Υπεύθυνη Εκπαιδευτικός: Μαρία Φιολιτάκη
Σκίτσο Εξωφύλλου: Εβελίνα Κουτεντάκη, Β΄ Λυκείου

Ελένη Λεμονάκη
«Γρηγοριανό έτος»(2ο Βραβείο στην κατηγορία Διήγημα-Λυκείου στον 40ο Παγκρήτιο Διαγωνισμό Διηγήματος και Ποίησης του Συνδέσμου Φιλολόγων Νομού Χανίων).
Κίτρινη Ημέρα
Σήμερα είναι μια κίτρινη μέρα. Το φως του ήλιου μπαίνει κρυφά από το παράθυρο, στριφογυρίζοντας στο πάτωμα σαν φίδι. Έξω, η φυλλώδης ψευδοκαρυδιά τινάζεται στον αέρα.Για να είμαι ειλικρινής, δεν γράφω. Κι όταν το κάνω, τις περισσότερες φορές πρόκειται για καταγραφή γεγονότων. Στην πόλη δεν είχα χρόνο για ποίηση ή όμορφα λόγια. Κανείς δεν ήθελε όμορφα λόγια⸱ ούτε τα περίμενε από εμένα. Αλλά τώρα, μόνος με την κρύα πέτρα, το ψυχρό κίτρινο φως και τα κίτρινα φίδια του ήλιου, έχω χρόνο.
Ακούω ένα βουητό στον ανήσυχο αέρα. Ολόκληρη η αίθουσα είναι νευρική. Όλοι περιμένουμε τη μετάδοση της είδησης για τον στρατηγό Κομπάρντ. Οι φρουροί φοβούνται μήπως ξεσπάσουν διαμαρτυρίες μεταξύ των κρατουμένων για τη σύλληψη του Στρατηγού. Μόλις εκείνος φτάσει, θα ξεθωριάσει στο βάθος, σα μια ακόμη ζέβρα με άσπρες και μαύρες ρίγες πιεσμένη στον τοίχο.
Κρυμμένος καθώς είμαι στον περιορισμό, δεν με νοιάζει τίποτα για τον κόσμο.
Κρύα μέρα
Σήμερα κρυώνω. Πάει καιρός από τότε που έγραψα τελευταία φορά. Δεν μου αρέσει να γράφω. Το χέρι μου τρέμει όπως και η ανάσα μου και το μυαλό μου ξεχνάει τις λέξεις που είχα συνθέσει τόσο προσεκτικά μόλις λίγες στιγμές πριν. Ότανζούσα ακόμη στην Ομοσπονδιακή Περιφέρεια, υπαγόρευα ότι γεγονότα συνέβαιναν. Μια γραμματέας με λεία μαλλιά και σφιχτό φουλάρι στο λαιμό, έγραφε, τόσο γρήγορα που νόμιζες ότι τα δάχτυλά της θα άρπαζαν φωτιά.
Ανακάλυψα ότι τα μισοκαμμένα φυτίλια κεριών που έχουν ξεραθεί στον ιδανικό βαθμό, δημιουργούν ένα υπέροχο μολύβι. Για πολλές ώρες πειραματιζόμουν. Έσπασα ένα κερί, τράβηξα το φυτίλι και έγειρα πάνω από τη φλόγα που τρεμόπαιζε. Τα μάτια μου έκαιγαν και το κερί κάπνιζε στο πρόσωπό μου, μετά από πολλές προσπάθειες, είχε πλέον κάψει τέλεια.
Αφού καεί, αφήνω το φυτίλι δίπλα στο παράθυρο.Το κρύο θα κατέβει από τα βουνά, όταν οι τρόφιμοι θα διασκορπιστούν στην αυλή και η μπουγάδα θα μαστιγώνει τον αέρα σαν κουρασμένα σύννεφα — και τότε το μολύβι μου δημιουργείται.
Και έτσι γράφω.
Έχω το χαρτί — μου φέρνουν το φαγητό τυλιγμένο σε καφετί χαρτί. Μερικέςφορές ο φύλακας φέρνει ένα πακέτο από τους συναδέλφους μου ή τη γυναίκα μου και τον γιο μου⸱ μα αυτό το τυλίγουν σε εφημερίδα.
Μπλε Ημέρα
Σήμερα είναι μπλε -βαθύ μπλε. Σιδερένιος κι απρόσωπος ο ουρανός.
Κάτι θα έρθει σύντομα: μια καταιγίδα, ένας τυφώνας από την παραλία, ίσως ακόμα και χιόνι. Ο άνεμος θα μαζέψει και θα πετάξει τα εργαλεία και τα παγκάκια στην αυλή σαν χρησιμοποιημένα παιχνίδια.
Δεν μπόρεσα να γράψω για τα πακέτα μου την προηγούμενη φορά, γιατί μου έφεραν καινούργια και έτρεξα να κρύψω τα λιτά μου σεντόνια μη τυχόν και τα προσέξουν οι φρουροί και γίνουν περίεργοι. Ας δώσει ο Θεός να μη μου πάρουν την μοναδική ψυχαγωγία μου …
Τα δέματά μου έρχονται με το χαρτί σκισμένο και ανοιχτό σε διάφορα σημεία επειδή σε διαφορετικούς σταθμούς τα ελέγχουν. Μερικές φορές, ανη οικονόμος μου Σενιόρα Μοράλες, στείλει τη μαρμελάδα της, λείπει το καπάκι (το κασσίτερο είναι πολύτιμο) και μια σέσουλα στο μέγεθος δακτύλου έχει εξαφανιστεί.
Επόμενη μέρα
Σήμερα είναι ημέρα πακέτου. Οι φρουροί δεν έχουν φέρει ακόμα τα πακέτα μου, αλλά όποτε έρχονται προσεύχομαι να μην λείπει τίποτα.
Οι φύλακες δεν περνάνε καλύτερα από μας. Είναι φίλοι μου —μερικοί από αυτούς. Ο Χοσέ ο κοκκινομάλλης είναι ο καλύτερος, και, όταν είναι σε υπηρεσία, η μαρμελάδα είναι ανέπαφη. Ο Αζούλ είναι αυτός που είναι πάντα λυπημένος. Αυτοί οι δύο, και ο «Μονοφρύδης», όπως τον αποκαλώ, είναι οι καλοί.
Αλλά όταν ο Ντιάμπλο ή ο Ρότε είναι σε υπηρεσία, έχω το κεφάλι μου σκυμμένο. Είμαι αμίλητος, κι αν είναι στις καλές τους, με αφήνουν ήσυχο.
Ο στρατηγός κατέφτασε χθες, την Μπλε Ημέρα. Παρέλασαν προς τιμήν του, τον έφεραν με καροτσάκι και τον τράβηξαν μέσαστην αυλή της φυλακής, όπου όλοι εμείς οι εξορισμένοι μπορούσαμε να τον κοιτάξουμε από ψηλά. Ήταν μια συναρπαστική ημέρα• όχι όμως τόσο για να την χαρακτηρίσω κόκκινη.
Ο ουρανός μπλε ήταν.
Γκρίζα Ημέρα
Είναι καταιγιστικό, όπως είπα. Το παράθυρό μου έχει τρεις μεταλλικές ράβδους, τίποτα άλλο. Μπορώ μόνο να παρακολουθήσω την ψευδοκαρυδιά μου να λυγίζει και να λικνίζεται κάτω από το βάρος των σύννεφων, χαμηλώνοντας μέχρι να ακούσω ράγισμα. Είναι σαν να ακούω το δέντρο να ουρλιάζει.Το φίδι επέστρεψε.
Το πάτωμα μεταμορφώνεται σε φίδι όταν το φως κατευθυνθεί με τον σωστό τρόπο. Υπάρχει μια εσοχή στο πάτωμα. Νομίζω ότι ο άντρας πριν από εμένα το έκανε. Το σχεδίασε έτσι ώστε να είναι αόρατο όταν το φως είναι ατελές. Αλλά σήμερα — κατά τη διάρκεια του κεραυνού, όπως και την Κίτρινη ημέρα, μπορώ να δω το φίδι.
Είναικουλουριασμένο, ήρεμο και δυνατό. Ο λαιμός του είναι τοξωτός τόσο ελαφρά - ποτέ δεν ήταν τόσο ελαφρά. Το κεφάλι του, σε σχήμα ρόμβου, ευέλικτο και θανατηφόρο. Όταν είμαι σε μια από τις κίτρινες διαθέσεις μου, τις τρελές μου διαθέσεις, νομίζω ότι τρέχει κρυφά προς τα εμπρός, βγάζει τη γλώσσα, πλησιάζει όλο και πιο κοντά για να μου δώσει ένα φιλί.
Άσπρη μέρα
Είναι επίσης η μέρα των πουλιών. Νιώθω ένα δροσερό αεράκι στο πρόσωπό μου και βλέπω τα σύννεφα να κυλούν νωχελικά πίσω από τη ψευδοκαρυδιά όσο αφουγκράζομαι τις φλαμανδικές κίσσες να ζευγαρώνουν και να τραγουδούν μακριά από τους τοίχους της φυλακής.
Πόσο θα ήθελα να ήμουν αυτό το πτηνό, να πετάω ψηλά πέρα από αυτές τις ράβδους και μακριά από τους τοίχους που πονάνε τα μάτια μου. Θα ‘θελα να είμαι ελεύθερος, έστω για μια νύχτα και ας ξέρω ότι θα επιστρέψω στο ίδιο και απαράλλαχτο κελί μου…
Εμείς είμαστε τα πουλιά, οι κίσσες και τα ορτύκια. Είμαι ένα ωδικό πουλί, ελεύθερος αλλά φυλακισμένος. Μια μέρα, η τρέλα μου θα υποχωρήσει, θα γίνω πουλί για πάντα. Μια μέρα.
Πράσινη μέρα
Έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που έγραψα. Τα δέματά μου σταμάτησαν να έρχονται και άρχισαν να τυλίγουν το φαγητό με αλουμινόχαρτο, επειδή υπήρχε υπερχείλιση σε ένα εργοστάσιο. Το αλουμινόχαρτο δεν μπορεί να συγκρατήσει τα σημάδια του μολυβιού μου.
Οι μουσώνες έχουν φύγει και η υπέροχη μεξικάνικη ζέστη του βουνού κυλάει προς τα δω. Μ’ αρέσει περισσότερο από το κρύο. Η ψευδοκαρυδιά ορφάνεψε από φύλλα για ένα διάστημα, αλλά σήμερα είναι μια πράσινη μέρα :μπορώ να δω το πράσινο να επανέρχεται. Είναι όμορφο.Άλλο ένα καλό.
Η καταιγίδα έσπασε ένα κλαδί στο δέντρο μου και παρόλο που το γεγονός αυτό ήταν θεωρητικά κάτι αρνητικό, ανάγκασε το δέντρο να δυναμώσει. Κάθε μέρα πλησιάζει όλο και περισσότερο στο παράθυρό μου. Ελπίζω ότι μέχρι να έρθει ξανά η εποχή των πεκάν, θα είναι αρκετά κοντά για να ικανοποιήσω την πείνα που μας μαστίζει όλους εδώ.
Ο στρατηγός Κομπάρντ μεταφέρθηκε στο κελί απέναντι από το δικό μου πριν από λίγες μέρες. Αν και αυτή είναι η λεγόμενη τρελή πτέρυγα, δεν είναι τρελός - δεν κραυγάζει όπως κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι. Μερικές φορές τραγουδάει. Μπορώ να τον ακούσω αν ακουμπήσω το αυτί μου πάνω στο αυλάκι της πόρτας μου. Τραγουδάει για αγάπη και έρωτες. Τις περισσότερες όμως φορές ή μένει σιωπηλός ή απαγγέλει ποίηση τόσο σιγανά, που κανένας δεν αναγνωρίζει το νόημα των ψιθύρων του.
“Αν κανείς δεν ξέρει γιατί γελάμε,
ούτε γιατί κλαίμε.
Αν κανείς δεν ξέρει γιατί ζούμε,
ούτε γιατί φεύγουμε”
Μακάρι να μπορούσα να ρωτήσω τον λόγο που είναι εδώ. Οι περισσότεροι φαίνεται ότι είναι τρελοί. Η τρέλα και η θλίψη τους έκανε επικίνδυνους.

Αυτό που έκανα για την εταιρεία μου —τον εργοδότη μου, με έφερε εδώ. Οι άλλοι κρατούμενοι είναι εδώ για φόνο, εμπρησμό, κλοπή… και λοιπά. Είναι απλώς εγκληματίες. Εμείς, οι τρελοί, ψηλά στα κλειστά φτερά της μεξικάνικης αυτής φυλακής, είμαστε τα ωδικά πουλιά, τα φίδια, αυτά που όλοι φοβούνται. Ίσως να ντρέπονται για εμάς.
Έχω αρκετό χαρτί σήμερα και ένα μακρύ μολύβι από χθες. Ο Χοσέ μου δώρισε ένα ψηλόλιγνο κερί. Μου είπε, αν μπορέσει, θα μου φέρει ένα αληθινό μολύβι, με αληθινό χαρτί. Τον συμβούλεψα να μην ασχοληθεί. Αν ο Ρότε υποψιαστεί κάτι, θα υποφέρουμε και οι δύο.
Κίτρινη Ημέρα
Σήμερα είναι μια κίτρινη μέρα, όχι λόγω του φωτός, μα γιατί νιώθω έναδιαφορετικό ξόρκι τρέλας να πλησιάζει. Το δέντρο και το φίδι θα με παρακολουθούν και θα φροντίζουν να μην πληγώσω τον εαυτό μου.
Θα δώσω τα χαρτιά μου στο φίδι. Θα τα προστατέψει, να μην τα σκίσει ο τρελός μέσα μου. Το φίδι θα τα αγκαλιάσει σφιχτά, και αφού τελειώσουν όλα, θα μου δώσει ένα φιλί όταν έρθει η ώρα να τα πάρω πίσω.
Καραγιαννοπούλου Νάγια
«Μέχρι το τέλος» (Επιλεγμένο προς δημοσίευση διήγημα στην συλλογική έκδοση διηγημάτων μαθητών Γυμνασίων και Λυκείων με πρωτοβουλία της Συμβούλου των Φιλολόγων Λ. Καλοκύρη).
Οι βόλτες στη παραλία κάθε Κυριακή μεσημέρι ήταν κάτι δικό μας. Τα επιτραπέζια παιχνίδια κάθε Παρασκευή βλέποντας την αγαπημένη μας ταινία, ήταν επίσης κάτι δικό μας. Οι σελιδοδείκτες που μαζεύαμε από κάθε μέρος που πηγαίναμε για να τους δώσουμε ο ένας στον άλλον, δικοί μας. Τα σημειώματα κάθε Δευτέρα στο ψυγείο με το αγαπημένο σου απόφθεγμα• και αυτό δικό μας. Το παγκάκι που καθόμουν, όταν σε πρωτογνώρισα εκεί που μου έκανες και την πρόταση γάμου• δικό μας και πάλι δικό μας.
Με το πέρασμα των χρόνων είχαμε μαζέψει τόσα πράγματα που ήταν δικά μας. Μας ανήκαν κατά κάποιο τρόπο.
Ακόμα θυμάμαι τη πρώτη φορά που σε γνώρισα, που με πλησίασες. Θυμάμαι την πρώτη σου κουβέντα. Ήρθες κοντά με ένα βιβλίο στο χέρι (όπως πάντα) και αυτοσυστήθηκες. Μου φάνηκε περίεργο δε λέω, αλλά γοητευτικό. Με ρώτησες το όνομά μου• σου το είπα. Μετά με ρώτησες αν μ’ αρέσει και εμένα να διαβάζω και σου είπα ναι. Τέλος μου ζήτησες να βγούμε.
Έτσι, τόσο απλά ξεκίνησαν όλα. Ξεκίνησε η ιστορία μας. Κάθε φορά που συναντιόμασταν μαζεύαμε στιγμές, αναμνήσεις. Και κάθε φορά που χωριζόμασταν επανέρχονταν σαν ταινία μες το μυαλό μου.
Ούτε χρόνος δεν πέρασε και μου ζήτησες να συζήσουμε. Είπα ναι. Τον επόμενο χρόνο μου ζήτησες να σε παντρευτώ. Είπα και πάλι ναι. Η ζωή μαζί σου ήταν εύκολη και όμορφη. Τόσο όμορφη…
Στο γάμο μας μου έδωσες πολλές υποσχέσεις. Είπες ότι θα με προσέχεις, ότι θα είσαι για πάντα κοντά μου, ότι θα με αγαπάς μέχρι το τέλος του κόσμου. Το ξέρω προσπάθησες να τις κρατήσεις όλες. Προσπάθησες πολύ. Πάρα πολύ…
Δύο χρόνια αργότερα μου έδωσες την ευκαιρία να αγαπήσω άλλον έναν άνθρωπο τόσο πολύ όσο αγάπησα εσένα• τον γιο μας. Ποτέ δεν πίστευα ότι μπορούσα. Αλλά το έκανα. Με το που τον φέραμε σε αυτόν τον κόσμο, με το που τον κοίταξα για πρώτη φορά, το κατάλαβα. Κατάλαβα την αγάπη που του είχα και την αγάπη που σκοπεύω να του δώσω.
Τα χρόνια μαζί σου, πλέον μαζί σας, περνούσαν ανέμελα. Ήταν αξέχαστα. Ούτε ένας χρόνος δε πέρασε από τη γέννηση του γιου μας και ήμουν για ακόμη μια φορά έγκυος. Και ήμουν ευγνώμων και συγχρόνως τόσο χαρούμενη που η οικογένεια μας θα μεγάλωνε.
Πέρασαν οι πρώτοι μήνες της εγκυμοσύνης και μάθαμε το φύλο του παιδιού• ήταν κορίτσι. Άλλη μια δικιά μας μέρα. Από μικρή ονειρευόμουν να αποκτήσω δύο παιδιά, ένα αγόρι που να ήταν το μεγαλύτερο και ένα κορίτσι. Και εσύ το όνειρο το έκανες πραγματικότητα. Και σε ευχαριστώ για αυτό. Οι επόμενοι μήνες ήταν λίγο πιο δύσκολοι με την εγκυμοσύνη και τη φροντίδα του γιου μας, αλλά κατάφερες να τους κάνεις πιο εύκολους κρατώντας τις υποσχέσεις σου. Πηγαίνοντάς με τις Κυριακές στη παραλία, παίζοντας μαζί μου επιτραπέζια κάθε Παρασκευή βράδυ μετά που κοιμόταν ο μικρός.
Αγοράζοντας μου σελιδοδείκτες κάθε φορά που έφευγες από τη πόλη για δουλειά. Αφήνοντας τις Δευτέρες ένα σημείωμα στο ψυγείο για να το δω όταν ξυπνήσω. Και η λίστα όλο και μεγάλωνε.
Πέρασε τελικά ο καιρός, γεννήθηκε και η κόρη μας. Ήμασταν μια ευτυχισμένη οικογένεια. Μέχρι που κάποια στιγμή σταματήσαμε να είμαστε.
Θυμάμαι μια εβδομάδα μετά από τα πέμπτα γενέθλια του γιου μας ξύπνησα το πρωί και ως συνήθως έτρεξα στο ψυγείο. Ήταν Δευτέρα. Όμως σημείωμα δεν υπήρχε πάνω στο ψυγείο. Δεν ήταν εκεί, δεν υπήρχε κάποιο μήνυμα. Το προσπέρασα όμως γιατί μπορεί απλά να ξεχάστηκες. Λογικό ήταν μετά από τόσο καιρό να ξεχαστείς μια φορά.
Την Παρασκευή σε περίμενα σπίτι με ανυπομονησία. Είχα βάλει για ύπνο τα παιδιά, διάλεξα κάποια επιτραπέζια και τα άφησα στο τραπεζάκι που πάντα παίζαμε. Μου είχες λείψει. Έλειπες δυο μέρες για δουλειά. Αν και μου μίλησες γλυκά, μου είπες ότι ήσουν πολύ κουρασμένος και πήγες για ύπνο. Στεναχωρήθηκα αλλά για άλλη μια φορά σε δικαιολόγησα. Άδειασα τα ποτήρια κρασί και έσβησα το φως.
Οι εβδομάδες περνούσαν και αγαπούσα όλο και περισσότερο την οικογένειά μας. Κάθε μέρα που περνούσε έβλεπα τα παιδιά μας να μεγαλώνουν και να σου μοιάζουν περισσότερο. Είχαν αυτά τα λαμπερά πράσινα μάτια σου. Η μικρή είχε και τα κατάμαυρα μπουκλωτά μαλλιά σου. Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός, ένιωθα ότι απομακρυνόσουν από κοντά μας. Δεν ήθελα να το πιστέψω. Δεν ήξερα τι προκαλούσε αυτή σου την συμπεριφορά. Και δεν ήξερα γιατί. Το χειρότερο ήταν ότι ξεχνούσες. Στην αρχή ξεχνούσες μικροπράγματα• έπειτα πράγματα που μοιραζόμασταν ακόμα και αναμνήσεις. Όλο και περισσότερα προσθέτονταν στην λίστα "των ξεχασμένων", της οποίας την ύπαρξη δενμπορούσα να καταλάβω… Τι έγινε; Τι σου συνέβη;
Λίγες μέρες μετά έμαθα για το ατύχημα.
Και τότε, ένιωσα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου.
Μα γιατί δεν μου το είχες καν αναφέρει;
Για ακόμα μια φορά, προσπάθησα να καταλάβω. Για ακόμα μια φορά σε δικαιολόγησα. Ήθελες να το αφήσεις πίσω. Πίστεψες ότι είχε περάσει. Δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει αυτό που θα επακολουθούσε. Την πιθανότητα να συμβεί αυτό που τελικά συνέβη.
Οι γιατροί τότε σου είχαν μιλήσει για το μικρό ενδεχόμενο, μελλοντικά, να υπάρξει κάποια επιπλοκή σε εγκεφαλικές λειτουργίες. Δεν έδωσες σημασία τότε• ήσουν νέος και είχες όλη τη ζωή μπροστά σου. Αφού βγήκες υγιής από αυτό το ατύχημα ένιωθες άτρωτος, παντοδύναμος.
Και τότε για πρώτη φορά σταμάτησα να σε δικαιολογώ. Αυτό έπρεπε να το ξέρω...
Κοίταξα όμως τα παιδιά μας και πήρα δύναμη. Πήγαμε σε γιατρούς αλλά τα νέα δεν ήταν ενθαρρυντικά. Εξετάσεις και ξανά εξετάσεις, οι οποίες επιβεβαίωσαν τις αρχικες μας υποψίες: ξεχνούσες και μελλοντικά η λίστα των "ξεχασμένων" θα μεγάλωνε. Και κάποια στιγμή σε αυτή τη λίστα θα μπαίναμε και εμείς. Και έτσι έγινε. Μεξέχασες. Μας ξέχασες. Πλέον με κοίταζες σαν να ‘μουν ξένη. Καθώς σε κοίταζα δεν διέκρινα τίποτα από τον παλιό σου εαυτό. Το βλέμμα σου ήταν πια ξένο, απόμακρο. Πώς θα μπορούσα να το εξηγήσω στα παιδιά; Ήταν μικρά και φαινόταν ότι δεν καταλάβαιναν και πολλά. Όμως μέρα τη μέρα μεγάλωναν και εσύ αντί να είσαι δίπλα τους απομακρυνόσουν. Κάποια στιγμή θα σου ήταν άγνωστα.
Κάθε μέρα σε έβλεπα να πνίγεσαι μέσα στο σπίτι μας. Δεν ένιωθες πια άνετα και είχα την εντύπωση ότι δεν μας άντεχες στη ζωή σου. Ήμασταν ξένοι για ‘σενα. Συνέχισες να μένεις μαζί μας, αλλά ήταν σαν να φιλοξενώ έναν άγνωστο. Οι γιατροί μας παρότρυναν να μη σου πούμε την αλήθεια, δεν ήθελαν να σου προκαλέσουν σύγχυση και να σε αναστατώσουν. Ούτε εγώ ήθελα.
Έπρεπε να αποδεχτώ την νέα πραγματικότητα, να συνεχίσω τη ζωή μου, να μεγαλώσω τα παιδιά μας. Έπρεπε να τα βγάλω πέρα μόνη μου, να κάνω κουράγιο, να τα καταφέρω. Και έτσι έγινε, ένα πρωί άνοιξες την πόρτα και δεν ξανά κοίταξες πίσω σου. Έφυγες μια για πάντα από το σπίτι.
Σε ονειρεύομαι στον ύπνο μου. Ονειρεύομαι την παλιά μας ζωή. Μόνο ένα όνειρο είναι τώρα. Ξυπνάω τα βράδια και νομίζω ότι θα είσαι δίπλα μου. Μα δεν είσαι. Ξυπνάω κάθε πρωί και νομίζω ότι θα είσαι εκεί να σε αγκαλιάσω. Πηγαίνω στο ψυγείο να δω το σημείωμα. Μα τίποτα. Ακόμα το τελευταίο σημείωμά σου έχει μείνει. Ένα χρόνο είναι εκεί. Δεν έχω τη δύναμη να το βγάλω.
Ένας μήνας πέρασε ακόμα και αποφάσισα να μαζέψω τα πράγματα σου. Ό,τι έχει απομείνει δηλαδή. Είναι καιρός πια, ήρθε η ώρα. Ξεκίνησα να μαζεύω τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη σου.
Αυτά τα βιβλία που σε κρατούσαν ξάγρυπνο τα βράδια. Όσο τα μάζευα έπεσα πάνω στο βιβλίο που κρατούσες όταν σε πρωτογνώρισα. Αυτό θα το κρατήσω σκέφτηκα και το έκανα. Ώρες μετά που μάζεψα όλα σου τα πράγματα έκατσα στο κρεβάτι να το διαβάσω.
Όπως το άνοιξα έπεσε από μέσα ένα λευκό χαρτί. Δειλά το άνοιξα και διάβασα: «Τα δικά μας » - για να μην τα ξεχάσω ποτέ
1. Βόλτα κάθε Κυριακή
2. Επιτραπέζια κάθε Παρασκευή
3. Σημείωμα κάθε Δευτέρα
4. Σελιδοδείκτες
5. …
και η λίστα συνεχιζόταν. Τα δάκρυα έτρεχαν νερό απ’ το πρόσωπό μου. Καθόμουν και σκεφτόμουν όλες αυτές τις στιγμές. Καθόμουν και σκεφτόμουν εσένα. Κοιτούσα ξανά και ξανά αυτό το κομμάτι χαρτί• δεν ήθελα να το αποχωριστώ. Δεν ήθελα να το αφήσω πίσω μου. Όχι ακόμη...

Δέσποινα Αεράκη
Πύρινα κύματα
(2ο Βραβείο στην Κατηγορία Διήγημα-Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στον 8ο Διεθνή Διαγωνισμό «Ελληνισμός της Ανατολής: Πόντος, Μικρασία, Θράκη)
Σαν ψέμα της φαινόταν, σαν ψέμα δίχως τέλος. Η θλίψη, ατέλειωτη κι ένιωθε σαν να την πνίγει βαθιά. Το αδύναμο κορμί της έτρεμε στον παγωμένο χειμωνιάτικο αέρα, ρίγος την διαπερνούσε με κάθε ριπή του ανέμου. Τα μαλλιά της βρώμικα, ανακατεμένα, πλεγμένα ακόμα πλεξούδες από τα χέρια της μητέρας. Το φόρεμά της, που με τόση περφάνια είχε στολίσει με κεντήματα ρόδων και μενεξέδων, ήταν ένα κουρέλι, μια ανάμνηση του τι είχε χάσει, του τι έμεινε πίσω. Πίσω στο ματωμένο χώμα, στον καπνό του πύρινου χειμάρρου που κατάπιε μέσα σε μια στιγμή τη ζωή της όλη.
Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, τα βλέφαρά της σφάλισαν. Κι αυτή η στιγμή ήταν αρκετή για να γυρίσει σε εκείνο το πρωί, σ’ εκείνο το ξημέρωμα, σ’ εκείνες τις κραυγές πόνου. Πίσω εκεί. Πίσω στις ολάνθιστες κυδωνιές, με τη μεθυστική τους μυρωδιά και το άρωμα κανέλας του σπιτιού. Στα πρωινά που ξυπνούσε με τις φωνές των αδερφών της, τις οδηγίες της μάνας, το γάργαρο γέλιο του πατέρα καθώς έπινε γουλιά γουλιά τον βαρύ γλυκό του πριν φύγει για τη δουλειά. Η αγάπη της μικρότερης, της Νίνας, για το ράψιμο και την απαλή μελωδική φωνή της. Τα γλυκά χάδια της γιαγιάς της και τις ιστορίες της απ’ τα δικά της νιάτα. Σπίτι…
Τινάχτηκε όρθια ακούγοντας το κλάμα του μωρού που ήταν ακουμπισμένο στο στήθος της. Αναστέναξε, δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Το μικρό αγόρι, φωλιασμένο στο στέρνο της, άφηνε σπαρακτικούς λυγμούς και κραυγές που έσκιζαν τον αέρα. Η καρδιά της πονούσε για τον αδερφό της, το μικρό της, τον “πασά” και το καμάρι της μάνας.
«Σώπα γιαβρί μου… Σώπα τζιέρι μου… μην κλαις…»
Τα μάτια της έτσουζαν από τα δάκρυα που απειλούσαν να πέσουν και σαν λάβα να κατακάψουν το πρόσωπο μα και την ψυχή της, που έμοιαζε με βάρκα έτοιμη να πέσει από το χείλος ενός καταρράκτη, έτοιμη να σπάσει, να παρασυρθεί από τα πύρινα κύματα και να χαθεί. Ο πόνος την έπνιγε, έσφιγγε το λαιμό της και δεν την άφηνε να ανασάνει. Μα έπρεπε να αντέξει… Έπρεπε να παλέψει μ' όλους τους δαίμονες κι όλα τα εμπόδια. Να κοιτάξει μπροστά και να ανασύρει κάτω από την στάχτη της ζωής της την ελπίδα, όση της έμεινε μετά την φωτιά. Ο Αλέξανδρος τη χρειαζόταν. Μα ‘κείνη χρειαζόταν να μην χάσει το μυαλό της, να κρατηθεί όρθια. Μα πόσο ν' αντέξει η ψυχή του ανθρώπου όταν ήδη νιώθει σπασμένη…
Χωρίς να το καταλάβει, τα μάτια της σφάλισαν κι ο ύπνος την πήρε στην αγκαλιά του, της χάιδεψε τα μαλλιά σαν να την παρηγορούσε, σαν να της έδινε κουράγιο στέλνοντάς την στην παρέα των ονείρων.
Σ’ έναν ελαιώνα στεκόταν τώρα, μες στον γιομάτο ήλιο του μεσημεριού. Μόνη της, με τα μαλλιά της να μπλέκονται και να ανεμίζουν στο φύσημα του αγέρα. Εισέπνεε λαίμαργα την μυρωδιά της ελιάς, των φύλλων, της καταπράσινης χλόης. Ήθελε να απλώσει τα χέρια και να παρασυρθεί σε έναν ξέφρενο χορό, ακολουθώντας τον ρυθμό του καλοκαιριού, να γιορτάσει την εποχή του θέρους και τη γέννηση του
του αδερφού της. Και τότε την είδε. Στεκόταν εκεί, με το καφέ της φόρεμα γεμάτο σκόνη και την άσπρη ποδιά της δεμένη γύρω από τη μέση της, όπως συνήθιζε να ντύνεται κάθε ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Τα μαλλιά της, μια καστανή περίτεχνη πλεξούδα τυλιγμένη γύρω από το κεφάλι της σαν ένα στεφάνι. Την έβλεπε να κοιτάει τους ελαιώνες, σαν να ήταν μόνη της κι ολάκαιρος ο κάμπος της ανήκε. Άκουγε το σφύριγμα του ανέμου, μα κάτι την έκανε να ανατριχιάζει. Η σκιά της φαινόταν μεγαλύτερη από ότι συνήθως, η αύρα της γκρίζα.
«Μάνα;» φώναξε, με φωνή γεμάτη απορία κι ανησυχία «Μάνα είσαι καλά;»
Μα απόκριση δεν πήρε. Είδε τη σκιά να γυρνάει και να την κοιτάει με ένα βλέμμα ψυχρό, σκοτεινό, όμοιο με συννεφιασμένο ουρανό του Νοέμβρη. Το μόνο που άκουσε ήταν το θρόισμα των φύλλων πριν η λατρεμένη μορφή γίνει σκόνη και σκορπιστεί στον ουρανό.
«Όχι!» το ουρλιαχτό γρατζούνισε το λαιμό και έκανε το σώμα της να τρέμει.

«Όχι… όχι.. Μάνα, μη με αφήνεις, γιατί… γιατί να φύγεις… Μάνα σε χρειάζομαι… ΜΑΝΑ!» Άλλος ένας εφιάλτης… σκέφτηκε, καθώς προσπαθούσε να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. Είχε περάσει τρεις μέρες κάτω από τη σκιά της συκιάς.
Με την καλοκαιρινή δροσιά της νύχτας ένιωθε να αρρωσταίνει, να χάνει κάθε ίχνος δύναμης. Τα μεστωμένα σύκα δεν αρκούσαν για να της δώσουν δύναμη και να την κρατήσουν στη ζωή. Έσφιξε τα δόντια και σηκώθηκε. «Για τον Αλέξανδρο, για τον Αλέξανδρο.» Μόνο ο μικρός της αδερφός την ένοιαζε. Έπρεπε να τον κρατήσει ασφαλή, ανέγγιχτο από την τραγωδία, τον πόνο, την ταλαιπωρία. Ευχόταν να μην είχε συμβεί τίποτα, ευχόταν να μπορούσε να έχει την οικογένεια της ξανά, κι όχι απλά μια ασπρόμαυρη, άψυχη κι απρόσωπη φωτογραφία στο μενταγιόν της. Κούνησε το κεφάλι της απαλά, προσπαθώντας να διώξει το συναίσθημα της νοσταλγίας που την κατέκλυζε, μα ένιωθε κάτι μέσα τηςνα τρυπά τα βάθη της ύπαρξής της σαν φαρμακερή βελόνα, μια βάρβαρη υπενθύμιση της πραγματικότητας. Έκανε ένα βήμα μπροστά, ξεκίνησε να απομακρύνεται. Τα πόδια της πονούσαν, με το ζόρι στεκόταν όρθια μα θα πάλευε. Δεν θα εγκατέλειπε τη μάχη, ήταν έτοιμη, να πάει κόντρα σε όλους και σε όλα. «Πρέπει να φτάσεις κάπου…Πρέπει τουλάχιστον να σώσεις τον μικρό, πάση θυσία… Να έχει εκείνος ένα καλύτερο μέλλον.» Αγκάθια έγδερναν τα γυμνά και παγωμένα πέλματά της και κάθε εκατοστό του μονοπατιού ήταν κιένα δάκρυ, χωρίς ήχο, μια ψιχάλα που έγινε μπόρα καθώς προχωρούσε. «Παναγιά μου, δώσε μου κουράγιο, βοήθησε με, σε ικετεύω…»
Με οδηγό το φως των λιγοστών άστρων, συνέχισε να περπατά γοργά μέσα στα καμένα δέντρα, τα ξεραμένα άνθη και το λασπώδες χώμα με τις κοφτερές μικρές πέτρες. Στο κατακόκκινό πρόσωπό της διακρίνονταν τα αυλάκια που είχαν σκάψει πάνω του τα στεγνά πλέον δάκρυά της. Με μάτια πρησμένα, χείλη γδαρμένα και σκασμένα και τα μαλλιά της κολλημένα στο μέτωπο της, κατέρρευσε στο νοτισμένο έδαφος. Οι ίριδές της ξεκίνησαν πάλι να βουρκώνουν, τα βλέφαρά της ήταν βαριά. Με το λίγο κουράγιο που της είχε μείνει, έσπρωξε τον εαυτό της να σηκωθεί, να προχωρήσει. Κι εκεί, ενώ βάδιζε αργά προς άγνωστη πια κατεύθυνση, ένιωσε ψιχάλες να πέφτουν και να την βρέχουν. Σήκωσε ταμάτια της προς τον ουρανό. Και παρά το ότι οι μικρές σποραδικές σταγόνες μετατράπηκαν σε δυνατή καταιγίδα, εκείνη συνέχισε, χωρίς πλέον να διακρίνει τα δικά της δάκρυα από την βροχή.«Τελικά, ο ουρανός θρηνεί μαζί μου, πονάει και κλαίει… Θα σβήσει άραγε τις φωτιές; Σήμερα; Αύριο; Κάποτε…»


- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $5.19+) -
BUY THIS BOOK
(from $5.19+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!