
Στο ΓΕΛ Αγιάς
Σχολικό έτος: 2024-25

Τι είναι το "κουτί της ποίησης";
Ένα λεύκωμα γεμάτο στίχους που μας συγκίνησαν,
ένα ψηφιακό αποτύπωμα της δημιουργικής διάθεσης
& της ευαισθησίας της σχολικής μας κοινότητας.
Στο Α΄ μέρος ανθολογούνται αγαπημένα ποιήματα
τα οποία με αφορμή τη δράση του Ομίλου Φιλαναγνωσίας,
"21 Μαρτίου,
αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης 2025",
μεταμορφώθηκαν σε ψηφιακές αφίσες,
εκτυπώθηκαν και στόλισαν τους χώρους του σχολείου.




Στο Β΄ μέρος φιλοξενούνται πρωτότυπες ποιητικές δημιουργίες,
απόπειρες δημιουργικής γραφής μαθητών και εκπαιδευτικών,
που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας και εμπνεύστηκαν
από τους ήχους, τις εικόνες και τα αρώματα της Άνοιξης!
Ξεφυλλίστε τις σελίδες του "κουτιού" μας
και αφεθείτε στη μαγευτική επίδραση της τέχνης
που γεννιέται μέσα από τον λόγο και το συναίσθημα.






Λίγα λόγια
για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης
Η 21η Μαρτίου, η εαρινή ισημερία, σηματοδοτεί την έναρξη
της Άνοιξης, μια χρονική στιγμή που συμβολίζει την αναγέννηση της φύσης, την αναπτέρωση της ελπίδας και την ανατροφοδότηση της δημιουργικής διάθεσης. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι αυτή
η ημέρα έχει καθιερωθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης,
ένας θεσμός που γεννήθηκε στην Ελλάδα και αγκαλιάστηκε διεθνώς.


Αρχικά, το 1997, ο Βολιώτης ποιητής και πεζογράφος Μιχάλης Μήτρας πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων την καθιέρωση μιας ημέρας αφιερωμένης στην ποίηση. Ακολούθως, η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου υπέδειξε ως ιδανική ημερομηνία την πρώτη ημέρα της Άνοιξης, ενώ ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός,
ως πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, μετέφερε το αίτημα
σε διεθνές επίπεδο. Τελικά, τον Οκτώβριο του 1999, η UNESCO αναγνώρισε την 21η Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, με στόχο να ενισχύσει την παρουσία της ποίησης στα μέσα ενημέρωσης και να αναδείξει τον ρόλο της ως μέσου πολιτιστικής και κοινωνικής ταυτότητας.
Α΄ ΜΕΡΟΣ
"21 Μαρτίου, αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης"
ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΦΙΣΕΣ : αγαπημένα ποιήματα


Η αφίσα των Chapter Chatters
Τα μέλη της Ομάδας
Αρετή Γαρόφλου- Β΄ τάξη
Χρυσάνθη Γουργιώτη- Β΄ τάξη
Αμέλα Κίτσα- Β΄ τάξη
Αντωνία Μαγκιώση- Β΄ τάξη
Αντωνία Μαρούδα- Β΄ τάξη
Κ. Π. Καβάφης
(1863-1933)
Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωινά να είναι
που με τί ευχαρίστηση, με τί χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τί σημαίνουν.
[1911]

Κώστας Καρυωτάκης
(1896-1928)
Μόνο
Αχ, όλα έπρεπε να ’ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.
Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.
Τα ωραία κι απλά κορίτσια—ω αγαπούλες!—
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.
Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ’ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σαν να μου γελάνε.

Η σονάτα του σεληνόφωτος
(αποσπάσματα)
(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού.
Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει
σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως.
Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)
Γιάννης Ρίτσος
(1909-1990)

Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου.σου.
Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου.
Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.
Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου. (...)
Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
που κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ’ ετοιμάζω δυο – ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις; –
Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κ’ ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, – ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο.
Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ’ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)
Ασυμβίβαστα
Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
ν’ αποτελειώσω.
Από τη συλλογή Ερήμην (1958)
Κική Δημουλά
(1931-2020)

ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ:
η αφίσα
Τα μέλη της Ομάδας
Άγγελος Κάσο- Α΄ τάξη
Αλέξανδρος Τσαούσι- Α΄ τάξη


Οδυσσέας Ελύτης
(1911-1996)
Μονόγραμμα
Είναι νωρίς ακόμη μέσ’ στον κόσμο αυτόν,
μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα,
μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό,
μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μέσ’ στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού με πας και ποιος, μ’ ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς


Γιώργος Σεφέρης
(1900-1971)
Άρνηση
Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.
Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.







Η αφίσα των ChILL READers
Τα μέλη της Ομάδας
Αντέλα Κόρτσα- Α΄ τάξη
Βασιλική Νικούλη- Α΄ τάξη
Βασιλική Παπαϊωάννου- Α΄ τάξη
Αικατερίνη Σιαμέτη- Α΄ τάξη
Βασιλική Σωτηρίου- Α΄ τάξη
Τι λοιπόν;
Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε,
τούτο μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Γεώργιος Δροσίνης
(1859-1951)
Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα
το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει
κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρ’ απ’ το θάνατο αρχίζει;
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα
κι αντί να ‘ρθει μια νύχτ’ αξημέρωτη
ξημερώνει μι’ αβράδιαστη μέρα;
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;
Κεριά
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων⋅
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.
Κ. Π. Καβάφης
(1863-1933)
Δεν θέλω να τα βλέπω⋅ με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
Όταν βγαίνει το φεγγάρι
Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ' απρόσβατα
τα μονοπάτια.
Federico garcia lorca
(1898-1936)
Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ' την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.
Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.
Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη.
Νίκος Καββαδίας
(1910-1975)
Αγαπάω
Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,
Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,
Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.

Να φανεί απ τα βάθη του απέραντου δρόμου
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους
Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια
Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω
Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους

Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,
Κι ούτε πια να γυρίσω
Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες
Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.




MAYA ANGELOU
(1928-2014)
Phenomenal woman
(απόσπασμα)

Pretty women wonder where my secret lies.
I'm not cute or built to suit a fashion model's size
But when I start to tell them,
They think I'm telling lies.
I say, It's in the reach of my arms, The span of my hips,
The stride of my step,
The curl of my lips.
I'm a woman
Phenomenally.
Phenomenal woman,
That's me.
Οι όμορφες γυναίκες αναρωτιούνται
ποιο είναι το μυστικό μου.
Δεν είμαι χαριτωμένη, ούτε έχω το σώμα που ταιριάζει σε μοντέλο της μόδας.
Αλλά όταν αρχίζω να τους το λέω,
νομίζουν πως λέω ψέματα.
Τους λέω: Είναι στο άνοιγμα των χεριών μου, στην καμπύλη των γοφών μου,
στον ρυθμό του βήματός μου,
στην καμπύλη των χειλιών μου.
Είμαι γυναίκα,
εξαιρετικά.
Εξαιρετική γυναίκα,
αυτό είμαι εγώ.
I walk into a room
Just as cool as you please,
And to a man,
The fellows stand or
Fall down on their knees.
Then they swarm around me,
A hive of honey bees.
Μπαίνω σε ένα δωμάτιο
τόσο άνετα όσο θέλω,
και τότε οι άντρες
είτε σηκώνονται όρθιοι
είτε σωριάζονται στα γόνατα.
Με τριγυρίζουν
σαν μέλισσες σε κυψέλη μελιού.
I say,
It’s in the arch of my back,
The sun of my smile,
The ride of my breasts,
The grace of my style.
I’m a woman
Phenomenally.
Phenomenal woman,
That’s me.
(...)
Τους λέω:
Είναι η φλόγα στα μάτια μου,
η λάμψη στο χαμόγελό μου,
το λίκνισμα στη μέση μου,
η χαρά στα βήματά μου.
Είμαι γυναίκα,
εξαιρετική.
Εξαιρετική γυναίκα,
αυτό είμαι εγώ.

Οι προτάσεις των εκπαιδευτικών...










Κωνσταντίνος Καβάφης "Che fece .... il gran rifiuto"
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τό ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.
ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΒΛΑΧΑΚΗΣ ΠΕ02
ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
ΧΡΥΣΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΠΕ02

Ντίνος Χριστιανόπουλος "Η θάλασσα"
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.
Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.
Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

Νικηφόρος Βρεττάκος "Οι μικροί γαλαξίες"
Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,
κάτω απ’ τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.

ΦΑΝΗ
ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑ ΠΕ01
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ’ τη θέα τους·
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.
Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.
Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια;
ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα
της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;
που πήγανε οι χτίστες; Η μεγάλη Ρώμη
είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιους
θριαμβεύσανε οι Καίσαρες; Το Βυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο
μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;
τη νύχτα που την ρούφηξε η θάλασσα,
τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, με ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.
Δεν είχε ούτε ένα μάγειρα μαζί του;
Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν η Αρμάδα του
βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;
Ο Μέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Εφτάχρονο τον Πόλεμο.
Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;
Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;
Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άνδρας.
Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;
Πόσες και πόσες απορίες».
ΜΑΡΙΑ
ΓΚΟΥΝΤΟΥΛΑ ΠΕ02
ΒΙΚΤΩΡΙΑ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΕ02


Θανάσης Παπακωνσταντίνου – Ηλιόπετρα
Γεννιέται ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο
Η αγάπη πόλεμος, πόρτα που ανοίγει
Μέσα στα σπλάχνα σταλάζει λίγο φως
Είναι φεγγίτες τα σώματα που σμίγουν
Πλάι μου βαδίζεις σαν δέντρο σκιερό
Κάτω από έναν ήλιο δίχως ηλικία
Τα μάτια σου είναι κρήνες ονείρου όπου παν
Συχνά και ξεδιψάν τα άγρια θηρία
ΕΥΘΥΜΙΑ
ΚΟΥΦΟΥ ΠΕ02
Αλλάζει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο.
Μεταμορφώνεται, όλα αγιάζουν
Ο σκλάβος βγάζει στους ώμους του φτερά
Παύεις να είσαι ένας ακόμα ίσκιος
Ζητάω το πρόσωπό σου, ξανά παραληρώ
Βραγιά των γιασεμιών και στην πληγή αλάτι
Αγκάθι του θανάτου, αυγή του φεγγαριού
Γραφή θαλασσινή απάνω στο βασάλτη

Μικραίνει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο
Γίνεται η κάμαρα κέντρο του κόσμου
Και μισανοίγει σαν φρούτο ώριμο
Ή σαν αστέρι εκρήγνυται και σβήνει
Η φούστα σου παφλάζει φτιαγμένη από νερό
Τα κόκαλά μου βρέχει με τη μία
Μα όσο και να βρέχεις δε θα φοβηθώ
Γιατί είναι η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία
Γυμνός ο κόσμος όταν κυλιούνται δυο
Από τον ίλιγγο πάνω στη χλόη
Λύνονται οι κάβοι, σαλπάρουν οι ψυχές
Ο χώρος είναι σιωπή και φως μονάχα

Οι στίχοι είναι βασισμένοι στο ποίημα του μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας (1914-1998). Ακολουθεί απόσπασμα του πρωτότυπου κειμένου σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη:
(...) όλα μεταμορφώνονται, όλα αγιάζουν,
κέντρο του κόσμου κάθε κάμαρα είναι,
κάθε μια πρώτη νύχτα, πρώτη μέρα,
γεννιέται ο κόσμος όταν δυο φιλιούνται,
μια στάλα φως στα διάφανά μας σπλάχνα
η κάμαρα σαν φρούτο μισανοίγει
ή εκρήγνυται σαν σιωπηλό αστέρι (...)
Κωνσταντίνος Καβάφης «Ἀπολείπειν ὁ Θεός Ἀντώνιον»
Σάν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεί
ἀόρατος θίασος νά περνᾶ
μέ μουσικές ἐξαίσιες, μέ φωνές –
τήν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τά ἔργα σου
πού ἀπέτυχαν, τά σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μή ἀνωφέλετα θρηνήσεις.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.
ΜΑΡΙΑ
ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ ΠΕ07
Προ πάντων νά μή γελασθεῖς, μήν πεῖς πως ἦταν
ἕνα ὄνειρο, πώς ἀπατήθηκεν ἡ ἀκοή σου∙
μάταιες ἐλπίδες τέτοιες μήν καταδεχθεῖς.
Σάν ἕτοιμος ἀπό καιρό, σά θαρραλέος,
σάν που ταιριάζει σε πού ἀξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός τό παράθυρο,
κι ἄκουσε μέ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι
με τῶν δειλῶν τά παρακάλια και παράπονα,
ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τούς ἤχους,
τά ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου,
κι ἀποχαιρέτα την, τήν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις.

Τάσος Λειβαδίτης
"Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας" (απόσπασμα)
Ναι αγαπημένη μου. πολύ πριν σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε.
Τι έχεις αγόρι;
Δεν μίλαγα.
Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
ένα κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής
ήτανε που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια
ήτανε γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν κτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα
δεν ήτανε κανείς.
Κάπου όμως μες στον κόσμο
ήτανε η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα.
Πάντοτε.

Α, θάθελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου
τα γόνατα που σε γέννησε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμά σου
να κρύψω σα φυλακτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόσο ατελείωτη ευτυχία.

Γιατί εγώ, αγαπημένη μου, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ από τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρια και πάλι την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου έζησα όλη τη ζωή.
ΑΝΤΑ
ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ ΠΕ86
Νίκος Καββαδίας, «Μαραμπού»
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.
Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ’μαθε ποτέ, γιατί δεν το ’πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μού εγίνη.
Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα —σαν άνθος έμοιαζε αλπικό—
και μια στενή μάς έδεσεν αδελφική φιλία.
Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ’χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.
Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.
Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.
Ένα μικρό τής πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης, όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ’φευγε, την πόλη.
Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.
Νομίζω πως θε να ’πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.
Θα προχωρήσω!.. Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.
Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.
Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.
Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί. Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της. Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές «μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».
Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ’χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.
Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.
Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό, σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει, φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή, που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…
Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία τού μοιάζω…
ΣΤΕΛΛΑ
ΚΑΜΑΓΙΑΝΝΗ ΠΕ03

marabou


Γιάννης Ρίτσος, «Ρωμιοσύνη»
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη
του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ’ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά στο λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κι έχουνε τον καημό βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ’ απ’ τα άγρια
γένια τους.
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.
ΝΙΚΟΣ
ΝΤΑΒΑΣ ΠΕ80

Οδυσσέας Ελύτης «Το Άξιον Εστί», Η Γένεσις
Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
Και είδα και θαύμασα
Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα
και ομοίωσή μου:
Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
και γαλήνιοι αμφορείς
και λοξές δελφινιών ράχες
η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
«Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε

Και πολλά τα λιόδεντρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια
που να μην τα νιώθεις
όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
αλλά λίγο το νερό
για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου
και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα
φτενό στα πόδια σου το χώμα
για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
και να τραβάς του βάθους ολοένα
και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!
ΝΙΚΗ
ΠΑΙΔΗ ΠΕΟ4.04
Τάσος Λειβαδίτης, "Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος" (απόσπασμα)
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου
θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες
— μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια
των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
ΖΕΤΑ
ΑΡΧΟΝΤΗ ΠΕΟ3

Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφίνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ' τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.


(...) Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου
και μια λέξη: Ειρήνη
σα να ’γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.




Ο κήπος
Σε έναν κήπο μυστικό,
γεννήθηκε η αγάπη,
σαν τριαντάφυλλο δειλό,
με ρίζες μες στη στάχτη.
Κάθε πρωί της μίλαγα
με λέξεις από φως,
κι εκείνη ανθούσε σιωπηλά
με έναν παλμό κρυφό.
Στον κήπο αυτό που μ’ έπλασες,
θα σε θυμάμαι πάντα
σαν ένα ρόδο μοναχό,
που άνθισε για πάντα.
"Ανώνυμο"

Η Άνοιξη
Ανθίζουν τα άνθη,
ανθίζει κι η χαρά.
Φωτίζει ο ήλιος,
φωτίζει κι η ψυχή.
Κελαηδούν τα σπουργίτια,
στήνεται χορός.
Και σαν ο άνεμος φυσά,
ξεπλένονται οι λύπες.
Ήρθ΄ η άνοιξη,
ήρθε η ελπίδα.
Α.Κ.

Ήρθε η Άνοιξη
«Ήρθε η Άνοιξη», μου είπαν.
Τι ωραίος καιρός που ήταν!
Ο ήλιος γενναιόδωρα τον κόσμο να φωτίζει
και το τραγούδι των χελιδονιών να με αποκοιμίζει.
Μπήκε η Άνοιξη επιτέλους!
Στη μιζέρια μπήκαν τίτλοι τέλους.
Η φύση ξυπνάει, μαζί της κι εγώ.
Απλός παρατηρητής να είμαι σταματώ.

Η εποχή αυτή με κάνει να νιώθω πολλά!
Γλυκαίνει η καρδιά, σκέφτομαι συνειδητά.
Μα γιατί να νιώθω καλά
μόνο όταν ο Χειμώνας περνά;
Εμπρός φαντασία μου, είναι ώρα να οργιάσεις!
Όπως τώρα, και κάθε εποχή με αγάπη να κοιτάξεις!
Γεωργία Τσικρίκη, Γ΄ τάξη

Ανοιξιάτικος αέρας
Ανοιξιάτικος αέρας σιγογλιστρά μέσα απ’ τα άνθη,
γιασεμιά και αρώματα γεμίζοντας ξανά τα δάση,
και στις ψυχές αντηχεί μια μελωδία γλυκιά.
Τα χελιδόνια φέρνουν τραγούδια από μακρινά μέρη,
ενώ τα άλογα χορεύουν στον ρυθμό
γυρεύοντας κάτω από τον ήλιο την αγκάλη.
Ο Ποσειδώνας τη θάλασσα ηρεμεί,
καθώς η Δήμητρα σπέρνει τη γη.
Βασίλης Ζιούλης, Α΄ τάξη

Μπαίνει ο Μάης
Μπαίνει ο Μάης, ανθίζουν τα λουλούδια
και τώρα νιώθω έτοιμη να γράψω τραγούδια.
Ο ήλιος φεγγοβολά, μα ο φόβος παραμένει.
Από την πόλη δεν μπορώ να βγω, που νιώθω σα χαμένη.
Κι αν τα πουλιά κελαηδούν, εσύ δεν είσαι εδώ για μένα!
Βαριά η απουσία σου, αφού τίποτε δε μου θυμίζει εσένα…
Δήμητρα Κωνσταντινίδη, Γ΄ τάξη
Ανθισμένη...
Ανθισμένη είναι γύρω η φύση,
ανθισμένη κι η καρδιά μου.
Σκέφτηκα τα λόγια που είπες,
όταν σε είχα χτες κοντά μου.
Χρώματα παντού στην πλάση,
Μυρωδιές και ευωδία.
Γνώριμο το άρωμά σου,
Χτες μαζί στην παραλία.

Ατενίζουμε το μέλλον,
βήμα σταθερό, γοργό!
Κράτα μου σφιχτά το χέρι,
Δώσε μου να πιω νερό.
Μαρία Δασκαλάκη ΠΕ07

Τα χρώματα της Άνοιξης
Το άσπρο σου το φόρεμα
Μαζί με ροζ το πλέκεις
Τα χρώματα της άνοιξης
σου αρέσει να τα βλέπεις!
Ανδρονίκη Παιδή ΠΕ04.04

Άνοιξε
Άνοιξε την καρδιά σου
και άκου των πουλιών τις θεόπνευστες συνθέσεις,
δες των λουλουδιών τα ντροπαλά ξεπετάγματα,
νιώσε της φύσης τους χαρούμενους παλμούς.
Άνοιξε την καρδιά σου
και βάλε μέσα την Άνοιξη.
Ευαγγελία Χρυσακοπούλου ΠΕ02

Σ΄ευχαριστώ
Εσένα που γεύτηκες την αλμύρα της θάλασσας...
Εσένα που άγγιξες την πνοή του ανέμου...
Εσένα που έπαιξες με του ήλιου τις κορυφές...
Σε ευχαριστώ, χελιδόνι μου, για όλα τα δώρα που μου έφερες!
Ευαγγελία Χρυσακοπούλου ΠΕ02

Έρωτας του Απρίλη
Χαμόγελα σκορπίστηκαν σε ολόκληρη την πλάση,
οι έγνοιες και οι έριδες μάς έχουνε ξεχάσει.
Ο Έρωτας αντάμωσε το αηδόνι του Απρίλη,
κι εκείνο πήγε κι έσμιξε με κοραλλένια χείλη.
Ευαγγελία Χρυσακοπούλου ΠΕ02

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή, σελ. 2-3
Λίγα λόγια για την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης, σελ. 4-5
Α΄ Μέρος / τίτλος, σελ. 6-7
Η αφίσα των Chapter Chatters, σελ. 8-9
"Ιθάκη", σελ. 10-13
"Μόνο", σελ. 14-15
"Η σονάτα του σεληνόφωτος", σελ. 16-25
"Ασυμβίβαστα", σελ. 26-27
Η αφίσα των "Πράσινων Αναγνωστών" σελ. 28-29
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
"Μονόγραμμα", σελ. 30-31
"Άρνηση", σελ. 32-33
Η αφίσα των Chill readers, σελ. 34-35
"Τι λοιπόν", σελ. 36-39
"Κεριά", σελ. 40-41
"Όταν βγαίνει το φεγγάρι", σελ. 42-43
"Αγαπάω", σελ. 44-47
"Phenomenal woman", σελ. 48-51
Η αφίσα των εκπαιδευτικών, σελ. 52-53
"Che fece...il grand rifiuto", σελ. 54
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
"Η θάλασσα", σελ. 55
"Οι μικροί γαλαξίες", σελ. 56-57
"Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει", σελ. 58-59
"Το ποίημα έρχεται από μακριά", σελ. 60-61
"Ηλιόπετρα", σελ. 62-65
"Απολείπειν ο θεός Αντώνιον", σελ. 66-67
"Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας", σελ. 68-71
"Μαραμπού, σελ. 72-79
"Ρωμιοσύνη", σελ. 80-83
"Το άξιον εστί", σελ. 84-87
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
"Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος", σελ. 88-91
"Β΄ Μέρος/τίτλος", σελ. 92-93
"ο κήπος", σελ. 94
"Η Άνοιξη", σελ. 95
"Ήρθε η Άνοιξη", σελ. 96-97
"Ανοιξιάτικος αέρας", σελ. 98
"Μπαίνει ο Μάης", σελ. 99
"Ανθισμένη...", σελ. 100-101
"Τα χρώματα της Άνοιξης", σελ. 102-103
"Άνοιξε", σελ. 104
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
"Σ' ευχαριστώ", σελ. 105
"Έρωτας του Απρίλη", σελ. 106-107
Περιεχόμενα, σελ. 108-112
Επίλογος, σελ. 113
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στο σχολείο η ποίηση δεν είναι απλώς ένα μάθημα. Είναι αφορμή για σκέψη, πηγή συναισθημάτων, λόγος έκφρασης. Είναι η φωνή της ψυχής που ψιθυρίζει, φωνάζει ή σιωπά. Ένα παράθυρο στον κόσμο και ταυτόχρονα ένας καθρέφτης του εαυτού μας. Της αξίζει να έχει μια ξεχωριστή θέση στην εκπαιδευτική καθημερινότητα.
Το «Κουτί της Ποίησης» είναι ένας μικρός ύμνος στη δύναμή της. Αφιερώνεται σε όλους εσάς, μαθητές, μαθήτριες και συναδέλφους εκπαιδευτικούς, που με αγάπη, δημιουργικότητα και …τόλμη βοηθήσατε να το «γεμίσουμε»!
Σας ευχαριστώ!
Ευαγγελία Χρυσακοπούλου ΠΕ02 (Υπεύθυνη Ομίλου Φιλαναγνωσίας ΓΕΛ Αγιάς 2023-2025)
Ιούλιος 2025

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $22.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $22.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!