόταν χαμογελαστή με μια καλοσύνη. Και του έφερνε φρούτα
Για να τον καλοπιάνει και να κάνει υπομονή να τον ζωγραφίζει .Μάλιστα της είχε πει και το όνομά του που δεν το είχε κάνει για πολλά χρόνια σε κανέναν.Το πορτέτο κόντευε να τελειώσει όσο σκεφτόταν ο γίγαντας ότι δεν θα την ξαναέβλεπε και η στεναχώρια του μεγάλη.Δεν ήξερε πως να την κρατήσει κοντά του.
Και γιατί να θέλει να μείνει με ένα φοβητσιάρη άσχημο γίγαντα.Έφτασε η τελευταία μέρα που θα τελείωνε το πορτέτο Ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα η άμαξα σταμάτησε όπως κάθε μέρα ,εκείνη κατέβηκε με ένα υπέροχο ρόζ φόρεμα και τα σύνεργά της του χαμογέλασε. Νόμιζε ότι λιώνει ο πάγος που είχε βάλει στην καρδιά του η Βασίλισσα.Αρχισε να σκέφτεται τις φίλες του πόσο όμορφα του είχαν μάθει
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $8.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $8.99+) - DOWNLOAD
- LIKE (1)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!