
Οι μαθητές της ΣΤ 1 ΄ τάξης μελετούν τη ζωή και το έργο του Θηβαίου ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη , εμπνέονται από τα έργα του και δημιουργούν τις δικές τους ιστορίες με αφορμή τον πίνακά του ¨ Ο αποχαιρετισμός στο Σούνιο¨

Η ιστορία ενός ζευγαριού (Άγγελος Λεμολλάρι)
Η ελληνική επανάσταση είχε μόλις αρχίσει. Είμαστε στα τέλη Μαρτίου και σιγά σιγά η επανάσταση εξαπλώνεται. Πολλές οικογένειες ξεκίνησαν να αποχωρίζονται από τα αγαπημένα τους πρόσωπα να οποία θα πάνε να πολεμήσουν.
Οι ώρες λιγόστευαν και για το νεαρό ζευγάρι. Έδωσαν το αποχαιρετιστήριο ραντεβού τους σε έναν λόφο κοντά στη Θήβα. Ανεβαίνοντας το μονοπάτι που οδηγούσε στον λόφο, δε σταμάτησαν να κρατιούνται χέρι χέρι. Στάθηκαν στην κορυφή του λόφου, εκεί στην καλύτερη θέα της πόλης, κοιτάζονταν συνεχώς χωρίς να λένε τίποτα,
υπήρχε απόλυτη σιωπή. Οι σκέψεις του Αθανάσιου για την Πηνελόπη ήταν ατελείωτες και δε θα του έφτανε ο χρόνος για να τις εκφράσει όλες. Είχε χαραχθεί στην καρδιά του και στο μυαλό του και δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται πως θα καταφέρει να την αποχωριστεί. Τα ίδια ακριβώς ένιωθε και εκείνη. Τα λεπτά λιγόστευαν και ο Αθανάσιος έπρεπε να επιστρέψει στο στρατόπεδό του για να οργανωθούν μαζί με τους υπόλοιπους για να ξεκινήσουν για τον πόλεμο την επόμενη μέρα. Πριν φύγει εκείνος, η Πηνελόπη του έδωσε ένα μαντήλι για να έχει μια παρηγοριά στον πόλεμο με το οποίο είχε σκουπίσει τα δάκρυά της.
Ο πόλεμος άρχισε και οι Έλληνες έκαναν πολλές και
σπουδαίες επιδρομές. Από τα πολλά γράμματα που της έστελνε μαθαίνουμε ότι συμμετείχε στη μάχη στα Δερβενάκια στις 26 Ιουλίου του 1822 και στην επίθεση του Μπότσαρη προς το οθωμανικό στρατόπεδο στις 8 Αυγούστου του 1823. Κουρασμένος και πολλαπλά τραυματισμένος γύρισε πίσω στην Πηνελόπη του μέχρι να αναρρώσει. Στον δρόμο της επιστροφής έχασε το μαντήλι που του είχε δωρίσει. Φτάνοντας στο σπίτι του στη Θήβα τον περίμενε η αγαπημένη και πανέμορφη Πηνελόπη του. Αμέσως αγκαλιάστηκαν και υποσχέθηκαν να μη χωριστούν ποτέ ξανά. Ο Αθανάσιος έψαξε πολύ για να βρει το μαντήλι αλλά πια δεν είχε νόημα αφού ήταν πάλι μαζί με την αγαπημένη του.
Εις το επανιδείν…
Ο Γιάννης, γενναίος Θηβαίος αγωνιστής, καθόταν σε έναν λόφο με την αγαπημένη του, Ελένη. Η νύχτα έπεφτε απαλά πάνω από την ελληνική γη, ενώ τα κανόνια βροντούσαν σε μια μικρή απόσταση.
Ήταν η τελευταία τους συνάντηση, εκεί με θέα τον κάμπο, κάτω από το καταπράσινο δέντρο, στη φύση, στην απόλυτη ηρεμία. Μια ηρεμία που σύντομα θα σκεπαζόταν από τη βουή του πολέμου. Ο αέρας έφερνε τη μυρωδιά της πυρίτιδας, μα και το άρωμα των λουλουδιών που άνθιζαν παρά τις δυσκολίες.
Οι δυο τους δε σταμάτησαν να κοιτάζονται όλη τη νύχτα, εκφράζοντας τους φόβους τους, τις ανησυχίες
τους αλλά και ορκίζοντας ο ένας στον άλλον ότι θα ανταμώσουν ξανά, σ’ αυτόν τον λόφο που χωρίστηκαν, που αντάλλαξαν τα τελευταία λόγια, τα τελευταία βλέμματα.
«Πρέπει να φύγω, Ελένη. Ο αγώνας με καλεί!» είπε, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.
«Φοβάμαι, Γιάννη…» ψιθύρισε εκείνη, σφίγγοντας το χέρι του.
Τα μάτια του έλαμψαν με αποφασιστικότητα. «Ορκίζομαι πως θα πολεμήσω για την πατρίδα, για σένα, για την ελευθερία!»
Η Ελένη δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Κι εγώ ορκίζομαι να σε περιμένω, ό,τι κι αν γίνει…»
Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά, καθώς το βλέμμα του σκοτείνιασε από τη σκέψη της μάχης. Δεν υπήρχε χρόνος για φόβο ούτε για παραίτηση. Στο μυαλό του Γιάννη υπήρχε χαραγμένος ένας δρόμος αυτός της επανάστασης, αυτός της ελευθερίας, τίποτα λιγότερο. Ο ουρανός γέμισε με αστέρια, σαν να ευλογούσε την απόφασή του.Το φεγγάρι φώτισε το τελευταίο τους φιλί, πριν ο Γιάννης χαθεί στη νύχτα, έτοιμος να γράψει ιστορία.
Ήταν ένα φθινοπωρινό σούρουπο όταν ο Λάμπρος προσκάλεσε την αγαπημένη του για να της εξηγήσει πως πρέπει να φύγει άμεσα για τον πόλεμο. Συναντήθηκαν κάπου έξω από την πόλη της Θήβας κοντά στην λίμνη Υλίκη, θέλοντας να μείνουν κάπου ήσυχα οι δύο τους. Ο καιρός ήταν μουντός, συννεφιασμένος έτοιμος να βρέξει, τα σύννεφα φαίνονταν από μακριά κόκκινα , θαρρείς και όλα γνώριζαν τον λόγο της συνάντησης. Οι δύο τους κάτω από ένα ψηλό, πυκνό, και καταπράσινο δέντρο συζητούσαν για τον αποχωρισμό, την πιο δύσκολη στιγμή στην κοινή τους ζωή! Η Λενιώ, στεκόταν
στεναχωρημένη και λυπημένη, δε μπορούσε να δεχτεί αυτό που θα συνέβαινε, όμως βαθιά μέσα της ένιωθε υπερηφάνεια για τον αγαπημένο της.
Παρακάτω μικρό απόσπασμα της συζήτησης τους:
Λενιώ: Λάμπρο μου, μη με αφήνεις μόνη μου, φοβάμαι! Ξέρω δεν είναι σωστό όλοι να πολεμούν και εσύ να βρίσκεσαι εδώ. Καταλαβαίνω πως……….
Λάμπρος: Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, ο πόλεμος αυτός πρέπει να τελειώσει υπέρ μας, πρέπει να βγούμε νικητές.
Λενιώ: Και το παιδί μας τι θα απογίνει αν σου συμβεί κάτι κακό;
Λάμπρος: Για το παιδί μας και για όλα τα ελληνόπουλα, για αυτά πολεμάμε για μια ελεύθερη ζωή. Προσευχήσου λοιπόν για το καλό όλων, και τη λευτεριά της πατρίδας μας.
Λενιώ: Θα το κάνω! Να μου γράφεις όποτε μπορείς, να μαθαίνω τα νέα του αγώνα. Η Παναγιά μαζί σας!
Μια αγάπη στην επανάσταση (Υβόνη Λεμολλάρι)
Ήταν Μάρτιος του 1821 και ο πόλεμος μόλις είχε αρχίσει. Ήδη τα στρατεύματα είχαν φτάσει στους προορισμούς και ο ένας μετά τον άλλο στρατιώτη αποχαιρετούσε τα αγαπημένα του πρόσωπα.
Ένας από αυτούς τους άνδρες ήταν και ο Εμμανουήλ που συνάντησε την αγαπημένη του Αγλαΐα σε έναν λόφο κοντά στην πόλη της Θήβας. Όταν συναντήθηκαν ο Εμμανουήλ την αγκάλιασε πολύ σφιχτά. Εκείνος την πήρε και την πήγε σε ένα μονοπάτι που είχε βρει μόνο αυτός. Ο Εμμανουήλ της είπε πως θα την αγαπάει και θα τη σκέφτεται όσο είναι μακριά. Της είχε ετοιμάσει ένα δώρο,
ένα δαχτυλίδι που από μέσα ήταν χαραγμένα τα ονόματά τους. Η Αγλαΐα μόλις το είδε χάρηκε τόσο πολύ και συγκινημένη του είπε: «Αυτό που μου πήρες είναι τόσο μοναδικό και πολύτιμο που δεν πρόκειται να το αποχωριστώ ποτέ!». Ο Εμμανουήλ της είπε δακρυσμένος: « Ο λόγος που σου το δίνω είναι για να με θυμάσαι και για να μη νιώσεις ποτέ μοναξιά. Θέλω να έχεις κάτι δικό μου, να μη με ξεχάσεις όσο θα λείπω μακριά σου..». Ο χρόνος τους τελείωνε και ο Εμμανουήλ μάζευε σιγά σιγά τα πράγματά του για να φύγει. Η Αγλαΐα τον σταμάτησε και του έδωσε και εκείνη κάτι, ήταν ένα όπλο, το οποίο το είχε κατασκευάσει μαζί με τον πατέρα της στο εργαστήριό του. Ήθελε και εκείνη να έχει κάτι δικό της
που θα μπορούσε να τον προστατέψει στις δυσκολίες που πρόκειται να αντιμετωπίσει.
Ο Εμμανουήλ πήρε τα όπλα και έφυγε για τον πόλεμο, το ζευγάρι έπρεπε να αποχωριστεί, χαμογέλασε ο ένας στον άλλον και έτσι οι δρόμοι τους χωρίστηκαν…
Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΗΡΩΑ (Κωνσταντίνος Θεοδοσίου)
Στον πίνακα απεικονίζεται ένας θηβαίος ήρωας του 1821. Βρίσκεται στο δάσος του Μοσχοποδιού μαζί με την γυναίκα του με θέα την Θήβα. Κάθεται σε μια μεγάλη πέτρα και αγκαλιάζει την γυναίκα του η οποία στηρίζεται πάνω στο πόδι του. Εκείνη τον αγκαλιάζει, ενώ βρίσκονται κάτω από την σκιά ενός δέντρου. Φαίνεται να αγαπιούνται πολύ αλλά η γυναίκα δείχνει λυπημένη. Είναι το άγχος της για το αν θα ζήσει στον πόλεμο ο άντρας της. Εκείνος προσπαθεί να την καθησυχάσει και της λέει
«Ο Ήρωας και η Κοπέλα» (Ηρώ Γκιόκα)
Ήταν κάποτε, υπό την κατοχή των Τούρκων το 1821, ένας ήρωας επαναστάτης μαζί με τη σύντροφό του καθισμένοι σε έναν μεγάλο βράχο. Βρίσκονταν σε ένα πανέμορφο τοπίο με μια υπέροχη θέα. Πέρα μακριά φαίνονταν τα βουνά, όπου εκεί, τα ψηλά και γενναία ελληνόπουλα θα πολεμούσαν. Πανύψηλα κυπαρίσσια και άλλα πολλά αιωνόβια δέντρα, ομόρφαιναν την περιοχή γύρω τους. Το τοπίο είχε απαλό καταπράσινο χορτάρι και άφθονα λουλούδια. Ήταν άνοιξη. Δύο μέρες πριν από τον ξεσηκωμό των Ελλήνων για την Μεγάλη Επανάσταση. Όλη η πλάση στο πλευρό των Ελλήνων.
Όμως τα συναισθήματα των αγωνιστών ήταν αντίθετα με την ομορφιά της φύσης. Η σύντροφος του ήρωα πολεμιστή ήταν αγχωμένη και μάλιστα πολύ στεναχωρημένη. Κοιτάζοντάς τον κατάματα με θλιμμένο βλέμμα του είπε:
Τότε, η σύντροφος γονάτισε και του είπε:
Έτσι, η σύντροφος δάκρυσε και του είπε:
Όταν τελικά ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού, πήγαν και έδωσαν τη ζωή τους...
Ο Όρκος του Θηβαίου Ήρωα (Νικόλας Γλάρος)
Στο καταπράσινο τοπίο, λίγο έξω από τη Θήβα, ο νεαρός αγωνιστής του 1821, ο Ανδρέας, συναντούσε για τελευταία φορά τη Μαρία, την αγαπημένη του. Η αυγή χρωμάτιζε τον ουρανό με απαλά ροζ και χρυσαφένια χρώματα, καθώς εκείνος έσκυβε και της κρατούσε απαλά το χέρι.
«Ανδρέα, φοβάμαι…» ψιθύρισε η Μαρία, δακρύζοντας. «Ο πόλεμος είναι σκληρός, και εσύ…»
Ο Ανδρέας έσφιξε το χέρι της δυνατά, τα μάτια του γεμάτα φλόγα και αποφασιστικότητα. «Μη φοβάσαι, αγάπη μου. Ο αγώνας για την ελευθερία είναι ιερός. Δεν θα αφήσουμε τους τυράννους να μας δένουν με τις
αλυσίδες τους.»
Ένα απαλό αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά της Μαρίας, ενώ εκείνη κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια του. «Υποσχέσου μου πως θα γυρίσεις…»
Ο Ανδρέας, με βλέμμα γεμάτο θέρμη, έβαλε το χέρι του στο στήθος του. «Σου το ορκίζομαι, Μαρία. Θα πολεμήσω με όλη μου τη δύναμη και, αν είναι θέλημα Θεού, θα γυρίσω σε εσένα.»
Η Μαρία έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του, αφήνοντας έναν αναστεναγμό γεμάτο αγάπη και φόβο. Τα πουλιά κελαηδούσαν πάνω στα δέντρα, λες και προσπαθούσαν να μαλακώσουν τη βαριά ατμόσφαιρα της αποχαιρετιστήριας στιγμής.
Ο Ανδρέας σηκώθηκε αργά, άγγιξε απαλά το μάγουλό της και κατόπιν φόρεσε το καριοφίλι του στον ώμο. Το φως του ήλιου που ανέτειλε έριχνε μακριές σκιές στο έδαφος, καθώς εκείνος απομακρυνόταν, αφήνοντας πίσω του την καρδιά του, δεμένη με την υπόσχεσή του.
Η Μαρία έμεινε να τον κοιτάζει, προσευχόμενη σιωπηλά για την επιστροφή του. Και καθώς η φιγούρα του χανόταν στον ορίζοντα, ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, σφραγίζοντας την αγάπη και την αγωνία της για τον ήρωα της καρδιάς της.
Ο χωρισμός των δύο ερωτευμένων νέων
(Ευθυμία Δέδε)
Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ήταν ένα νεαρό ζευγάρι. Το ζευγάρι αυτό ήταν πολύ αγαπημένο αλλά για να μην τους βλέπουν αναγκάζονταν να συναντιούνται σε διάφορα απομονωμένα και απομακρυσμένα μέρη ψηλά στα βουνά.
Μια μέρα ειδοποίησαν τον άνδρα από την οργάνωση της επανάστασης και του είπαν ότι έπρεπε να φύγει για να πάει να πολεμήσει για την πατρίδα. Έτσι ειδοποίησε την κοπέλα του και της είπε ότι έπρεπε να συναντηθούν στο γνωστό μέρος διότι ήθελε να της πει κάτι πολύ
σημαντικό.
Αφού συναντήθηκαν κάθισαν κάτω στο χώμα μπροστά από τον κορμό μιας γέρικης ελιάς και έβλεπαν τον γαλάζιο ουρανό και τον πανέμορφο ελαιώνα που υπήρχε κοντά τους. Μακριά στο βάθος αγνάντευαν την ήρεμη και γαλήνια θάλασσα που την αγαπούσαν πολύ γιατί τους ηρεμούσε.
Ο νέος κοίταζε για πολλή ώρα μέσα στα μάτια την όμορφη κοπέλα του και δεν μπορούσε να της πει τίποτα.
Δεν ήθελε και δεν τολμούσε να της πει ότι έπρεπε να την αποχωριστεί. Τότε άρχισε να την χαϊδεύει στην πλάτη και να της τραγουδάει διάφορα τραγούδια που ήξερε πως της άρεσαν.
Έτσι κάθισαν ώρες ατελείωτες ο ένας να κοιτάει τον άλλον μέσα στα μάτια λες και δεν μπορούσαν να μιλήσουν.
Η κοπέλα είχε καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε αλλά δεν ήθελε να το σκέφτεται και γι’ αυτό δεν έβγαλε μιλιά.
Στο τέλος ο άνδρας δεν άντεξε και της είπε τι πρόκειται να συμβεί τις επόμενες ώρες. Έπειτα την ρώτησε αν θα μπορούσε να τον περιμένει μέχρι να επιστρέψει νικητής από εκείνον τον πόλεμο.
Εκείνη με δάκρυα στα μάτια και με πολλή αγάπη του είπε να πάει στο καλό, να προσέχει τον εαυτό του και ότι θα πήγαιναν όλα καλά με τη βοήθεια της Παναγίας και του Θεού.
Εκείνος ήταν πολύ στεναχωρημένος που αναγκαζόταν να αφήσει την όμορφη κοπέλα του και την ζωή που είχε ή που πρόκειται να είχε μαζί της.
Η κοπέλα θλιμμένη και αγανακτισμένη με όλα αυτά που θα συνέβαιναν και με τη σκέψη πως μπορεί να μην ξαναδεί αυτόν που αγαπάει ποτέ ξανά, του είπε να έμεναν εκεί μέχρι αργά κάτω από την ρίζα της γέρικης ελιάς διότι αυτή θα τους έφερνε τύχη.
Το σούρουπο τους βρήκε αγκαλιασμένους κάτω από το φως του φεγγαριού. Είχαν πλέον πάρει την απόφασή τους……
Όμως είχαν την ελπίδα στην καρδιά και στο μυαλό τους ότι σύντομα θα τέλειωναν όλα και θα συναντιόντουσαν
πάλι, αλλά αυτή την φορά για πάντα.

Ένας έρωτας του 1821(Μαγδαληνή Ζήση)
Λίγο μετά την έναρξη της επανάστασης γεννήθηκε και ένας μεγάλος έρωτας, του Κώτσου και της Τασούλας. Ο Κώτσος είχε πάει στα βουνά για να πολεμήσει εναντίων των τούρκων μαζί με τους υπόλοιπους αγωνιστές. Η Τασούλα είχε πάει μαζί με την μητέρα της να ψάξει για τον πατέρα και τον αδερφό της. Ο Κώτσος φορούσε φουστανέλα, τσαρούχια και γιλέκο, μάλιστα είχε μαζί του πολλά όπλα. Η Τασούλα φορούσε ένα πολύ όμορφο και μακρύ φόρεμα, ένα λεπτό και απλό κολιέ και είχε πιάσει τα μαλλιά της κότσο. Το σημείο που συναντήθηκαν ήταν κάτω από κάτι δέντρα και πίσω ήταν η θάλασσα. Ο
ουρανός ήταν γαλανός και φαινόταν «ήρεμος και χαρούμενος». Αφού μίλησαν λίγο και είπαν τα πιο σημαντικά πράγματα γι’ αυτούς ο Κώτσος είπε στη Τασούλα ότι πρέπει να φύγει. Τότε έδωσαν ραντεβού στο ίδιο μέρος το επόμενο πρωί. Η Τασούλα είχε πάει το άλλο πρωί στη ώρα της όμως Κώτσος άργησε πολύ. Αφού πέρασε πολύ ώρα η Τασούλα ήταν έτοιμή να φύγει. Ξαφνικά μέσα από τα δέντρα εμφανίστηκε ένας άλλος πολεμιστής μαζί με τον Κώτσο. Ο Κώτσος είχε μείνει κουτσός!!! Με το που τον είδε η Τασούλα έτρεξε στην αγκαλιά του, και άρχισε τις ερωτήσεις:
Η Τασούλα τα είχε χαμένα. Ο Κώτσος τότε της είπε πως μόλις τελείωνε ο πόλεμος αν εννοείτε ήθελε και εκείνη να παντρευτούν . Η Τασούλα δέχτηκε αμέσως. Τελικά αφού τελείωσε η επανάσταση και η χώρα ήταν και πάλι ελεύθερη οι δύο οικογένειες γνωρίστηκαν και
κατασυμπαθίστηκαν. Ο Κώτσος και η Τασούλα λίγες μέρες αργότερα παντρευτήκαν και έμειναν μαζί για το υπόλοιπο της ζωή τους και απέκτησαν και τρία πανέμορφα παιδάκια.
Στην αγκαλιά της Νίκης (Λάουρα Κίλλο)
Ο Θηβαίος Σύρρος, κουρασμένος αλλά νικητής, στεκόταν στην κορυφή του λόφου, κοιτώντας την πεδιάδα όπου η μάχη είχε τελειώσει. Δίπλα του στέκεται η Ελένη, η αγαπημένη του η οποία είναι τυλιγμένη στην αγκαλιά του και τον κοιτάει επίμονα στα μάτια με δάκρυα από την χαρά της. Ο Σύρρος σήκωσε απαλά το χέρι του και της έσφιξε το πρόσωπο, σκουπίζοντας ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλό της.
-«Μην κλαις, Ελένη. Όλα τελείωσαν…» της είπε με ζεστή φωνή
Η Ελένη έκλεισε για λίγο τα μάτια της και πήρε μια βαθιά
ανάσα.
-«Φοβήθηκα πως δεν θα σε ξαναδώ…» ψιθύρισε.
Ο αέρας φυσούσε απαλά γύρω τους, παρασέρνοντας τη σκόνη της μάχης. Οι φωνές των συντρόφων του ακουγόταν από μακριά, όμως εκείνος δεν μπορούσε να ακούσει τίποτα άλλο πέρα από τον γρήγορο χτύπο της καρδίας της.
-«Γύρισα, και θα είμαι πάντα εδώ.»
Την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του και μαζί κοίταξαν το ηλιοβασίλεμα, που έβαφε την πεδιάδα με χρυσές και
κόκκινες αντανακλάσεις. Η μάχη είχε τελειώσει, η γη είχε ποτιστεί με ιδρώτα και αίμα, αλλά εκείνη την στιγμή το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι ήταν ζωντανοί. Ότι ήταν μαζί.
Στο βάθος, η πόλη των Θηβών περίμενε να τους καλωσορίσει, όχι σαν απλούς ανθρώπους, αλλά σαν ήρωες.
Ο Αποχαιρετισμός (Μαρία Κοβάνη)
Αυτός ο πίνακας απεικονίζει τον Κωσταντίνο Βαμβακά που ήταν Θηβαίος πολεμιστής του 1821 και την Χάιδω Αϊτζή Βαμβακά όπου ήταν η γυναίκα του. Έπρεπε να χαιρετηθούν γιατί ο Κωσταντίνος πήγαινε στο Σούλι για να πολεμήσει. Εκείνη την ώρα τον Κωσταντίνο τον φωνάξανε να πάει στην μάχη αλλά δεν μπορούσε να φύγει χωρίς να αποχαιρετήσει τη γυναίκα του και της είπε: «Νομίζω πως ξέρεις ότι μπορεί να μην έρθω ζωντανός από αυτή τη μάχη». «Το γνωρίζω αλλά γίνεται να μην πας, να μείνεις μαζί μου και με τα παιδιά. Τα παιδιά σε χρειάζονται, φοβούνται πολύ». «Δυστυχώς δεν μπορώ να είμαι δίπλα σας και να ξέρεις και εγώ
φοβάμαι». «Εγώ προσπαθώ να σκέφτομαι μόνο ότι αγωνίζεσαι για την πατρίδα». «Αυτό πρέπει να κάνεις και να μην σκέφτεσαι τι μπορώ να πάθω εγώ». «Κώστα έλα εδώ πρέπει να φύγουμε». Στο ύψωμα του λόφου η βλάστηση ήταν πυκνή και το κρύο έντονο αλλά το κρύο στις καρδιές τους ήταν ακόμη περισσότερο. «Εντάξει Νικόλα έρχομαι, Χάιδω καταλαβαίνεις πως πρέπει να φύγω». «Το ξέρω αλλά θέλω να είσαι πολύ προσεκτικός». «Θα είμαι, αντίο, σου υπόσχομαι πως θα γυρίσω πίσω». «Αντίο». Η μάχη τελείωσε, χαρμόσυνες καμπάνες ηχούν σε όλη την Ελλάδα. Γύρισε και ο Κωσταντίνος, ούτε γρατζουνιά δεν είχε. «Κωσταντίνε γύρισες»! «Αφού στο υποσχέθηκα»!!

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $7.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $7.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!