
Ο Μάριος ξύπνησε λουσμένος με κρύο ιδρώτα. Είχε έναν τρομερό εφιάλτη όπου ήταν μόνος του και όλοι γελούσανε μαζί του, ακόμη και οι καλύτεροι φίλοι του, επειδή τους είχε πει ότι υπήρχε θησαυρός κάπου στο νησί τους. Τώρα ήταν πολύ ευγνώμων που του είχε πάρει το αρκουδάκι η γιαγιά του, γιατί τώρα είχε καθησυχάσει. Ο Μάριος σκέφτηκε πόσο περίεργο ήταν ένα μικρό αρκουδάκι να τον καθησυχάζει, τώρα που ήταν δεκατριών χρονών. Ήταν μία ηλιόλουστη μέρα έξω. Άνοιξε το παράθυρό του, αφήνοντας τον πρωινό ήλιο να τον λούσει. Μπορούσε να ακούει τα πουλιά να κελαιδούν και να τραγουδάνε το όμορφο τραγούδι τους.
Πήγε προς το κομοδίνο του και πήρε τα γυαλιά του. Ντύθηκε και κατέβηκε για πρωινό. Ζούσε σε ένα νησί δύο φορές το μέγεθος της Κρήτης και είχαν ξεκινήσει οι καλοκαιρινές διακοπές, οι καλύτερες στη γνώμη του, εδώ και μία εβδομάδα. Ο Μάριος δεν ήθελε η μητέρα του να μάθει για τον εφιάλτη, για αυτό πήδηξε δύο δύο τα σκαλιά και αγκάλιαξε τη μητέρα του, που λεγόταν Βασιλική, θερμα και της είπε
καλημέρα. Είπε και βέβαια καλημέρα και στον πατέρα του, που ονομαζόταν Γιάννη, που έπινε καφέ. Η μητέρα του είχε φτιάξει το αγαπημένο του, πανκέικ με κομματάκια σοκαλάτα και σοκαλατένιο γάλα! Με την πρώτη μπουκιά, είχε ξεχάσει τα πάντα για τον εφιάλτη του.
Ο Μάριος είναι ο εξυπνότερος της τάξης, λεπτός, έχει μπλε μάτια και καστανά μάλλια. Επίσης, φορούσε κόκκινα γυαλιά που είχαν μεταλικό σκελετό.
Όμως, το πιο σημαντικό για εκείνων ήταν το ημερολόγιό του, το οποίο είχε όλες τις πληροφορίες του για τον θρύλο του χαμένου θησαυρού. Λένε ότι πριν από πολλά χρόνια, είχαν έρθει σε αυτό το νησί πειρατές και κρύψανε θυσαυρό.
Αφού έφαγε το υπέροχο πρωινό του, ετοιμάστηκε, φόρεσε τα καλύτερα παππούτσια στην αγορά εκείνη τη στιγμή, τα Nike Air Max, που τα είχε κάνει δώρο οι γονείς του διότι είχε πάρει τους καλύτερους βαθμούς της τάξης στο τέλος της σχολικής χρονιάς.
Μόλις βγήκε από το σπίτι του, το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν ο μπλε ουρανός. Έτρεξε προς την βιβλιοθήκη με την αποστολή στο μυαλό του: να βρει τον θησαυρό. Υπήρχαν τεράστιες μαρμάρινες σκάλες που έπρεπε να σκαρφαλώσεις για να φτάσεις στην εντυπωσιακή ξύλινη είσοδο. Είχε τζάμι για ταβάνι και οι πόρτες ήταν περικυλωμένες με ένα λεπτό στρώμα χρυσού που αντανακλούσε το φως του ηλίου, το οποιό πλημμύριζε την αίθουσα.
Πρέπει να πληρώνεις πέντε δολλάρια για είσοδο, αλλά επειδή εκείνος και η παρέα του πήγαιναν τόσο συχνά, η ιδιοκτήτρια τους είχε δώσει μία καρτούλα για τον καθέναν που τους επιτρέπει να μπαίνουν δωρεάν σε μία από τις πιο εντυπωσιακές βιβλιοθήκες στο νησί τους. Η ιδιοκτήτρια ήταν μία ευγενική γυναίκα που ήταν γύρω στα εξήντα. Την είχε αυτή τη βιβλιοθίκη εδώ και περίπου 25 χρόνια. Την προσπέρασε με γοργό βήμα και της είπε:<< Καλημέρα>> και έκανε επίσης ένα νεύμα του κεφαλιού του.
Η κυρία κοίταξε πάνω από τον υπολογιστή της και του ευχήθηκε το ίδιο. Καθώς περπατούσε ανάμεσα δύο ράφια γεμάτα βιβλία, ο Μάριος είδε με τη γωνία του ματιού του ένα παλιό, σκονισμένο και κόκκινο βιβλίο στο τρίτο ράφι να έχει τον τίτλο:<<Θησαυρός στο Νησί μας >>.
Ο Μάριος το πήρε από τη θέση του κα το κουβάλησε μέχρι το αγαπημένο του μέρος σε όλη την βιβλιοθήκη, ένα ξύλινο τραπέζι στη γωνία. Εκεί ήταν το πιο ήσυχο μέρος σε όλη την βιβλιοθήκη και το χτυπούσε λίγο πιο πολύ φυσικό φως, που το έκανε ένα καλό μέρος για να διαβάζεις. Η βιβλιοθηκάριος το κρατούσε μόνο για εκείνον και τους φίλους του.
Φύσηξε τη σκόνη από το εξώφυλλο και τώρα που ήταν πολύ πιο καθαρό, πρόσεξε δύο χρυσαφένιους αριθμούς κάτω από τον τίτλο του βιβλίου. Παραξενεύτηκε, αφού οι αριθμοι 52 και 58 ήταν τόσο τυχαίοι αλλά το αγνόησε, νομίζοντας ότι δεν ήταν κάτι το σημαντικό.
Άρχισε να γυρνάει τις σελίδες ανυπόμονα μέχρι που έφτασε στην πρώτη σελίδα. Το βιβλίο ανέφερε τον θρύλο που λέει ότι πριν από 400 χρόνια, είχαν έρθει πειρατές σε αυτό το νησί και είχαν θάψει τον θησαυρό. Πολλοί ειδικοί λένε ότι αυτός ο θησαυρός μπορεί να έχει αξία 35 εκατομμυρίων. Αυτό το συμπέρασμα το βγάλανε οι ειδικοί με το γεγονός ότι, επειδή είχαν έρθει εδώ και 400 χρόνια οι πειρατές και το κομμάτι του πλοίου που βρήκαν οι ειδικοί στο νησί τους χρονολοείται από τότε, θα μπορούσαν να είναι οι πειρατές που λεηλάτησαν ένα γαλλικό πλοίο που κουβαλόυσε αυτόν τον θησαυρό.
Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ο Μάριος όταν τελείωσε το βιβλίο ήταν ότι έπρεπε να το δείξει στους φίλους του, τον Πέτρο και τη Μαρία. Ο Μάριος, που ήταν πιο ευτυχισμένος από ποτέ, έκλεισε το βιβλίο, το έβαλε στην αγκαλιά του και άχισε να τρέχει με γοργό βήμα προς τις μεγάλες πόρτες. Μόλις βγήκε έξω, αποφάσισε να τηλεφωνήσει την Μαρία. Όταν το σήκωσε, της είπε να πάρει τον Πέτρο και να έρθουν έξω από τη βιβλιοθήκη.
Η Μαρία, προφανώς ξαφνιασμένη, αντιστάθηκε στο να ρωτήσει ερωτήσεις και απλώς του απάντησε ότι ερχόταν και μετά του έκλεισε το τηλέφωνο. Ο Μάριος περείμενε ανυπόμονα για να πει στους φίλους του τα καλά νέα. Όσο περίμενε, άρχισε να ξεφυλλίζει το βιβλίο γρήγορα για να ήταν σίγουρος ότι δεν είχε χάσει τίποτα το σημαντικό. Κοιτούσε ανά δύο λεπτά το ρολόι του για να ξέρει τι ώρα ήταν.
Όταν είδε την σιλουέτα της Μαρίας στον ορίζοντα , δεν μπορούσε να περιμένει να της πει τα πάντα. Άρχισε να κουνάει το βαρύ βιβλίο απο πάνω του για να τον δει. Όταν έφτασε τον ρώτησε:<< Τι έγινε; Όλα καλά; Ποιο είναι αυτό το περίεργο βιβλίο που έχεις.>> Η Μαρία είχε πράσινα μάτια, καστανά μαλλιά, παίζει βόλεϊ και ποτέ δεν της άρεσε όταν ο Μάριος και ο Πέτρος έκαναν επικίνδυνα πράγματα. Το πιο σημαντικό όμως, ήταν ότι θα έκανε τα πάντα για τους φίλους της. Μόλις πριν της τα πει όλα, είδε από τη γωνία του ματιού του τον Πέτρο να τρέχει ολοταχώς προς εκείνους, κουνώντας το καπέλο
του για να τον δουν. Όταν τους έφτασε, σταμάτησε απότομα, λαχανιασμένος, με το τόσο πολύ τρέξιμο. Προσπαθώντας να πάρει αναπνοή, ρώτησε:<< Τι έγινε και ήταν τόσο επείγον να συναντηθούμε. Η Μαρία μου είπε στο κινητό ότι ήταμ μία πολύ μεγάλη έπληξη. Ο Πέτρος ήταν το τελευταίο μέλος της παρέας και είχε ένα σκύλο, τον Μαξ. Ο Μαξ ήταν το πιο γλυκό σκυλάκι στον κόσμο!
Ο Μάριος τους εξήγησε ό,τι ήξερε και οι φίλοι του κρέμονταν από τα χείλη του. Όταν τελείωσε, έμειναν άφωνοι. Δεν ήξεραν τι να απαντήσουν. Όταν είχαν συνέλθει, λίγα λεπτά αργότερα, κυριολεκτικά, η Μαρία πρόσεξε τους περίεργους αριθμούς στο παμπάλαιο βιβλίο. Όπως έκανε και ο Μάριος στη βιβλιοθήκη, τους αγνόησε.
Όσο ψυθίριζαν μεταξύ τους, άκουσαν μία ψυχρή φωνή από πίσω τους να τους διατάζει να του δώσουν το πράγμα που κρατούσε η Μαρία. Πριν καταλάβουν καλά καλά τι είχε γίνει, το βιβλίο ήταν τώρα στα χέρια του ανθρώπου που τους είχε μιλήσει. Ήταν ο... Εδουάρδος!!! Ο Εδουάρδος ήταν
ο εχθρός τους και πάντα ανταγωνιζόταν για τα πάντα με τον Μάριο και την παρέα του. Φυσικά, όπως πάντα, τον ακολουθούσαν τα δύο πιο μεγαλόσωμα αγόρια που είχαν δει ποτέ. Ακολουθούσαν τον Εδουάρδο τυφλα και έκαναν ότι τους έλεγε. Ο Εδουάρδος και η παρέα του είχαν την ίδια ηλικία με τον Μάριο και τους φίλους του.
Ο Εδουάρδος χαμογέλασε πονηρά απο αυτί σε αυτί, όταν κατάλαβε ότι κρατούσε ένα βιβλίο για θησαυρό. Αναφώνησε με μία ψεύτικη χαρούμενη φωνή:<< Έχουμε κάνει πολλούς ανταγωνισμούς και είμαστε ισοπαλία: 15-15. Όποιος βρει τον θησαυρό πρώτος, πρέπει να παραδεχτεί ότι η παρέα που τον βρήκε πρώτο είναι καλύτερη. Συμφωνείτε;>>
Πριν μπορέσουν οι φίλοι του Μάριο να πουν οτιδήποτε, ο Μάριος έσφιξε το χέρι του Εδουάρδου. Του είπε με θάρρος:<<Έγινε>>. Όταν ο Εδουάρδος και η παρέα το είχαν αναχωρήσει και είχαν απομακρυνθεί αρκετά, η Μαρία του φώναξε θυμωμένη:
-Τι κάνεις!!!
-Μην ανησυχείς για τίποτα. Εμείς μελετάμε αυτόν τον θησαυρό εδώ και χρόνια, ενώ αυτοί, βάζω στοίχημα, ότι είναι η πρώτη φορά που ακούμπησαν βιβλίο για θησαυρό. Έλα τώρα, δεν μπορείς να μην παραδχτείς ότι είσαι κουρασμένη με όλο αυτόν τον ανταγωνισμό.
Η Μαρία δεν είπε τίποτα, απλώς κοίταξε κάτω στο άσπρο πεζοδρόμιο. Για πρώτη φορά εδώ και καιρό, μίλησε ο Πέτρος:<<Συμφωνώ με τον Μάριο. Όμως πρέπει να φύγω για να ταϊσω τον Μαξ.>> Ο Μάριος πρότεινε ότι θα ήταν καλύτερο για όλους αν συναντιόντουσαν αύριο το πρωί στο ίδιο μέρος. Η Μαρία κουβάλησε το βιβλίο μέχρι το σπίτι της για να το μελετήσει.
Όσο περπατούσε ο Μάριος μέχρι το σπίτι του, σκεφτόταν όλα τα πράγματα που είχαν γίνει τις τελευταίες ώρες. Τώρα συνειδητοποίησε πλήρες σε τι είχε συμφωνήσει με το Εδουάρδο. Αυτύ τη σκέψη όμως δέν άλλαξε το γεγονός ότι πίστευε ότι θα κέρδιζαν πανεύκολα. Άρχισε να τρέχει τα τελευταία 100 μέτρα
επειδή είχε αρχίσει ο μεσημεριάτικος ήλιος να τον βασανίζει.
Αισθάνθηκε τη μεγαλύτερη ανακούφιση στη ζώη του όταν μπήκε μέσα στο σπίτι του. Άκουσε τη μάμα του να φτιάχνει το μεσημεριανό φαγητό και τον μπαμπά να δουλεύει στο γραφείο. Μύρισε το δυνατό άρωμα του αγαπημένου του φαγητού, το παστίτσιο! Ήταν προσεκτικός να αποφύγει το πρώτο σκαλί της σκάλας, αφού τρίζει και θα τον άκουγαν οι γονείς του. Ήθελε να ήταν για λίγο μόνος.
Όταν έφτασε στο δωμάτιο του και κοίταξε έξω από το μεγάλο τετραγωνικό παράθυρό του, είδε το τεράστιο λιμάνι. Ύστερα κοίταξε τις παραλίες, τις οποίες τις είχαν ψάξει εκείνος και οι φίλοι του αμέτρητες φορές. Όταν άκουσε το μεσημεριανό φαγητό να βγαίνει από το φούρνο, κατέβηκε τις σκάλες αθόρυβα και προσποιήθηκε ότι τώρα έμπαινε στο σπίτι. Η μητέρα του βγήκε από τη κουζίνα χαρούμενη που είχε γυρίσει και τον καλοσόρισε.
Όταν όλοι ήταν στο τραπέζι και τρώγανε το λαχταριστό παστίτσιο της μητέρας του, ο Μάριος αισθάνθηκε ότι έπρεπε να τους πει τι είχε γίνει εκείνη την ημέρα. Τους τα είπε όλα. Όλες οι λεπτομέρειες βγήκαν από το στόμα του σαν καταρράκτης. Όταν τελείωσε οι γονείς του δεν ήξεραν τι να του πουν. Ήταν άφωνοι και κάταπληκτοι. Η μαμά του μίλησε πρώτη. Τον κοίταξε στο πρόσωπο και του είπε με ήρεμη φωνή:<< Δεν θέλω να πάθεις τίποτα κακό. Ξέρεις πόσο ανταγωνιστηκός είναι ο Εδουάρδος κάποιες φορές. Μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά, αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς ότι δε θα τραυματιστείς.>> Ο μπαμπάς του απλώς έγνευσε καταφατικά για να δείξει οτι συμφωνούσε. Υποσχέθηκε, τραυλίζοντας από τη χαρά του. Μετα από αυτό άλλαξε θέμα η συζήτηση και όλοι τους τελείωσαν το φαγητό τους με ηρεμία.
Το απόγευμα πήγαν όλοι μαζί σε ένα καταπληκτικό λούνα παρκ. Υπήρχαν τόσοι πολλοί προβολείς που σχεδόν φώτιζαν όλο τον νυχτερινό ουρανό.
Υπήρχε τόσος κόσμος και παιχνίδια. Υπήρχε μία γιγάντια αίθουσα με laser tag. Ο Μάριος μύρισε όλες τις υπέροχες μυρωδιές και μπόρεσε να δει μία υπέροχη θέα το νησιού του όταν έφτασαν στην κορυφή ενός ferris wheel, το μεγαλύτερο που είχε δει ποτέ στη ζώη του! Ήταν το καλύτερο θέαμα που είχε δει ποτέ στη ζωή του!
Είχαν καταναλώσει δύο παγωτά σάντουιτς, που είχαν σκληρές βάφλες αντί για ψωμί, ένα μεγάλο παγωτό χωνάκι, ένα κύπελο με τρεις γεύσεις παγωτού και πολύ μαλί της γριάς. Μέχρι να φτάσουν σπίτι, ήταν εξαντλημένος. Κοιμήθηκε μόλις το κεφάλι του ακούμπησε το απαλό μαξιλάρι του.
Το πρώτο πράγμα που άκουσε το επόμενο πρωί ήταν το ξυπνητήρι του. Ο ήλιος έλουσε το δωμάτιό του με φως και ένα δροσερό αεράκι εμπαίνε από το ανοιχτό παράθυρό του.
Από το πουθενά άρχισε να χτυπάει δυνατά το τηλέφωνό του. Το πήρε από το κομοδίνο του και ρώτησε νυσταλλέα:<<Εμπρός;>> Μία κοριτσίστικη φωνή
, που την γνώριζε πολύ καλά ο Μάριος, του φώναξε να ετοιμαστεί και να πάει στη βιβλιοθήκη. Μετά το έκλεισε. Ήταν η Μαριά! Πετάχτηκε ξύπνιος από το κρεβάτι του, ετοιμάστηκε, φώναξε καλημέρα στους γονείς του και άρχισε να τρέχει προς τη βιβλιοθήκη. Άκουσε πουλιά να κελαηδούν και, ευτυχώς, για τον Μάριο δεν έκανε ζέστη αφού ήταν πρωί. Μετά απο λίγο έφτασε στη βιβλιοθήκη.
Παρατήρησε την Μαρία και τον Πέτρο στα πάνω σκαλιά της μαρμάρινης σκάλα. Τον χαιρέτισαι και εκείνος άρχισε να πηδάει τα σκαλιά δύο δύο. Η Μαρία του είπε ότι οι τυχαίοι αριθμοί κάτω από τον τίτλο ήταν γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Εξήγησε ότι αν όντως ήταν αυτό, καταλήγει σε ένα μέρος της αμμουδιάς του νησιού. Ο ήχος του κινητού να χτυπάει ήρθε από τη τσέπη του Πέτρου. Το σήκωσε και μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα, το πρόσωπό του είχε γεμίσει με τρόμο. Όταν το έκλεισε, εξήγησε ότι είχε χαθεί ο σκύλος του, ο Μαξ. Έφυγε εκείνη τη στιγμή τρέχοντας για να πάει σπίτι. Επίσης, παρατήρησαν ότι ο Εδουάρδος τους κρυφάκουγε και τώρα έτρεχε μακριά!
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και άρχισαν να ανησυχούν. Και οι δύο σκέφτηκαν το ίδιο πράγμα την ίδια στιγμή: τώρα που και οι δύο παρεές ήξεραν την τοποθεσία του θησαυρού, η πιο γρήγορη ομάδα θα κέρδιζε. Άλλα υπήρχε κάτι πιο σημαντικό από το να βρούν τον θησαυρό. Έπρεπε, ως οι καλύτεροι φίλου του, να τον βοηθήσουν με το να βρει τον σκύλο του.
Άρχισαν να τρέχουν προς τη κατεύθηνση του μεγαλοπρεπές σπίτι του Πέτρου. Μετά από λίγα λεπτά, που τους φάνηκαν αιώνες, τρεξίματος, φτάσανε. Ο πατέρας και η μετέρα του είχαν μία πολύ μεγάλη βιολογική εταιρεία που έφτιαχνε φάρμακα και είχαν 21 τεράστια εμπορικά πλοία για να πηγαίνουν τα φάρμακα σε όλον τον κόσμο. Οδηγούσαν την πιο καινούργια Rolls-Royce και είχαν ένα ιδιωτικό τζετ και ένα ιδιωτικό γιοτ με έξι ορόφους που κόστιζε 50 εκατομμύρια.
Τους καλοσόρισε ένας από τους τρεις μπάτλερ και προχώρησαν μέσα από ένα γιγάντιο κήπο που ήταν σαν λαβύρινθος όπου χανόσουν αν δεν είχες χάρτη.
Όταν έφτασαν στη μεγαλοπρεπή είσοδο του σπιτιού, που φαινόταν πιο πολύ σαν παλάτι για βασιλιά, ο μπάτλερ άνοιξε μία τεράστια ξύλινη πόρτα που ήταν σκαλισμένη στο χέρι. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν όταν μπήκαν μέσα ήταν ένας τεράστιος χρυσός πολυέλαιος να κρέμεται από το ταβάνι. Το σπίτι ήταν φτιαγμένο από κάτασπρο μάρμαρο και τα πάντα έλαμπαν. Πήγαν στο δωμάτιο του Πέτρου, ελπίζοντας ότι θα τον έβρισκαν εκεί, αφού όταν πηγαίνουν στο σπίτι του για να παίξουν, εκεί πηγαίνουν.
Όπως είχαν μαντέψει, εκεί ήταν. Ήταν και μητέρα του εκεί, η οποία ήταν καθισμένη στο πλαϊνό τεράστιο κρεβάτι του. Ο Πέτρος προσπαθούσε να την καθησυχάσει. Όταν σήκωσαν το κεφάλι τους και τους είδαν, η μητέρα του σταμάτησε να κλαίει και τους ρώτησε αν ήταν καλά.
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $5.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $5.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem
"Ο Θρύλος του Χαμένου Θησαυρού"

COMMENTS