Οι μαθητές του Δ2
Η δασκάλα τους, Μαρία Πλάτση



Ο Μέλιος και η Μελανή, τα αγαπημένα σκαθάρια, συμφώνησαν πλέον να μοιραστούν τη φωλιά και να ζήσουν αντάμα.

Τότε ο Μέλιος πήρε τη σπουδαία απόφαση, ζητώντας τα έξι πόδι της Μελανής σε γάμο:
- Μελανή, θα με παντρευτείς;
- Εννοείται! Τι υπέροχο δαχτυλίδι!
- Το έφτιαξα με τα πιο σπάνια και πολύτιμα λουλούδια, όπως εσύ!

Έτσι, παντρεύτηκαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Δυο εβδομάδες μετά τον γάμο, ένα χαρμόσυνο νέο ζέστανε τη φωλίτσα τους. Με μεγάλη χαρά υποδέχθηκαν τα δυο πανέμορφα σκαθαράκια τους, τον Λίο που ξεχώριζε για το πράσινο χρώμα του και τη Μελίσια, τη βιολετί οπτασία της φαμίλιας.

Η άνοιξη κατέφθασε και μεθυστικές μυρωδιές απλώθηκαν στο δάσος. Ο Μέλιος και η Μελανή έβγαλαν για πρώτη φορά τα μωρά τους βόλτα στον συναρπαστικό έξω κόσμο. Τα δίδυμα αργοσάλευαν παρατηρώντας τα φυτά, τα δέντρα και τα ζώα που τους περιτριγύριζαν


- Τι παράξενο λουλούδι! φώναξε η Μελίσια.
- Λέγεται παπαρούνα. Θέλετε να δοκιμάσετε τον χυμό της; πρότεινε ο περήφανος πατέρας.
- Ναι! απάντησαν ανυπόμονα τα παιδιά.


Έπειτα, γεύτηκαν λαχταριστά, ζουμερά βατόμουρα.

Η αγριοκερασιά, το πιο αγαπημένο στέκι των γονιών τους, ήταν ο επόμενος προορισμός τους.

Καθώς επέστρεφαν, ξαφνικά, αντικρίζουν ένα γιγάντιο πλάσμα - άνθρωπος πρέπει να ήταν- που έκοβε αμύγδαλα. Τέτοια ήταν η τρομάρα τους ώστε έτρεξαν με τα έξι ποδαράκια τους γρήγορα πίσω στο ασφαλές τους καταφύγιο.

Την επόμενη μέρα τα μικρά σκαθάρια ξύπνησαν πρωί - πρωί έτοιμα για εξερεύνηση. Οι γονείς τους, πολύ κουρασμένοι από χθες, κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Σκανταλιάρικα, σαν όλα τα μωρά, ξεγλίστρησαν κρυφά από τη φωλιά και με περιέργεια ξεκίνησαν την περιπλάνηση αλάργα απ' το σπιτάκι τους.



Παρατηρούσαν θαμπωμένα το πλήθος από διαφορετικά έντομα που τα υποδέχονταν. Ακρίδες, αλογάκια της Παναγίας, κουνούπια...


Μια θεόρατη λαχανί κάμπια γεμάτη δηλητηριώδη αγκάθια και τρίχες τράβηξε την προσοχή τους.
-Καλωσήρθατε, μικρά μου σκαθαράκια! τους είπε πονηρά.
- Μας αρέσει το τρίχωμά σας, κυρία Κάμπια. Μπορούμε να σας χαϊδέψουμε; είπαν με ένα στόμα τα αθώα ζωύφια.


Η μοχθηρή κάμπια τα πλησίασε και ετοιμάστηκε για το γεύμα της. Η φίλη της η Λούλα, η μαύρη τοξική αραχνούλα, που παρακολουθούσε τη σκηνή, έπλεξε βιαστικά τον ιστό της για να παγιδεύσει τα μικρά τους θύματα.
Ευτυχώς, σε μια στιγμή η γειτόνισσα πεταλούδα, η Ιουλιέτα, πέταξε πάνω απ' τα σκαθαράκια και τα άρπαξε σώζωντάς τα από του Χάρου τα δόντια.

Ο Μέλιος και η Μελανή ξύπνησαν έντρομοι από τον εφιάλτη που έβλεπαν όσο κοιμόντουσαν. Αμέσως κατάλαβαν ότι τα παιδιά τους είχαν πράγματι κινδυνεύσει και η σωτηρία τους άξιζε να γιορταστεί.

Φυσικά, όλα τα έντομα ήταν καλεσμένα στη γιορτή εκείνο το βράδυ.
-Μπαμπάκα, θέλουμε να μας υποσχεθείς ότι από δω και πέρα θα κάνουμε πολλά ταξίδια.
- Σύμφωνοι, Λίο! Αλλά αντάμα! πρόσθεσε ο Μέλιος.
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors


- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $8.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $8.99+) - DOWNLOAD
- LIKE (1)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!