Τα τρία μολυβάκια και η μεγάλη κακιά γόμαΈνα παραμύθι με ξεπατίκωμα
της Μαριλίας Κωστάκη
This book was created and published on StoryJumper™
©2014 StoryJumper, Inc. All rights reserved.
Publish your own children's book:
www.storyjumper.com


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια όμορφη πορτοκαλί
κασετίνα, ζούσαν τρία μολυβάκια. Κάποια μέρα, το
παιδί στο οποίο ανήκε η κασετίνα, την άνοιξε, έβγαλε
τα μολυβάκια του και έγραψε σε ένα λευκό χαρτί
μερικές σπάνιες λέξεις, όπως: Αγάπη, Σεβασμός,
Ευγένεια, Φιλία, Χαρά, Ευδιαθεσία, Ελπίδα,
Χαμόγελο... και θα συνέχιζε, αν εκείνη τη στιγμή δεν
έβλεπε τη μαμά του να βγαίνει απογοητευμένη από το
μεγάλο γραφείο στου οποίου την πόρτα έγραφε:
"Διεύθυνση προσωπικού". Η μαμά του το πλησίασε, το
άρπαξε από το χέρι και έφυγαν βιαστικά. Έτσι, η
πορτοκαλί κασετίνα έμεινε μόνη της πάνω στη μαύρη
καρέκλα, δίπλα στο λευκό χαρτί με τις σπάνιες λέξεις.



Αφού πέρασε κάμποση ώρα και τα μολυβάκια
κατάλαβαν ότι είχαν μείνει πια μόνα τους, άρχισαν
να αναρωτιούνται και να ανησυχούν για την τύχη
τους.



-Μα... πού πήγε; ακούστηκε πρώτο το παρδαλό
μολυβάκι με το αστείο παιχνιδάκι που κουβαλούσε στο
κεφάλι του.
-Έλα, ντε! Να δεις που έφυγε οριστικά και μας
παράτησε εδώ! είπε το μολυβάκι με τις κόκκινες ρίγες.
-Και τώρα τι θα γίνουμε; ξαναρώτησε το αστειωπό
μολυβάκι, έτοιμο να βάλει τα κλάματα.
-Νομίζω πως, τώρα πια, θα πρέπει να μάθουμε να
ζούμε μόνοι μας, ακούστηκε σοβαρό το τρίτο μολυβάκι,
που κουβαλούσε μια κοκκινωπή γόμα στο κεφαλάκι
του.
-Κι εμάς τι μας έβαλε εδώ; ακούστηκε μια ροζ φωνή
από το λευκό χαρτί.


Τα μολυβάκια έσκυψαν στο χαρτί και είδαν τις
λεξούλες ανήσυχες όσο ποτέ.
-Μείναμε εκτεθειμένες και μόνες!, κλαψούρισε η
Ευγένεια.
-Μην ανησυχείς, είμαστε όλες μαζί, προσπάθησε να
την καθησυχάσει η Φιλία.
-Και τι μ' αυτό; Κανείς δε μας αναγνωρίζει πια,
συνέχισε με σκυμμένο το κεφάλι η Αγάπη.
-Δεν μπορεί, κάποιος θα βρεθεί να μας αγκαλιάσει,
πετάχτηκε η Ελπίδα από τη μέση της σελίδας.
-Να δείτε που από στιγμή σε στιγμή θα γυρίσει το παιδί
να μας χρωματίσει όπως σκόπευε και να μας χαρίσει
στη μαμά του, πετάχτηκε ζωηρή η Ευδιαθεσία.

Τα μολυβάκια κοιτάχτηκαν με νόημα και χωρίς να
πουν λέξη έπιασαν αμέσως δουλειά. Το παρδαλό
μολυβάκι έφτιαξε στην κορυφή της σελίδας, γρήγορα
γρήγορα, σχεδόν μονοκοντυλιά, ένα αστείο σπιτάκι.
Έπειτα φώναξε στις σπάνιες λέξεις:
-Λεξούλες μου, κοπιάστε! Έτοιμο το σπιτάκι σας! Σας
περιμένει ώσπου να γυρίσει το παιδί και να σας
ζωγραφίσει όπως είχε σκοπό.
Οι λέξεις, χαρούμενες, έτρεξαν και χώθηκαν, η μια
μετά την άλλη, στο αστειωπό σπιτάκι του παρδαλού
μολυβιού.


Λίγο παρακάτω, το δεύτερο μολυβάκι, με τις κόκκινες
ρίγες, έφτιαχνε ένα ομορφότερο σπιτάκι, με ίσιες γραμμές
και όμορφα παράθυρα. Έβαλε και μια καμινάδα να καπνίζει
και έκλεισε καλά την ορθογώνια πόρτα με το στρογγυλό
πόμολο. Προς το τέλος του λευκού χαρτιού, το τρίτο
μολυβάκι, με την κοκκινωπή γόμα στο κεφαλάκι του, είχε
βαλθεί να σχεδιάσει ένα πανέμορφο, διώροφο σπίτι, με
τοίχους από τούβλα, εξώστες και μπαλκόνια με κάγκελα,
σκεπή από κεραμίδια και σκάλα από μάρμαρο. Μέχρι και μια
όμορφη, πέτρινη μάντρα σχεδίασε γύρω από το σπίτι, για
να το κάνει να φαίνεται ακόμα πιο ασφαλές. Στη συνέχεια,
φρόντισε να σχεδιάσει ένα όμορφο αλσάκι γύρω από το
σπίτι του, με πυκνή βλάστηση και μεγάλα, σκιερά δέντρα.
Κουράστηκε αρκετά, μα το αποτέλεσμα το αποζημίωσε.
Τέλος, άνοιξε τη μεγάλη ξύλινη πόρτα που είχε σχεδιάσει
και έκατσε να ξεκουραστεί στο ευρύχωρο καθιστικό με τους
όμορφους καναπέδες.



Οι σπάνιες λέξεις είχαν αρχίσει να νιώθουν και πάλι
χαρούμενες και χαχάνιζαν στο αστείο σπιτάκι του
παρδαλού μολυβιού, διασκεδάζοντας με τα
ανέκδοτα και τα αστεία που τους έλεγε. Όμως,
δυστυχώς, τα γέλια και τα χάχανά τους ενόχλησαν
τη μεγάλη κακιά γόμα που βγήκε από την
πορτοκαλί κασετίνα και σύρθηκε στο λευκό χαρτί,
όλο λύσσα και κακία. Πλησίασε το σπιτάκι-
μονοκοντυλιά και φώναξε άγρια από το πρόχειρο
παράθυρο:
-Σταματήστε, επιτέλους, τη φασαρία και βγείτε
αμέσως έξω!

Οι σπάνιες λεξούλες τρομοκρατήθηκαν! Σταμάτησαν
αμέσως τα γέλια και τα πειράγματα και άφησαν στον
άντρα της παρέας να τα βγάλει πέρα. Έτσι, ο
Σεβασμός, με περίσσιο θάρρος, πήρε το λόγο και
απάντησε στην κακιά γόμα:
-Συγγνώμη για τη φασαρία, κυρα-Γόμα. Δεν θα
επαναληφθεί. Έχεις απόλυτο δίκιο που ζητάς την
ησυχία σου, μα κι εμείς προσπαθούσαμε να
ξεπεράσουμε τη θλίψη μας. Σου υπόσχομαι ότι θα
σταματήσουμε τη φασαρία και θα συμβιώσουμε
αρμονικά, ώσπου να γυρίσει το παιδί.
-Τι να τις κάνω τις υποσχέσεις σου; φώναξε θυμωμένη
η κακιά γόμα. Βγείτε αμέσως έξω, να λογαριαστούμε!


You've previewed 13 of 21 pages.
To read more:
Click Sign Up (Free)- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(2)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
- DOWNLOAD
- LIKE (2)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
LIKE(2)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!