
Μεγάλωνε ο Χριστός στη Ναζαρέτ μέσα στη φροντίδα και την αγάπη των γονιών του και ξεχώριζε από όλα τα παιδιά της ηλικίας του για την καλοσύνη του και το φωτεινό του πνεύμα. Λίγο μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ο Ιησούς αποφάσισε να αφοσιωθεί στο έργο για το οποίο τον έστειλε ο Θεός στη γη, να διδάξει στους ανθρώπους την αλήθεια και την αγάπη. Να τους βοηθήσει να ακολουθήσουν το σωστό δρόμο. Πλήθη κόσμου άρχισαν να συγκεντρώνονται σε κάθε του ομιλία υπήρχαν όμως και μερικοί που τον άκουγαν με καχυποψία, τα λόγια του για αγάπη και ειρήνη δεν έφταναν στην ψυχή τους.
Γι’ αυτό ο Χριστός για να μπορέσει να τους δείξει τη μεγάλη δύναμη του Θεού αποφάσισε να κάνει διάφορα θαύματα. Το πρώτο θαύμα το έκανε στην πόλη της Κανά, ήταν καλεσμένη η Μαρία σε ένα γάμο και πήρε και τον Ιησού μαζί της για συντροφιά. Σε μία στιγμή η Μαρία πλησίασε τον Ιησού και του είπε σιγανά στο αυτί τελείωσε το κρασί και δεν υπάρχει τρόπος να βρουν». Σε λίγο ο Ιησούς σηκώθηκε από τη θέση του πλησίασε τους υπηρέτες και τους είπε να γεμίσουν τις άδειες στάμνες του κρασιού με νερό. Αφού γέμισαν τις στάμνες με νερό τους είπε «Μπορείτε τώρα να το δοκιμάσετε και να δείτε αν σας αρέσει».
Ένας από τους υπηρέτες πήρε ένα κύπελλο το έφερε στα χείλη του και είπε κατάπληκτος: «Μα αυτό είναι κρασί, ένα υπέροχο κόκκινο κρασί». Ακολούθησαν πολλά ακόμη θαύματα που άφηναν κατάπληκτους πολλούς και τους έκαναν να πιστέψουν ότι αυτός είναι ο Μεσσίας.
Βρέθηκε εκείνες τις μέρες ο Χριστός σε μία πόλη της Ιουδαίας, την Καπερναούμ και δίδασκε το λόγο του Θεού σε ένα σπίτι που τον είχαν καλέσει. Σε λίγο το σπίτι γέμισε κόσμο και δεν χωρούσε άλλους πια και πολλά πλήθη συγκεντρώθηκαν απ’ έξω προσπαθώντας να ακούσουν.
Πολλοί είχαν έρθει από περιέργεια να δουν και να ακούσουν τον άνθρωπο για τον οποίο είχαν πληροφορηθεί ότι είχε τη δύναμη να κάνει θαύματα. Σε μία στιγμή πλησίασε μία μικρή ομάδα που κουβαλούσαν στους ώμους τους ένα κρεβάτι που πάνω βρισκόταν ξαπλωμένος ένας άντρας που έμεινε ακίνητος εντελώς γιατί ήταν παράλυτος.
-Κάντε χώρο να περάσουμε, παρακάλεσαν, θέλουμε να δούμε τον Ιησού Χριστό.
Ο Χριστός είδε τον παραλυτικό και σταμάτησε την ομιλία του. Του προξένησε εντύπωση η πίστη του ανθρώπου.
«Παιδί μου» του είπε, «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα, η πίστη σου σε έσωσε». Αμέσως ο παράλυτος που βρισκόταν για πολλά χρόνια κατάκοιτος και ακίνητος στο κρεβάτι του σηκώθηκε, φορτώθηκε στον ώμο του το κρεβάτι και βγήκε από το σπίτι. Πολλοί τότε πίστεψαν στο Χριστό, σκέφτηκαν ότι για να κάνει τέτοια θαύματα ήταν στα αλήθεια ο γιος του Θεού.
Ο Χριστός με τους μαθητές του γύριζαν αδιάκοπα από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη για να διδάξουν το λόγο του Θεού. Ο Χριστός δεν κουραζόταν, κάποια στιγμή όμως οι μαθητές του πλησίασαν και του είπαν «Κύριε άφησε τους τώρα να φύγουν. Σε λίγο θα νυχτώσει και πρέπει να πάνε στην πιο κοντινή πόλη για να βρουν κάτι να φάνε». «Είναι κρίμα να τους διώξουμε είπε ο Χριστός, μπορούν να φάνε εδώ». «Τι να φάνε κύριε, χρειαζόμαστε πολλά χρήματα για να χορτάσουν 5.000 στόματα και έπειτα πώς θα κουβαλήσουμε τόσα τρόφιμα ως εδώ; Δεν έχουμε πολλά τρόφιμα μαζί μας, έχουμε μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια».
Είπε ο Χριστός «Ε τότε μη νοιάζεστε. Θα φροντίσω εγώ για το φαγητό αυτών των ανθρώπων». Ο Χριστός σήκωσε τα χέρια προς τον ουρανό και παρακάλεσε τον Θεό να τον βοηθήσει, αμέσως δεκάδες ψωμιά παρουσιάστηκαν γύρω του και αμέτρητα ψάρια. «Μοιράστε τα» είπε στους μαθητές του και άρχισαν να μοιράζουν τα ψωμιά και τα ψάρια και όσο τα μοίραζαν εκείνα δεν λιγόστευαν καθόλου. Έφτασαν να χορτάσουν και οι 5.000 άνθρωποι και περίσσεψαν κιόλας «Αυτά που περίσσεψαν φυλάξτε τα για τα μοιράσετε στους φτωχούς» συμβούλεψε ο Χριστός.
Μία άλλη μέρα ο Ιησούς με τους μαθητές του συνάντησαν έναν τυφλό που ζητιάνευε, δεν είχε αντικρύσει ποτέ του το φως της ημέρας γιατί είχε γεννηθεί τυφλός. «Δάσκαλε» ρώτησαν οι μαθητές του «ο άνθρωπος αυτός δεν πρόλαβε να αμαρτήσει, γιατί γεννήθηκε τυφλός;» «Γεννήθηκε τυφλός για να φανεί στον κόσμο η δύναμη του Θεού, για να γίνει ένα ακόμη θαύμα και να πιστέψουν οι άνθρωποι». Σχημάτισε τότε με τα δάχτυλα του πηλό, πλησίασε τον τυφλό και άλειψε τα κλειστά του μάτια. «Πήγαινε να πλυθείς στη λίμνη του Σιλωάμ» του είπε.
Ο τυφλός υπάκουσε στην οδηγία του Ιησού, πήγε στη λίμνη, πλύθηκε και αμέσως άνοιξαν τα μάτια του και για πρώτη φορά αντίκρισε το φως και το θαύμα της ζωής που υπήρχε γύρω του. Τα σχήματα, τα χρώματα, τις κινήσεις, τα δέντρα, τα ζώα, τους ανθρώπους και τα πουλιά. Αυτά ήταν λίγα μόνο από τα θαύματα του Χριστού.

Μια μέρα ο Ιησούς ξεκίνησε με τους μαθητές του για τα Ιεροσόλυμα. Στην πόλη αυτή είχε αρκετούς πιστούς αλλά και πολλούς φανατικούς εχθρούς. Όταν έφτασαν στην πόλη βρήκαν να τους περιμένει ένα πυκνό πλήθος από ανθρώπους απλούς, που είχαν πιστέψει στη διδασκαλία του Ιησού. Κρατούσαν κλαδιά από φοίνικες και φώναζαν «ας είναι δοξασμένος αυτός που έρχεται σταλμένος από το Θεό». Όσοι τον μισούσαν όταν είδαν αυτό το πλήθος του κόσμου να τον υποδέχεται φοβήθηκαν ότι σε λίγο καιρό θα κέρδιζε την αγάπη και την εμπιστοσύνη όλου του λαού και θα έμεναν ολομόναχοι και χωρίς δύναμη, έτσι συγκεντρώθηκαν και πήραν την απόφαση να εξοντώσουν τον Ιησού.
«Υπάρχει όμως μία δυσκολία» είπε κάποιος από το συμβούλιο «πρέπει να τον συλλάβουμε και να τον δικάσουμε νύχτα για να μην πάρουνε είδηση οι πιστοί του και μας φέρουν δυσκολίες».
«Πώς θα τον αναγνωρίσουμε όμως; Ντύνεται όπως οι μαθητές και τα πλήθη που τον ακολουθούν και θα μας είναι δύσκολο να το ξεχωρίσουμε από τους άλλους». Και τότε βρέθηκε κάποιος να τους βοηθήσει, ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου. «Εγώ θα σας βοηθήσω» τους είπε «εγώ γνωρίζω τον Ιησού γιατί είμαι μαθητής του. Τί θα μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»
«Πόσα θέλεις;» τον ρώτησε ο Καϊάφας.
Τριάντα αργύρια ζήτησε ο προδότης μαθητής.
«Θα τα έχεις» του απάντησε ο Καϊάφας.
Ο Ιούδας έφυγε από το συμβούλιο γεμάτος χαρά.
Ο Ιησούς με τους μαθητές του αποφάσισαν την Πέμπτη το βράδυ να φάνε όλοι μαζί στο τελευταίο δείπνο της νηστείας θα ήταν όμως ένας δείπνος αποχαιρετισμούς θα ήταν η τελευταία φορά που θα έτρωγε μαζί με τους μαθητές του ήξερε ότι η ώρα του τέλος πλησίαζε διάλεξαν ένα ταπεινό σπίτι ώστε να μην τους πάρουν είδηση.
Πριν καθίσουν στο τραπέζι έπρεπε σύμφωνα με το έθιμο των Ιουδαίων να πλύνει ένας υπηρέτης τα πόδια τους. Ο Ιησούς αποφάσισε να πλύνει ο ίδιος τα πόδια των άλλων, ήθελε με αυτό τον τρόπο να τους διδάξει ότι στη ζωή έπρεπε να είναι ταπεινοί και να υπηρετούν ο ένας τον άλλον με αγάπη. Κάθισαν σε λίγο στο τραπέζι, ο Ιησούς έκοψε το ψωμί και άρχισε να το μοιράζει στους μαθητές του. «Πάρτε αυτό το ψωμί ,συμβολίζει το σώμα μου που θα θυσιαστεί τον κόσμο». Ήπιε λίγο κρασί και μετά το προσέφερε στους μαθητές του, «πιείτε από αυτό το κρασί, συμβολίζει το αίμα μου, που σε λίγο καιρό θα χυθεί για χάρη των ανθρώπων».
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $5.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $5.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!