Ένα ebook που δημιουργήθηκε από τον Όμιλο Φιλαναγνωσίας & Δημιουργικής Γραφής του ΓΕΛ Αγιάς
"Οι Δωτιείς και ο μαγικός κόσμος του βιβλίου".
Αφιερωμένο στη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου, "Μαύρο Νερό".


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Περίληψη Βιβλίου σελ. 4-23
Ακροστιχίδες ηρώων σελ. 24-34
Ποιήματα σελ. 35-41
Τα άψυχα παίρνουν ζωή σελ. 42-52

Αλλαγή της παραγράφου με χρήση συνωνύμων σελ. 53-56
Σχολιασμός των ηρώων
και των σχέσεων που αναπτύσσουν σελ. 57-59
Το φανταστικό διώνυμο σελ. 60-62
Τα μέλη του Ομίλου σελ. 63
Εικόνα-western από τη Χαρά Γκαλιάκη σελ. 64
Κεφάλαιο 1ο
Το βιβλίο ξεκινάει με την περιγραφή των πρωταγωνιστών μας, του Πατέρα και του γιου του Χριστόφορου, και παρουσιάζει την ιδιαίτερη σχέση που έχουν αναπτύξει μεταξύ τους τα 21 χρόνια της κοινής τους ζωής, τα 18 χωρίς τη μητέρα του νέου. Ο Πατέρας κάθε εβδομάδα, μεταβαίνει με το λεωφορείο στα Γιάννενα και προμηθεύεται τα απαραίτητα. Κάθε φορά τον συντροφεύουν οι όμορφες εικόνες της διαδρομής και οι αναμνήσεις από τη ζωή στο χωριό, πολύ πριν συντελεστεί η μεγάλη οικολογική καταστροφή που έπληξε ανεπανόρθωτα την περιοχή και απειλεί τη ζωή τους.
Πλέον δώδεκα είναι όλοι κι όλοι οι εναπομείναντες κάτοικοι, που –παρά τις κυβερνητικές πιέσεις– δεν έχουν ακόμη εγκαταλείψει τα σπίτια τους, για να μετοικήσουν στην πόλη. Με ένα πενιχρό επίδομα αγωνίζονται για την επιβίωσή τους, χωρίς δουλειά μετά το κλείσιμο του εργοστασίου, ζώντας σε έναν τόπο όπου όλα έχουν μολυνθεί μετά την εξόρυξη των υδρογονανθράκων. Παρόλα αυτά ο Πατέρας διαθέτει πάντα λίγα χρήματα για να αγοράσει στον Χριστόφορο, που έχει σοβαρά κινητικά προβλήματα εκ γενετής, κάποια από τα αγαπημένα του βιβλία.
Επιπλέον, προσπαθεί να κρατά ζωντανή τη μνήμη της Αναστασίας, της μητέρας του παιδιού, η οποία ήταν ένα από τα πρώτα θύματα της αρρώστιας που επέφερε η μόλυνση στην περιοχή. Κάθε χρόνο μάλιστα ανήμερα της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας (22 Δεκεμβρίου), ημέρα που γιόρταζε η μητέρα, ανηφορίζουν στο βουνό και επισκέπτονται το ξωκλήσι που είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Αγίας. Το ίδιο θα κάνουν κι αυτή τη χρονιά.
Χαρά Γκαλιάκη
Πατέρας και γιός ξεκινούν από την Πωγωγιανή με προορισμό την Αγια- Σωτήρα. Επιλέγουν έναν παλιό αγροτικό δρόμο και μια διαδρομή που δεν είναι εύκολη, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο Πατέρας κουβαλά τον Χριστόφορο στην πλάτη του. Το τοπίο γύρω τους είναι άγονο, νεκρό, γεμάτο απομεινάρια από τις γεωτρήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, μια διαδικασία που έχει οδηγήσει στον θάνατο μια ολόκληρη περιοχή.

Όταν φτάνουν στο ξωκλήσι, ο Πατέρας καθαρίζει τον εγκαταλελειμμένο χώρο και διαβάζει ένα απόσπασμα από την Αγία Γραφή, κάτι που αρέσει και στον Χριστόφορο. Η καταιγίδα που ξεσπά τους υποχρεώνει να διανυκτερεύσουν στο εκκλησάκι. Αναχωρούν για το χωριό το επόμενο πρωί εξουθενωμένοι, πεινασμένοι και βρόμικοι. Στο σπίτι πια ο Πατέρας πλένει τον γιο του σχολαστικά, ευλαβικά, με αγάπη και φροντίδα και αναπολεί τη νεότητά του παρατηρώντας τα πλούσια μαλλιά του νέου. Αντίθετα ο ίδιος έκανε μπάνιο βιαστικά και απρόσεκτα. Ηλιάνα Γκίτσι
Όπως κάθε Χριστούγεννα μαζεύτηκαν όλοι οι χωριανοί στην εκκλησία, για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία από τον αδελφό της Λένης, τον Γιώργο, ο οποίος ήταν τυφλός και έκανε τις λειτουργίες από αυτά που θυμόταν - αφού παλιά ήταν ψάλτης. Όλοι ήρθαν, αυτοί που είχαν απομείνει τουλάχιστον, εκτός από τον Χρίστο, τον οποίο μετά από τον θάνατο ολόκληρης της οικογένειάς του δεν τον είχε δει κανένας. Καθόντουσαν όλοι ο ένας δίπλα στον άλλον, μα δεν είχαν τίποτα να πουν και ούτε ήξεραν πώς να ξεκινήσουν μια συζήτηση…
Ώσπου μίλησε ο Γιάννης, παλιός πρόεδρος του χωριού, και αναφέρθηκε σε αυτούς που θέλουν να τους διώξουν από τα σπίτια τους. Οι χωριανοί όμως είναι ανένδοτοι, κι ας προσπαθούν χρόνια τώρα να τους πείσουν με το επιχείρημα ότι έχουν έτοιμα και καινούρια σπίτια. Σχεδόν όλοι τους θέλουν να μείνουν εκεί έως και την τελευταία τους πνοή εκτός από τον Γιάννη, ο οποίος ακουγόταν αποφασισμένος να δεχτεί την πρόταση των κυβερνητικών παραγόντων.
Μελίσα Κουρμπίμπα
Όλοι οι χωριανοί περίμεναν να έρθει η Παρασκευή για να πάνε με το λεωφορείο στα Γιάννενα για το επίδομα και τα καθιερωμένα ψώνια. Εκείνη όμως την Παρασκευή, σύμφωνα με τον οδηγό του λεωφορείου, ήταν το τελευταίο δρομολόγιο. Ο Ζαφείρης και ο Κώστας προθυμοποιήθηκαν να μεταβούν στην πόλη για τα επιδόματα και τις προμήθειες όλων των κατοίκων του χωριού. Δεν επέστρεψαν την επόμενη μέρα, τον Πατέρα, όμως, τον ένοιαζε μόνο ότι ο Χριστόφορος είχε ανεβάσει πυρετό. Μάλιστα, άρχισε να αναρωτιέται τι θα απογίνει το παιδί του, όταν εκείνος φύγει από τη ζωή!
Τρεις μέρες μετά επέστρεψε μόνος του ο Ζαφείρης με τα επιδόματα μειωμένα και την είδηση ότι ο Κώστας αποφάσισε να μείνει στα νέα σπίτια. Το βράδυ, ακούστηκε ένας πυροβολισμός αλλά κανείς δεν ανησύχησε, αφού λόγω της ερημιάς ήταν κάτι που το θεωρούσαν συνηθισμένο.
Δήμητρα Κωνσταντινίδη
Ο Πατέρας αναχώρησε για τα Γιάννενα και αναγκάστηκε να αφήσει τον Χριστόφορο πίσω μόνο του. Η πεζοπορία προς την πόλη ήταν μοναχική και δύσκολη, λόγω της έντονης βροχής. Φτάνοντας στην πόλη πήγε στο σουπερμάρκετ για να προμηθευτεί τα απαραίτητα και χωρίς να το έχει προσχεδιασμένο, αγόρασε δύο βιβλία στον γιο του. Προκειμένου να ανακτήσει δυνάμεις για την επόμενη ημέρα της επιστροφής έμεινε το βράδυ σε έναν ξενώνα για άστεγους. Το πρωί ο δρόμος της επιστροφής ήταν εξίσου δύσκολος και όταν έφτασε στο χωριό προσπάθησε να συνέλθει από όλη αυτή την ταλαιπωρία.
Στη συνέχεια έδωσε στον Χριστόφορο τα βιβλία που είχε αγοράσει για αυτόν. Το αγόρι περιεργαζόμενο το αναπάντεχο αυτό δώρο, εντυπωσιάστηκε από το εξώφυλλο του δεύτερου βιβλίου. Απεικόνιζε άλογα και δύο καουμπόηδες και τότε ήταν που ο Χριστόφορος εξέφρασε την επιθυμία και τη λαχτάρα να ιππεύσει και ο ίδιος ένα άλογο και να ταξιδέψει.
Δέσποινα Μαρούδα
Κεφάλαιο 2ο
Μια χειμωνιάτικη μέρα μέσα στην ερημιά ακούστηκε να έρχεται κάτι και δεν ήταν το λεωφορείο της Παρασκευής. Ο Πατέρας ούτε που θυμόταν πότε ένα αυτοκίνητο είχε επισκεφτεί ξανά το χωριό τους. Όταν άκουσε να χτυπούν την πόρτα του κι έτρεξε να ανοίξει, ο ξένος που στεκόταν αντίκρυ τού συστήθηκε ως υπάλληλος της Υπηρεσίας Στέγασης και Επιδομάτων. Ο Πατέρας τον έβαλε μέσα και του πρόσφερε ένα ποτήρι νερό. Ωστόσο το παλιό φίλτρο και το γρατσουνισμένο ποτήρι έκαναν τον καλεσμένο να μη θέλει να το πιει. Ο Χριστόφορος, καθώς διάβαζε το βιβλίο του άκουγε την συζήτηση του πατέρα του με τον ξένο.
Ο άνθρωπος της υπηρεσίας προσπάθησε να εξηγήσει στον Πατέρα πως η εταιρεία στην οποία δούλευε θα σταματήσει να δίνει χρήματα στο χωριό και η διαβίωσή τους θα είναι δύσκολη. Επιπλέον του πρότεινε να μετοικήσουν στην πόλη, κάτι που πολλοί συγχωριανοί του έκαναν στο παρελθόν, ήταν όμως μάταιο, ο πατέρας ήταν κάθετος, ακόμα και όταν ο ξένος προσπάθησε να μιλήσει με το παιδί του, εκείνος δεν το επέτρεψε. Ο ξένος αποφάσισε να επισκεφτεί και άλλα σπίτια, στην κάτω γειτονιά. Η πρώτη πόρτα που χτύπησε ήταν του Μπάμπη Κολτσέι, αλλά δεν ήξερε πως αυτή του η κίνηση θα του στερήσει τη ζωή. Μετά από πολλή ώρα ακούστηκε ένας πυροβολισμός μέσα στην ησυχία τού μεσημεριού. Η αστυνομία βρήκε μόνο το πτώμα του άντρα της υπηρεσίας, αφού ο Κολτσέι κατάφερε να τους ξεγελάσει και να διαφύγει. Ραφαέλα Μπαλογιάννη
Οι αστυνομικοί επισκέπτονται το χωριό. Αναζητούν τον δολοφόνο και ανακρίνουν τους κατοίκους. Επισκέπτονται τον Πατέρα ο οποίος εξομολογείται πως το θύμα πέρασε από το σπίτι. Συστήθηκε ως Γιώργος Πάσχος, υπάλληλος από την υπηρεσία επιδομάτων και στέγασης. Σκόπευε να μιλήσει με όλους τους κατοίκους για την ανάγκη να φύγουν από το χωριό. Οι αστυνομικοί ρωτούν τον Πατέρα για τον Κολτσέι τον τελευταίο άνθρωπο που συνάντησε ο υπάλληλος. Ο Πατέρας τον παρουσιάζει ως έναν άνθρωπο που έζησε εκεί για 40 χρόνια. Η οικογένειά του πέθανε πριν από την ασθένεια που χτύπησε το χωριό και ζούσε απομονωμένος. Παλιά δούλευαν μαζί στο εργοστάσιο, ώσπου πήρε και εκείνος το επίδομα. Το προτιμούσε από το να μετοικήσει στην πόλη και στα νέα σπίτια.
Οι αστυνομικοί σταματούν να είναι καχύποπτοι απέναντι στον Πατέρα και φεύγουν. Εκείνος περιποιείται τον Χριστόφορο, τον κουρεύει και τον ντύνει για να μεταβούν στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου. Στην εκκλησία μια συζήτηση πραγματοποιείται μεταξύ των κατοίκων που σχεδιάζουν να φύγουν. Στο τέλος της λειτουργίας, οι τέσσερις τους έσπευσαν προς το σπίτι της Λένης και του τυφλού αδερφού της, του Γιώργου. Εκεί η Λένη εξομολογήθηκε πως ήταν βαριά άρρωστη και πως σύντομα ο Γιώργος θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνος του.
Κωνσταντίνα Μπουρνούδη
Κεφάλαιο 3ο
Λίγο καιρό αργότερα, το χωριό αριθμεί πια μόνο πέντε κατοίκους –ο Πατέρας, ο Χριστόφορος, η Λένη, ο Γιώργος και η Αθηνά– και πολύ σύντομα μόλις τρείς– ο Πατέρας, ο Χριστόφορος και η Αθηνά. Στη συνέχεια ο καιρός συνέχισε να κυλάει όπως πριν. Ο Πατέρας έψαχνε στα σπίτια για ξεχασμένα τρόφιμα και άλλου είδους χρηστικά αντικείμενα, ενώ από τη στιγμή που άρχισε να φτιάχνει ο καιρός, ξανά Πατέρας και Χριστόφορος συνέχισαν τις επισκέψεις σε διάφορες μονές της περιοχής.
Χαρά Ντάγκα-Βρεττοπούλου
Ο Πατέρας είχε υποσχεθεί στον Χριστόφορο ότι στις 9 Μαΐου θα πήγαιναν στον Άγιο Χριστόφορο ως δώρο για τη γιορτή του, αλλά το αγόρι αρρώστησε βαριά, με υψηλό πυρετό. Στο μεταξύ η μόνη κάτοικος που είχε απομείνει πέρα από τους δυο τους ήταν η Αθηνά του Κοτσίνη. Δε φρόντιζε πια τον εαυτό της, όλη μέρα γύρναγε στους δρόμους και μιλούσε μόνη της, ενώ όταν συναντούσε τον Πατέρα, φαινόταν σα να μην τον αναγνωρίζει πια. Ήταν φανερό ότι ήθελε να πεθάνει και να γίνει ένα με τον τόπο που είχε πεθάνει καιρό πριν.
Ανδρομάχη Παπαδημητρίου
Ο Πατέρας, θέλοντας να επισκεφτεί τον Αϊ-Λιά μαζί με τον γιο του Χριστόφορο, αντιμετωπίζει δυσκολίες στην διαδρομή. Μια απρόοπτη συνάντηση με τρεις λαθρέμπορους, θα είναι η αιτία να χτυπήσει άσχημα το πόδι του. Η πραγματική απειλή, όμως έρχεται από τους δύο από αυτούς, αφού στο πρόσωπο του τρίτου λαθρέμπορου αναγνωρίζει τον συγχωριανό του, τον Κολτσέι. Αλλά κι εκείνος, μολονότι ανήκει στην ομάδα των παρανόμων, δεν έχει ξεχάσει ότι κάποτε ήταν φίλοι. Χάρη στη δική του σωτήρια παρέμβαση Πατέρας και Χριστόφορος επιστρέφουν ασφαλείς στο χωριό. Οι δυο τους περνώντας χρόνο μαζί στο σπίτι τους βρίσκουν λόγους να ονειρεύονται μια όμορφη ζωή. Αλέσια Σινάνι
Μόνοι πια ο Πατέρας με τον Χριστόφορο συζητάνε για το πώς θα ήθελαν να ζουν και ο νέος εκφράζει την επιθυμία του να ανέβει σε ένα άλογο. Πέντε εβδομάδες μετά τον θάνατο της Αθηνάς ο Πατέρας και ο Χριστόφορος γιορτάζουν οι δυο τους τα Χριστούγεννα στην εκκλησία της «Κοίμησης της Θεοτόκου», όπου ο Πατέρας διαβάζει μια τυχαία σελίδα από την Αγία Γραφή. Ο Πατέρας αναζητά πλέον τρόφιμα σε ένα άλλο χωριό, στο οποίο πηγαίνει με το όπλο στο χέρι. Όταν μια μέρα γυρνά τραυματισμένος, ο νέος εκδηλώνει την ανησυχία του, αφού, όμως, μαθαίνει πως ο Πατέρας τραυμάτισε ή και σκότωσε κάποιον, για να σώσει τη δική του ζωή, δε λέει τίποτα.
Από τότε στα μάτια του Πατέρα υπάρχει απελπισία και μέσα του ένα κενό. Το παιδί τού προτείνει να πάνε στο εκκλησάκι του Αγίου Χριστόφορου. Από εκεί αγναντεύοντας διακρίνουν μια φάρμα με τρία άλογα. Όταν πηγαίνουν να τα δουν από κοντά, γνωρίζουν τη Σοφία, την ιδιοκτήτριά τους. Ο Πατέρας με τη βοήθειά της δένει τον Χριστόφορο σε ένα άλογο κι έτσι το παιδί πραγματοποιεί ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά του, να ιππεύσει. Πατέρας και Χριστόφορος φιλοξενούνται από τη γυναίκα, τρώνε νόστιμο σπιτικό φαγητό και γίνονται για λίγο …οικογένεια! Γεωργία Τσικρίκη
Aκροστιχίδες χαρακτήρων
Φόρης (Γεωργία)
Φοβάται το σκοτάδι
Όταν συζητήθηκε η πρόταση να φύγουν από το χωριό, αρνήθηκε
Ρωτούσε συνεχώς τον πατέρα εάν του είχε αγοράσει κάποιο καινούργιο βιβλίο
Ήθελε να ιππεύσει ένα άλογο
Στο τρίτο έτος της ζωής του έχασε την μητέρα του
Πατέρας (Γεωργία)
Παρασκευές μόνο πηγαίνει στην πόλη
Αναπολεί τις στιγμές που ψάρευε με τον πατέρα του
Του αρέσει που και ο ίδιος έγινε πατέρας
Έχει μόνο τον γιο του
Ρωτούσε τον γιο του εάν μπορούσε να του διαβάσει ένα βιβλίο
Αρνείται να αφήσει μόνο του τον γιο του
Στηρίζει τις αποφάσεις του γιου του
Τασία (Γεωργία)
Τριών ετών ήταν ο γιος της, όταν εκείνη πέθανε
Αρρώστησε βαριά
Στην αρχή δεν είχε καταλάβει πως ήταν άρρωστη
Ιστός θανάτου στοίχειωσε όλο το χωριό
Απεβίωσε πολύ νέα
Πατέρας (Μελίσα)
Πενηντατριών χρονών
Αποφασιστικός
Τρυφερός πατέρας
Ευγενικός
Ρωμαλέος
Αγαπούσε πολύ τον γιο του
Συνεχώς προσπαθούσε να κάνει τα πάντα για τον γιο του
Χριστόφορος (Μελίσα)
Χρειαζόταν τον πατέρα του συνεχώς
Ράγιζε η καρδιά του για τον καθημερινό αγώνα του πατέρα του
Ίσως ήθελε να ταξιδεύσει και να δει τον κόσμο
Σίγουρα ήθελε κάποια στιγμή να ιππεύσει ένα άλογο
Τασία ήταν το όνομα της μητέρας του
Ολιγομίλητος
Φόρης ήταν το χαϊδευτικό του όνομα
Ορφανός από μητέρα
Ρωτούσε τον πατέρα του αν μπορεί να του πάρει βιβλία
Όφειλε στον πατέρα του ένα μεγάλο «ευχαριστώ»
Σωστά συμπεριφερόταν πάντοτε απέναντι σε όλους
Χρίστος (Μελίσα)
Χάριζε τα πάντα για να επιστρέψει η κόρη και η γυναίκα του
Ράγιζε η καρδιά του που ήταν ολομόναχος σε αυτόν τον κόσμο
Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να δώσει τέλος στην ζωή του
Στενοχωριόταν κάθε μέρα που δεν είχε κανέναν δίπλα του
Το μόνο μέρος που ήθελε να βρίσκεται ήταν το σπίτι του
Όνειρό του ήταν να γίνουν όλα όπως παλιά
Σεβαστός από όλους
Τασία ( Χαρά Γκ.)
ΠΡΩΤΟ ΘΥΜΑ
ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
ΒΑΡΙΑ ΑΡΡΩΣΤΗ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΗΤΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Πατέρας (Δέσποινα)
Προστατευτικός απέναντι στον ανάπηρο γιο του
Αποφασίζει να μείνει στον τόπο του, για χάρη του παιδιού του
Του λείπει η γυναίκα του
Εφευρίσκει τρόπους για την καλύτερη διαβίωσή τους
Ρισκάρει μένοντας μόνος με τον γιο του στο χωριό
Αγοράζει βιβλία στον γιο του
Στοργικός πατέρας
Χριστόφορος (Δέσποινα)
Χρειάζεται τη βοήθεια του Πατέρα στην καθημερινότητά του
Ρωτάει για την μητέρα του
Ιδιαίτερος ο τρόπος που σκέφτεται
Συνεχώς διαβάζει βιβλία
Τετραπληγικός από τη γέννησή του
Ορφανός από μητέρα
Φοβάται το σκοτάδι
Ονειρεύεται να ιππεύσει άλογο
Ραγίζει η καρδιά του στη σκέψη να φύγει από το χωριό
Όλος του ο κόσμος ο πατέρας του
Σε ηλικία τριών χρονών χάνει τη μητέρα του
Τασία ( Δέσποινα)
Την βλέπουν πια μόνο από φωτογραφίες
Αφήνει ορφανό τον γιό της σε ηλικία τριών ετών
Συνέπεια της αρρώστιας της, ήταν η δυσπλασία του παιδιού της
Ίσως ο γιος της να μην τη θυμάται πλέον
Από τα πρώτα θύματα της οικολογικής καταστροφής στην περιοχή
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μια ιστορία... (Χαρά Ντάγκα)
Ήτανε ο ταλαιπωρημένος ο Πατέρας
με τον Χριστόφορο που προσπαθούσε
να τα βγάλουν πέρα.
Δυσκόλευαν οι εποχές κάθε τόσο που έφευγε
κάποιος από το χωριό. Ο κόσμος χάθηκε. Το χωριό
ερήμωσε…
Όσο αγνοί είναι οι άνθρωποι της περιοχής
τόσο καταστροφική η κλιματική αλλαγή.
Καταστρέφεται η γη από το άγριο το κλίμα.
Παρόλες τις δυσκολίες η δίψα του Χριστόφορου
για γνώση έδινε δύναμη σε όλους.
Ελπίδα.
Ελπίδα είναι η αγνότητα του Χριστόφορου.
Η όρεξή του για καλπασμό.
Κάλπαζε στα όμορφα τα άγρια βουνά
ξεφεύγοντας από τον ίσκιο του.
Αγάπη.
Αγάπη είναι η όρεξη και η δίψα του Χριστόφορου
για μάθηση. Αλλά και η κατανόηση που δείχνει.
Ήταν πάντα εκεί, ο ταλαιπωρημένος Πατέρας
στον καταπράσινο τόπο με τα ψηλά δέντρα
και το μαύρο νερό.
Δεν τον κούραζε ο Χριστόφορος στη ράχη του
ούτε ο αγώνας που έδινε για το παιδί του
μα η ζωή που λιγόστευε.
Κάθε φορά που κάποιος έφευγε
μεγάλωνε το πείσμα μα κι η θλίψη
για το χωριό που ερήμωνε.
Μαύρο νερό (συλλογικό, βασισμένο στην ιδέα της Χαράς Ντάγκα)
Στους λιγοστούς κατοίκους που απομείναν
ζωή προσφέρανε οι αναμνήσεις
και οι σκιές στους τοίχους.
Εκείνοι που έκαναν μαύρο το νερό
επέστρεψαν με σκοτεινό το βλέμμα.
Τους έδιωξαν.
Δεν καταλάβαιναν τις αναμνήσεις.
Και για την καταστροφή που έφεραν
δε ζήτησαν συγγνώμη.
Κι όμως ήταν εκεί η Αγάπη.
Έβγαζε ανθούς η καρδιά του Πατέρα,
όταν αντάμωνε τα μάτια του Χριστόφορου.
Πλημμύριζε από αγάπη.
Έλαμπε από φως το πρόσωπο του νέου
σαν ίππευε το άτι του παραμυθιού.
Αγνότητα και αγάπη.
Κι όταν γυρίσαν γρήγορα οι σελίδες,
φάνηκε το άλογο από μακριά
-και, αληθινά, χαμογελούσε.
Ίππευσε τότε ο νέος, πιο δυνατός από ποτέ,
και κάλπασε περήφανος στα άγρια βουνά
αφήνοντας πίσω του τον ίσκιο του.
Τότε στάθηκε πλάι στην Αγάπη η Ελπίδα
Όνειρο κακό (Γεωργία)
Πόρτα την πόρτα χτυπώ
Μα ποιος να ανοίξει
Το σπίτι είναι παλιό
Κανένας δε μένει πια εδώ
Νερό ζητώ, διψώ
Αλλά, αλήθεια, φοβάμαι
Μη με σκοτώσει κι αυτό
Τη λίμνη θέλω να δω
Μα με την καταστροφή
χάθηκε η ομορφιά κι εκεί
Δεν μπορώ να κουνηθώ
Νιώθω ανάπηρος κι εγώ
Από το όνειρο ξυπνώ
Κι ήταν όνειρο κακό
Όλοι πρέπει να ξυπνήσουμε
Τον κόσμο να ευαισθητοποιήσουμε
Για το πρόβλημα
το περιβαλλοντικό
Δεν θέλω κάποια μέρα
το χωριό μου
να καταλήξει σαν αυτό
στο «Μαύρο Νερό».
Τα άψυχα αποκτούν φωνή
και μας διηγούνται
την ιστορία τους...
Το παλιό εργοστάσιο μιλά….
Τι όμορφες εποχές! Πόσος κόσμος! Τα αφεντικά, οι διοικητικοί υπάλληλοι, οι εργάτες, οι συνεργάτες, οι προμηθευτές! Και πόση κίνηση, πόσος θόρυβος! Αυτοκίνητα, φορτηγά, μηχανήματα πήγαιναν και έρχονταν, μετέφεραν, άδειαζαν και πάλι από την αρχή. Ένα μελίσσι από ανθρώπους που ακούραστα και αγόγγυστα έκαναν κάθε μέρα τα ίδια πράγματα με τους ίδιους ρυθμούς. Κι όλοι με αγαπούσαν, γιατί χάρη σε εμένα μπορούσαν να θρέψουν την οικογένειά τους, μπορούσαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, μπορούσαν να έχουν μια όμορφη ζωή. Μέχρι που ήρθε η εγκατάλειψη, η ερήμωση, ο θάνατος. Κανένα ίχνος ζωής πουθενά, κανένας ήχος ούτε από ανθρώπινες φωνές ούτε από μηχανές. Ήρθε ο θάνατος… και με στοίχειωσε!
Η λίμνη Ζαραβίνα μιλά... (Γεωργία)
Κάποτε ήμουν γαλάζια και κρυστάλλινη, δεν υπήρχε κανείς που δε θαύμαζε ή δεν ψάρευε σε εμένα. Κάποτε ζούσαν μέσα μου ψάρια κάθε λογής, μικρά - μεγάλα μα πάνω από όλα νόστιμα. Μου άρεσε να με θαυμάζουν και να παίζουν στα νερά μου, να κάθονται στις όχθες μου και να μοιράζονται μαζί μου τα όνειρά τους για το μέλλον.
Τώρα όλα έχουν αλλάξει. Κανένας πια δε με θαυμάζει, πώς θα μπορούσε άλλωστε;. Το χρώμα μου δεν είναι πλέον ζηλευτό ούτε έχω ψάρια για παρέα! Τώρα πια είμαι βρώμικη και άσχημη.
Αλλά και οι άνθρωποι δεν μοιράζονται πια τις στιγμές τους μαζί μου. Με έχουν αφήσει μόνη μου!
ΓΙΑΤΙ;
Γιατί δεν έρχονται πια οι άνθρωποι να με επισκεφτούν;
Γιατί τα νερά μου είναι βρώμικα;
Γιατί έχω μείνει μόνη μου; ΓΙΑΤΙ;

Η λίμνη Ζαραβίνα μιλά... (Αλέσια)
Τα γαλάζια μου νερά, γοητεύουν τους πάντες. Το πράσινο τοπίο γύρω μου κι εγώ συνθέτουμε μια σπάνια ομορφιά. Τα μικρά ψαράκια που ζούνε στα ρηχά και στα βαθιά νερά μου με κάνουν να αισθάνομαι πως είμαι πηγή ζωής! Δηλαδή ήμουν πηγή ζωής…
Τώρα πια δεν μπορώ να αισθάνομαι έτσι. Τώρα πια είμαι ένα… δηλητήριο!
Θυμάμαι μικρά παιδάκια να παίζουν στις όχθες μου. Θυμάμαι ανθρώπους να κάνουν ανέμελες βαρκάδες στα πεντακάθαρα νερά μου. Θυμάμαι ζωάκια να ξεδιψούν πίνοντας το κρυστάλλινο νερό που τους πρόσφερα.
Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Μετά την καταστροφή της περιοχής μολύνθηκα! Αν κάποιος πιει απ’ το νερό μου, δε θα αντέξει για πολύ. Τα μικρά ψαράκια μου είναι μολυσμένα κι αυτά! Όλοι με αποφεύγουν πλέον. Με κοιτάζουν από μακριά και θαυμάζουν την κάλπικη ομορφιά μου. Μόνο αυτό μου απέμεινε.
Εγώ όμως θέλω να γίνουν όλα όπως πριν! Θέλω τη ζωή ξανά, δεν μπορώ τη μοναξιά!
Μακάρι…
Μακάρι να μπορούσα να καθαρίσω το πικρό δηλητήριο που με άλλαξε! Μακάρι…
Η λίμνη Ζαραβίνα μιλά... (Ανδρομάχη)
Κάποτε εδώ πρωτοστάτησα εγώ, η Λίμνη Ζαραβίνα, αναδεικνύοντας έναν κόσμο γεμάτο ζωή και χαρά. Άνθρωποι έτρεχαν γύρω μου καθημερινά, ενθουσιασμένοι να απολαύσουν τα νερά μου, χαρούμενες φωνές από μικρά παιδιά, χαρούμενα πρόσωπα. Ο υδροβιότοπός μου φιλοξενούσε πλήθος ζώων και πτηνών, ενώ συχνά ψαράδες αναζητούσαν τροφή στα βάθη μου.
Αλλά μετά τις γεωτρήσεις, ο κόσμος μου άλλαξε. Η ζωή στα ύδατά μου εξαφανίστηκε κι εγώ νιώθω νεκρή σαν να μην υπάρχω πλέον. Αλλά και οι άνθρωποι που κάποτε με θαύμαζαν και με επισκέπτονταν καθημερινά με ξέχασαν, σπάνια έρχονται πια να με δουν. Εγώ, όμως, εξακολουθώ να είμαι εδώ, περιμένω να επιστρέψει η ζωή και η ομορφιά μου…
Μια βρύση μιλά... (Χαρά Ντ.)
Ήμουν πάντα εκεί, από όταν υπήρχε ακόμα αυτή η ζωντάνια στους ανθρώπους, όταν δεν υπήρχε ο φόβος ούτε η απόγνωση. Χρόνια τώρα ο κόσμος άρχισε να «χάνεται» ολοένα και περισσότερο. Να χάνονται, να φεύγουν, να εξαφανίζονται. Δίχως φωνή. Η τόσο μεγάλη θλίψη τους μετά από αυτό που είχε συμβεί έκανε το βάρος ασήκωτο … Απλά, κάποια στιγμή, μέχρι και αυτοί που παρέμειναν στο χωριό, σταμάτησαν να με επισκέπτονται. Σταμάτησαν να έρχονται με όλη αυτή τη χαρά και τη ζωηράδα που με συνέπαιρνε. Όσο κι αν είχαν ανάγκη το νερό μου, δεν τολμούσε κανείς πια να πλησιάσει για να τους δώσω αυτό που άλλοτε ήταν πολύτιμο αγαθό!
Ένα άδειο σπίτι μιλά... (Δήμητρα)
Όλα ήταν όμορφα παλιά… Φωνές μικρών παιδιών ακούγονταν παντού! Όταν έτρεχαν έξω για παιχνίδι από πίσω τους έτρεχαν οι γονείς τους με τα μπουφάν τους στα χέρια. Ακόμη, νομίζω ότι ακούω τους ήχους από τις παιδικές φωνούλες. Παιδιά να φωνάζουν «μαμά;», «μπαμπά;» κι εκείνοι «Μαρία, πλύνε τα δόντια σου, πριν πέσεις για ύπνο». Το περπάτημα, τον ήχο της τηλεόρασης, τον θόρυβο του σεσουάρ, όλα τα άκουγα! Αισθανόμουν κι εγώ μέρος αυτής της οικογένειας. Μου άρεσε τόσο, που παρακαλούσα να μη σταματήσει ποτέ αυτό το συναίσθημα που ένιωθα.
Όλα αυτά όμως άλλαξαν… Εξαιτίας κάποιας αρρώστιας που «πολιορκούσε» το χωριό μου, κάθε ήχος σταμάτησε. Δεν υπήρχαν πια ούτε φωνές ούτε γέλια. Δεν ακουγόταν τίποτα. Μόνο το θρόισμα των φύλλων που με το φύσημα του αέρα πάλλονταν, όπως οι καρδιές πριν συμβεί το κακό.
Και τώρα; Τώρα επικρατεί μόνο νεκρική σιγή. Είμαι πλέον άδειο, ένα ερείπιο χωρίς ίχνος ζωής μέσα μου. Μαζί με τους ανθρώπους που έφυγαν χάθηκε κι ένα κομμάτι από την ψυχή μου.
Αλλαγή της παραγράφου
με τη χρήση συνωνύμων
Όλη τη νύχτα έβρεχε ασταμάτητα και δυνατά, και από την πλαγιά στο Ανήλιο μεγάλες πέτρες ξεκόλλησαν και κύλησαν στο δρόμο. Το πρωί η βροχή έκοψε, αλλά ο ουρανός ήταν βαρύς, πλάκωνε το χωριό και τα βουνά. Έφαγαν το μισό ψωμί που είχε πάρει χτες από την πόλη και πήραν το άλλο μισό για το δρόμο, μαζί με δυο παγούρια νερό από τη δεξαμενή που είχε φτιάξει ο Πατέρας στην πίσω μεριά του σπιτιού. Ήταν πάνω από τη μέση γεμάτη και θα γέμιζε κι άλλο, γιατί ήταν η εποχή των βροχών. Έπιναν νερό μόνο από κει ωσότου να σωθεί και η τελευταία σταγόνα, αλλά κάποια στιγμή, τους πολλούς μήνες της ξηρασίας, η δεξαμενή στέρευε.
Μαύρο Νερό, σελ. 17
Ολόκληρο το βράδυ έπεφτε βροχή χωρίς σταματημό και με πολλή δύναμη, και από την πλαϊνή πλευρά στο Ανήλιο όχι μικροί βράχοι αποκολλήθηκαν και στριφογυρνώντας κατέληξαν στο οδόστρωμα. Το ξημέρωμα η βροχή καταλάγιασε, αλλά το ουράνιο στερέωμα ήταν μουντό, έκρυβε τον οικισμό και τα όρη. Κατανάλωσαν το ½ από το καρβέλι που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα από την πρωτεύουσα και κράτησαν το υπόλοιπο ½ για τη διαδρομή, μαζί με δυο φλασκιά νερό από τη δεξαμενή που είχε κατασκευάσει ο Πατέρας στην όπισθεν πλευρά της οικίας. Ήθελε ακόμη για να γίνει πλήρης και θα το πετύχαινε, διότι ήταν η περίοδος των βροχών. Ξεδιψούσαν αποκλειστικά από τη δεξαμενή μέχρι που δεν είχε πια νερό, κάτι που συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, όταν έκανε πολύ καιρό να βρέξει.
Όλο το βράδυ έβρεχε αδιάκοπα και έντονα, κι από την πλαγιά στο Ανήλιο ογκώδεις πέτρες ξεκόλλησαν και κύλησαν στον δρόμο. Το πρωί η βροχή σταμάτησε, αλλά ο ουρανός ήταν μουντός, σκέπαζε το χωριό και τα βουνά. Έφαγαν το μισό ψωμί που είχε πάρει χθες από την πόλη και πήραν το άλλο μισό για τον δρόμο, μαζί με δύο παγούρια νερό από τη δεξαμενή που είχε φτιάξει ο πατέρας στην πίσω μεριά του σπιτιού. Ήταν μισογεμάτη και θα γέμιζε κι άλλο, γιατί ήταν περίοδος βροχοπτώσεων. Έπιναν νερό μόνο από εκεί μέχρι να σταματήσει και η τελευταία σταγόνα, αλλά κάποια στιγμή, από τους πολλούς μήνες ξηρασίας η δεξαμενή έπαυε να έχει νερό. Δέσποινα
Σχολιασμός των ηρώων
&
των σχέσεων που αναπτύσσουν
Ο τρόπος που αναπτύσσεται η σχέση του Πατέρα και του Χριστόφορου μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και την θεωρώ άξια μνείας. Ο ένας κρατιέται από την αγάπη του για τον άλλο, μια αγάπη συγκινητική και ανυπέρβλητη, μια αγάπη που εκδηλώνεται σιωπηλά μέσα από τις πράξεις και των δύο ηρώων. Πράξεις φαινομενικά ασήμαντες που όμως μετατρέπονται σε σημαντικές.

Μια συνηθισμένη δουλειά, όπως η αλλαγή του φίλτρου του νερού, παύει να υλοποιείται μηχανικά και είναι πλέον τελετουργία. Το μπάνιο του Χριστόφορου μετατρέπεται σε ιεροτελεστία, ενώ το κόψιμο των νυχιών του υπερβαίνει την πρακτική ανάγκη και αποκτά υπερφυσική διάσταση.
Εν τέλει ο Πατέρας στέκει αγέρωχος μαζί με τον γιο του και υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά τους και την επιθυμία τους να παραμείνουν στον τόπο τους, ο οποίος για αυτούς σημαίνει κάτι περισσότερο από ένα σπίτι, σημαίνει την ίδια τους την ύπαρξη και την ταυτότητά τους.
Ηλιάνα
Το φανταστικό διώνυμο
Βιβλίο - λίμνη
Ήταν 2007, όταν η Μελία εξαφανίστηκε… Έλειπε για δύο εβδομάδες και δεν είχε δώσει κανένα σημάδι ζωής…
Η Μελία ήταν πολύ όμορφη. Δυο γαλάζιες λίμνες στα καταγάλανα μάτια της, η ολόχρυση άμμος στα κατάξανθα μαλλιά της.
Η Μελία πάντα διάβαζε, της άρεσε να διαβάζει βιβλία και να ταξιδεύει στον κόσμο των ηρώων τους, να ζει μαζί τους τις δικές τους περιπέτειες. Έτσι ξεχνούσε τα δικά της προβλήματα και ήταν ξέγνοιαστη.
Η Μελία είχε μόλις κλείσει τα δεκάξι… μα δεν πρόλαβε να ζήσει τη ζωή της.
Βράδυ Σαββάτου, 16.06.2007 βρέθηκε το αγαπημένο της βιβλίο στις όχθες της λίμνης, που ήταν το στολίδι της περιοχής. Η μητέρα της, μόλις το έμαθε, κατέρρευσε. Βαθιά μέσα της κάτι της έλεγε πως το μικρό της κοριτσάκι είχε πάθει κακό. Λίγο αργότερα ένας νεαρός τουρίστας βρήκε το μαντήλι που φορούσε στα μαλλιά. Και όχι πολύ πιο μετά το άψυχο κορμάκι της αναδύθηκε στην επιφάνεια της λίμνης…
Ραφαέλα
Όμιλος Φιλαναγνωσίας και Δημιουργικής γραφής ΓΕΛ Αγιάς
"Οι Δωτιείς και ο μαγικός κόσμος του βιβλίου":
Χρυσακοπούλου Ευαγγελία ΠΕ02 (συντονίστρια)
Γκουντούλα Μαρία ΠΕ02
Γκαλιάκη Χαρά
Γκίτσι Ηλιάνα
Κουρμπίμπα Μελίσα
Κωνσταντινίδη Δήμητρα
Ντάγκα-Βρεττοπούλου Χαρά
Μαρούδα Δέσποινα
Μπαλογιάννη Ραφαέλα Γεωργία
Παπαδημητρίου Ανδρομάχη
Τσικρίκη Γεωργία
Χαρά Γκαλιάκη


- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $12.59+) -
BUY THIS BOOK
(from $12.59+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!