ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΗΛΙΑΔΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ
ΤΟΜΕΑΣ ΥΓΕΙΑΣ-ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΕΞΙΑΣ
ΒΟΗΘΟΣ ΒΡΕΦΟΝΗΠΙΟΚΟΜΩΝ

Ἡ κλώσσα
Κλόκ, Κλόκ, Κλόκ, μ᾿ ἕνα θυμὸ
στὴν αὐλὴ γυρνά ἡ κλώσσα
μὲ τὸ φουντωτὸ λαιμὸ
καὶ μὲ τὰ παιδιὰ τὰ τόσα.
Κλώσσα, φίλη μου παλιά,
τὶ θυμώνεις σὰ ζυγώνω;
Δὲν σοῦ ἐγγίζω τὰ πουλιὰ
μόνο σοῦ τὰ καμαρώνω.

Μιὰ τὰ κράζεις τρυφερά,
κάτι ποὖβρες νὰ μοιράσουν,
μιὰ ἀπὸ κάτω ἀπ᾿ τὰ φτερά,
τὰ σκεπάζεις, νὰ ἡσυχάσουν.
Κι ὅταν δεῖς κανὰ σκυλὶ
ποὺ ὀρέγεται πουλάκια,
χύνεσαι ὠσὰν τρελλὴ
νὰ τοῦ βγάλεις τὰ ματάκια.
Γεώργιος Βιζυηνός

Τὸ ἀρνάκι
Ἀρνάκι ἄσπρο καὶ παχύ,
τῆς μάννας του καμάρι,
ἐβγῆκεν εἰς τὴν ἐξοχή,
καὶ στὸ χλωρὸ χορτάρι.
Ἀπ᾿ τὴ χαρά του τὴν πολλὴ
ἀπρόσεκτα πηδοῦσε,
τῆς μάννας του τὴ συμβουλὴ
καθόλου δὲν ψηφοῦσε.

«Καθὼς παιδί μου, προχωρεῖς,
καὶ σὰν ἐλάφι τρέχεις,
νὰ κακοπάθεις ἠμπορεῖς,
καὶ πρέπει νὰ προσέχεις.»
Χαντάκι βρέθηκε βαθύ,
ὁρμᾶ σὰν παλληκάρι,
νὰ τὸ πηδήσει προσπαθεῖ
καὶ σπάει τὸ ποδάρι.
Ἀλέξανδρος Κατακουζηνός

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ’ απ’ τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.
Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ’ αγιάζι κι η ερημιά.
Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
Ευχαριστώ μα `ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.

Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
Πάρ’ την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά `σαι ο άντρας τ’ ουρανού.
Είπε, και πριν βγάλω μιλιά
μου την καρφώνει στα μαλλιά
Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ’ αποχαιρετά. Οδυσσέας Ελύτης:Η Μάγια

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΛΙΖΑΣ
"Βιάσου! Ο καιρός περνά!
Σε λίγο θα' ναι αργά!
Γραμμή στη Λισαβόνα
κι απ' τη νεράιδα τη γοργόνα
με τις υγρές πλεξίδες
πάρε τη χρυσή κορόνα
και την αμάραντη ανεμώνα
με τις εφτά δροσοσταλίδες!
Ύστερα κάνε πατινάδα
την υπόλοιπη βδομάδα
κι όταν φτάσεις στη Γρανάδα


γρήγορα και μάνι μάνι
γέμισε με βυσσινάδα
ένα βυσσινί φλιτζάνι!
Τι άλλο μένει; Τι άλλο μένει;
Α, ναι! Πήγαινε στην Υεμένη!
Κάπου κει θα περιμένει
το άλογο το φτερωτό
να σε πάει στον Υμηττό,
για να κλέψεις λίγο μέλι
απ' της ελπίδας την κυψέλη!"
Ευγένιος Τριβιζάς

Καλημερούδια
Μὲ τὶ καμάρι περπατεῖ
τὴν κούκλα της κρατώντας,
καὶ μ᾿ ἕνα σπάγκο τὸ γατὶ
ξοπίσω της τραβώντας.
Κοντὰ στὴν πόρτα σταματᾶ
πρὶν πάει πιὸ παραπέρα,
καὶ τὰ πουλιά της χαιρετᾶ
μὲ μία καλημέρα.


«Καλημερούδια σας, πουλιά,
καλημερούδια χήνα...
τὴν κούκλα λὲν Τριανταφυλλιά,
καὶ τὸ γατὶ ψιψίνα.
Κι ἂν μὲ ρωτᾶτε καὶ γιὰ ποῦ,
νωρὶς τὶ τάχα βγῆκα,
πάω νὰ προφτάσω τὸν παπποὺ
ποὺ μὲ φιλεύει σῦκα.»
Αλέξανδρος Πάλλης

Ὁ Κύριος Κανείς
Ποιὸς νἆναι αὐτὸς ὁ «Κύριος Κανείς»;
Χθὲς σὰν καθήσαμε νὰ πιοῦμε τσάι,
μπράμ, νά σου τον, ἕνα φλυτζάνι σπάει
καὶ βρέχει τὸ φουστάνι τῆς Φανῆς,
ὁ σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ὕστερα τσίμπησε τὴν ἄσπρη γάτα,
ἔσπασε καὶ δυὸ-τρία καλὰ πιάτα,
ἐζούγκηξε τοῦ Γιάγκου τὸ καπέλλο,
καὶ ξέσκισε τῆς Ἕλλης μας τὸ βέλο,
καὶ μούγκριζε φριχτὰ σὰν Ἐρυννίς,
ὁ πεισματάρης «Κύριος Κανείς».


Ἔχει θαρρῶ κακὴν ἀνατροφή,
γιατὶ ἔβαλε μὲς τὸν καφέ μου ἁλάτι,
καὶ μοῦ ἔμπηξε καρφίτσες στὸ κρεβάτι,
καὶ στὸ σκαμνὶ τοῦ μπέμπη ἕνα καρφί,
κι ὕστερα τὸν ρωτοῦσε: «ποῦ πονεῖς;»
ὁ κατεργάρης «Κύριος Κανείς».
Ποιὸς νἆναι; -Μπὰ κανείς μας δὲν τὸν ξέρει,
κανείς μας δὲν τὸν εἶδε πουθενά.
Μ᾿ αὐτὸς τὰ παιχνιδάκια μας χαλνᾶ,
κι ἔσπασε καὶ τῆς πλύσης τὸ πανέρι.


Δὲν εἶναι φαίνεται, καθόλου εὐγενὴς
αὐτὸς ὁ μάγκας «Κύριος Κανείς».
Δὲν τὸν γνωρίζουμε! Ὀρκιζόμαστε.
Μὰ ἡ μητερούλα μας χαμογελᾶ
καὶ λέγει πὼς τὸν ξέρουμε καλὰ
καὶ πὼς δὲν πρέπει νὰ κρυβόμαστε
καὶ ψέματα νὰ λέμε στοὺς γονεῖς,
γιατὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς ὁ «Κύριος Κανείς».
Νικόλαος Ποριώτης

Με τί καμάρι περπατει
την κούκλα της κρατώντας
και με ένα σπάγκο το γατι
ξοπίσω της τραβώντας!
Κοντά στην πόρτα σταματα
πριν πάει πιο παραπέρα,
και τα πουλια της χαιρετα
με μια της καλημέρα.


«Καλημερούδια σας, πουλια,
καλημερούδια, χήνα…
Την κούκλα λεν Τρανταφυλλια
και το γατι Ψιψίνα.
Κι' αν με ρωτάτε και για πού,
νωρις τι τάχα βγήκα,
πάω να προφτάσω τον παππου
που με φιλέβει σύκα.»


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΛΛΗΣ
Ο Τζιτζικας
Καλοκαίρι κι ἄνοιξη
ὅταν ἦσαν τὰ λουλούδια,
ὁ τρελλὸς ὁ τζίτζικας
τὴν περνοῦσε μὲ τραγούδια.
Τὰ λουλούδια πέρασαν,
ἦρθαν χιόνια, ἦρθαν πάγοι,
καὶ πεινᾶ ὁ τζίτζικας
καὶ δὲν ξέρει τὶ νὰ φάγει.


Ἔρχεται στὸ γείτονα,
τὸ προβλεπτικὸ μυρμήγκι,
καὶ ζητᾶ βοήθεια
κάνα σπόρο ἢ σκουλήκι.
Τὸ μερμήγκι ἀπόρησε
καὶ ρωτᾶ: -Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη,
δὲ μοῦ λὲς τὶ ἔκανες
ὅταν ἦταν καλοκαίρι.
-Τραγουδοῦσα, φίλε μου,
μὲς τὴ ζέστη ὅλη τὴν ὥρα.
-Τραγουδοῦσες; Μπράβο σου,
χοροπήδα, λοιπόν, τώρα.
Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς


"Βιάσου! Ο καιρός περνά!
Σε λίγο θα 'ναι αργά!
Γραμμή στη Λισαβόνα
κι απ' τη νεράιδα τη γοργόνα
με τις υγρές πλεξίδες
πάρε τη χρυσή κορόνα
και την αμάραντη ανεμώνα
με τις εφτά δροσοσταλίδες!
Ύστερα κάνε πατινάδα
την υπόλοιπη βδομάδα
κι όταν φτάσεις στη Γρανάδα


γρήγορα και μάνι μάνι
γέμισε με βυσσινάδα
ένα βυσσινί φλιτζάνι!
Τι άλλο μένει; Τι άλλο μένει;
Α, ναι! Πήγαινε στην Υεμένη!
Κάπου κει θα περιμένει
το άλογο το φτερωτό
να σε πάει στον Υμηττό,
για να κλέψεις λίγο μέλι
απ' της ελπίδας την κυψέλη!"
ΤΡΙΒΙΖΑΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ


Ο Αύγουστος
Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.
Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.


Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.
Απ’ την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν’ ανάψουμε.
Οδυσσέας Ελύτης



- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $4.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $4.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!