
Αφιερωμένο στη κυρία Ζουμπουλή υπεύθυνη καθηγήτρια του ομίλου " Ιστορικές και Λογοτεχνικές Διαδρομές με όχημα την φιλαναγνωσία" από όλους εμάς τους μικρούς συγγραφείς και ποιητές.

Εθελοντισμός και Ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο
Σε έναν κόσμο που βασιλεύει η αδιαφορία, η εγκληματικότητα και ο ατομικισμός, το κίνημα του εθελοντισμού, έρχεται να σπάσει τα δεσμά του κακού και να σκορπίσει την αισιοδοξία, την ελπίδα και τη δύναμη σε όσους το έχουν ανάγκη. Οι εθελοντές χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς απαιτήσεις έχουν ως μοναδικό σκοπό το κοινό καλό και το χρέος απέναντι στους συνανθρώπους μας και στην κοινωνία γενικότερα.
Μέσω του εθελοντισμού ακόμα κι εμείς, οι ίδιοι, μπορούμε να αναπτυχθούμε ως άνθρωποι με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Δεν είμαστε πια πλανητικοί θεατές αλλά ενεργοί πολίτες που παλεύουμε για να στερεώσουμε οτιδήποτε καλό και όταν τα καταφέρνουμε, γεμίζουμε με αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση βάζοντας καινούριους στόχους σαν ομάδα, γεμίζοντας το πουγκί της ψυχής μας με πληρότητα.
Ο εθελοντής μαθαίνει να σκέφτεται, να συνεργάζεται και να ενεργεί με βούληση και προθυμία κάτω από αντίξοες συνθήκες βιώνοντας πρωτόγνωρα και συνάμα πολύτιμα συναισθήματα. Είναι ο άνθρωπος που έχει άνεση στις διαπροσωπικές του σχέσεις, καθώς συναναστρέφεται με πλήθος ατόμων, πολλές φορές και διαφορετικών εθνικοτήτων. Είναι σε θέση και μπορεί να αναλάβει να διεκπεραιώσει υποθέσεις ύψιστης σημασίας, με ψυχραιμία, οργάνωση και συντονισμό. Ως εθελοντές και αλτρουιστές προσφέρουμε όχι μόνο υλικά αγαθά αλλά ελπίδα κι υποστήριξη όπου υπάρχει ανάγκη.

Ο εθελοντισμός ισορροπεί και συμπληρώνει την αδυναμία του Κράτους να υποστηρίξει όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο, με τους απαραίτητους πόρους. Επιπλέον, το κοινωνικό αίσθημα και γενικά η ανιδιοτελή αγάπη για την κοινότητα ευδοκιμούν μέσω αυτού του κινήματος αποκαθιστώντας το χάσμα της χαμένης ανθρωπιάς.
Οι εθελοντές είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αλλά με χαρίσματα μοναδικά. Γνωρίζουν πολύ καλά να απλώνουν τα χέρια τους για να βοηθήσουν, να προσφέρουν την αγκαλιά τους για να παρηγορήσουν, να ανοίξουν την καρδιά τους για να ευχαριστήσουν, να χαρίσουν το αίμα τους για να σώσουν. Γνωρίζουν πολύ καλά να φέρνουν την άνοιξη μέσα στο καταχείμωνο και τον ήλιο μέσα στο σκοτάδι, γνωρίζουν πραγματικά πολύ καλά την έννοια του να είσαι ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Σαν ένα μεγάλο καρποφόρο δέντρο είναι ο εθελοντισμός που απλώνει την πλούσια φυλλωσιά του, την όμορφη σκιά του πάνω από την ανάγκη και οι εθελοντές είναι τα πουλιά που το επισκέπτονται, οι βοηθοί του. Μέσα από τα εφηβικά μου μάτια ένα δάκρυ κυλά και συλλογιέμαι, παρομοιάζοντας τους ανθρώπους με πουλιά: «Ποιο πουλί δεν θα θέλει να χτίσει την φωλιά του σε ένα τέτοιο δέντρο, ένα δέντρο που το ποτίζει η ΑΓΑΠΗ!».
Ο μαθητής του Πρότυπου Γυμνασίου Μυτιλήνης
Ταξιάρχης Παπουτσής
Εθελοντισμός μια πράξη αγάπης
Στην εποχή της πληθώρας και του καταναλωτισμού πολλοί άνθρωποι αλλά και κράτη ολόκληρα δοκιμάζονται μέσα από φυσικές καταστροφές, σεισμούς, εγκληματικότητα, πολέμους και πολλά άλλα. Όπου ο κρατικός μηχανισμός καθυστερεί με γραφειοκρατικές διαδικασίες και δεν μπορεί άμεσα να επέμβει, σαν άγγελοι που βρίσκονται στη γη είναι οι εθελοντές.
Εθελοντές είναι εκείνοι που θέλουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ανάλογα με το ταλέντο, τις γνώσεις τους, τις δυνατότητες τους και την εμπειρία τους, με μοναδικό αντάλλαγμα την ικανοποίηση της προσφοράς. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θα διαθέσουν τον ελεύθερο χρόνο τους, που θα βάλουν στην άκρη τα δικά τους προβλήματα, που θα συμπαρασταθούν, θα συντρέξουν και θα βοηθήσουν με την καρδιά τους, τους άλλους. Γιατί η αγάπη και η αλληλεγγύη τους περισσεύουν και θέλουν να τα μοιραστούν επειδή γνωρίζουν καλά ότι με αυτόν τον τρόπο θα τα πολλαπλασιάσουν.
Σαν να πηγάζει από μέσα τους αυτή η ανάγκη της προσφοράς, σαν φωτιά, τους καίει ο πόνος του άλλου και ρίχνονται στην μάχη να τον απαλύνουν, να τον γιατρέψουν ίσως και να τον εξαφανίσουν. Οι εθελοντές σαν καλοί ακροβάτες ισορροπούν ανάμεσα στην ανιδιοτέλεια και την ευθύνη τους προς την κοινωνία, ο εθελοντισμός για αυτούς είναι στάση και σκοπός ζωής. Η προστασία του περιβάλλοντος, των ανθρώπων, των ζώων , των δασών γίνεται αυτοσκοπός τους.
Τα οφέλη που έχουμε εμείς οι εθελοντές είναι αναρίθμητα. Μαθαίνουμε να λειτουργούμε και να δραστηριοποιούμαστε σαν ομάδα ,καταρρίπτοντας το εγώ και ανυψώνοντας το εμείς. Η συναναστροφή μας με πολύ κόσμο μας βοηθάει στην κοινωνικοποίηση μας, αντιμετωπίζοντας καταστάσεις και επιλύοντας σύνθετα προβλήματα ακόμα και στην προσωπική μας ζωή. Ο εθελοντισμός έχει σταθερά θεμέλια καθώς πατάει
επάνω σε ηθικές αξίες και αρχές, δίνει νόημα στην ζωή μας, αξία στις πράξεις μας, μας αναγεννά.

Ο Έλληνας από την αρχαιότητα εώς και σήμερα είναι μαθημένος να προσφέρει βοήθεια, ο εθελοντισμός βρίσκεται στην κουλτούρα, στην παράδοση του και πηγάζει από το είναι του. Πολλές φορές η βοήθεια των Ελλήνων ξεπερνά τα εθνικά σύνορα με την κατανόηση και την εκτίμηση λαών ολόκληρων.
Ας ανοίξουμε λοιπόν, την ομπρέλα του εθελοντισμού να σκεπάσει τη γη και όλοι εμείς από κάτω, ας αρπάξουμε τα όπλα της καλοσύνης, ας πολεμήσουμε για ένα καλύτερο αύριο, έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της ευημερίας και του Εθελοντισμού. Ήρθε η ώρα να το αποφασίσουν όλοι, έστω να το δοκιμάσουν, έτσι ξεκίνησαν οι περισσότεροι και δεν σταμάτησαν ποτέ, γιατί ο εθελοντισμός είναι εντέλει μεταδοτικός.
Ο μαθητής του Πρότυπου Γυμνασίου Μυτιλήνης
Χρυσοβαλάντης Παπουτσής
Ο Εθελοντισμός ως Ελπίδα για Ένα Καλύτερο Κόσμο
Ο εθελοντισμός αποτελεί μία από τις πιο αγνές και ελπιδοφόρες εκφράσεις της ανθρώπινης αλληλεγγύης και κοινωνικής προσφοράς. Σε έναν κόσμο που πλήττεται από κοινωνικές ανισότητες, φτώχεια, περιβαλλοντική κρίση και ανθρωπιστικές καταστροφές, η εθελοντική δράση έρχεται να προσφέρει ελπίδα, ενότητα και προοπτική για ένα καλύτερο αύριο. Μέσα από την ανιδιοτελή προσφορά, οι άνθρωποι ενώνουν τις δυνάμεις τους, όχι μόνο για να βοηθήσουν όσους έχουν ανάγκη, αλλά και για να οικοδομήσουν μια κοινωνία πιο δίκαιη, ανθρώπινη και βιώσιμη.

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους που ο εθελοντισμός αποτελεί πηγή ελπίδας για το μέλλον είναι η ικανότητα, του να παρέχει ουσιαστική βοήθεια σε όσους χρειάζονται. Είτε αφορά τη στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, τη προστασία του περιβάλλοντος ή την ενίσχυση της εκπαίδευσης, οι εθελοντές παίζουν καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Σε παγκόσμιο επίπεδο, εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται βασικά αγαθά. Μέσα από προγράμματα ενίσχυσης, δράσεις κοινωνικής ένταξης και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες, οι εθελοντικές οργανώσεις και όσοι συμμετέχουν σε αυτές προσφέρουν πολύτιμη στήριξη, διασφαλίζοντας ότι οι πιο αδύναμοι δεν θα μείνουν αβοήθητοι, ενώ συμβάλλουν στην οικοδόμηση ενός κόσμου με λιγότερες ανισότητες.
Ωστόσο, η σημασία του εθελοντισμού δεν περιορίζεται μόνο στη φιλανθρωπία, καθώς διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και στην προστασία του περιβάλλοντος, ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας. Οι εθελοντές συμμετέχουν σε δενδροφυτεύσεις, καθαρισμούς ακτών, ανακύκλωσης και ενημερωτικές εκστρατείες, με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού και τη διατήρηση του φυσικού μας κόσμου. Αν ο καθένας
αφιέρωνε έστω και λίγο από τον χρόνο του σε τέτοιες πρωτοβουλίες, το συλλογικό όφελος για το περιβάλλον θα ήταν ανυπολόγιστο.
Επιπλέον, ο εθελοντισμός δεν ωφελεί μόνο όσους δέχονται βοήθεια, αλλά και εκείνους που προσφέρουν, καθώς τους δίνει την ευκαιρία να αναπτύξουν σημαντικές δεξιότητες, όπως η συνεργασία, η επικοινωνία, η ενσυναίσθηση, ενώ παράλληλα βιώνουν την ικανοποίηση της προσφοράς. Η ενασχόληση με τον εθελοντισμό συμβάλλει στην αντιμετώπιση της κοινωνικής απομόνωσης, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και δημιουργεί σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων.
Σε μια εποχή γεμάτη προκλήσεις, όπου οι κοινωνίες δοκιμάζονται σε πολλά επίπεδα, ο εθελοντισμός αποτελεί μια σαφή απόδειξη ότι η συλλογική προσπάθεια μπορεί να φέρει έναν καλύτερο κόσμο. Κάθε προσφορά όσο μικρή και αν φαίνεται έχει τη δική της αξία και μπορεί να αλλάξει τη ζωή κάποιου. Αν όλοι συνεισφέρουμε με το δικό μας τρόπο, τότε η ελπίδα δεν είναι απλώς ένα όνειρο, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα που θα διαμορφώσει ένα μέλλον γεμάτο αγάπη, δικαιοσύνη και ευημερία.
Δήμητρα Σιμιτζή
Λόγια πένα
Ψάχνοντας αρχή στα τελειωμένα.
Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 1950
Το καράβι ξαφνικά τραντάχτηκε, τα κύματα έγιναν πιο σκληρά, πιο δυνατά και όμως το γέρικο και σκουριασμένο σκαρί του πλοίου τα σκαρφάλωνε χωρίς να λυγίζει, ασταμάτητα και ακούραστα. Ξύπνησα, γύρισα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού αλλά δεν την βρήκα. Το μόνο που βρήκα ήταν ένα ασπρό-γκριζο δωμάτιο, με ένα παράθυρο που αντίκριζε στις θάλασσας τον αφρό. Σηκώθηκα, τραντάχτηκα, το βραδινό της άγγιγμα είχε αφήσει ακόμα την αναλύωτη αίσθηση του, δημιουργώντας μια ευχάριστη γλύκα. Βγήκα από το δωμάτιο, δεν την βρήκα. Προχωρούσα στους ατελείωτους διαδρόμους. Ακόμα και οι διάδρομοι μύριζαν θάλασσα και αλάτι. Βγήκα στο κατάστρωμα. Είδα την Λέσβο, το νησί της Σαπφούς

και τα χώματα του Ελύτη. Αλλά δεν την είδα όπως την άφησα, την είδα καμένη ριγμένη στο έλεος του Εμφυλίου. Την είδα να κλαίει, να κλαίει τα χαμένα της παιδιά, θαμμένα στο χώμα, όλα ισοπεδωμένα. Την βρήκα να κάθεται στο κάγκελο, μακάρι να ήξερα τι σκεφτόταν. Το πρόσωπο της ήταν άσπρο και τα ξανθά της μαλλιά της έδιναν μια αξιαγάπητη λαμπρότητα. Της χάιδεψα τα μαλλιά, την έπιασα από την μέση, την αγκάλιασα και την κοίταξα στο πρόσωπο της. Το χιλιο-γρατσουνισμένο πρόσωπο της απεδείκνυε την ιστορία της, τον πόνο και το κλάμα της, την διαφυγή της. Και όμως ήταν μαζί μου, την είχα μαζί μου, στην αγκαλιά μου. Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε :
- Μάριε, φοβάμαι, φοβάμαι για το τώρα, για το μέλλον, για τα πάντα. Που με πας, πως έφτασα εδώ, δεν είμαι από αυτά τα χώματα, δεν είμαι από την δικιά σας πάστα. Δεν θα με δεχτούν. Μάριε δεν αντέχω.
Ήθελα να την βοηθήσω, να την καθησυχάσω αλλά δεν μπορούσα, μία ψυχική δύναμη με τραβούσε μακριά από την απάντηση. Όσο μιλούσε το βλέμμα της άλλαζε. Έπαιρνε την μορφή μια σπλαχνικής μάνας, η οποία βλέπει το παιδί της να φεύγει, να φεύγει μακριά από την αγκαλιά της και να πηγαίνει στα ξένα. Χωρίς να ξέρει εάν θα τον ξαναδεί ποτέ, εάν θα επιστρέψει ζωντανός, άθιχτος ή απλά θα πέσει πυροβολημένος, στα ξένα χώματα. Το καράβι τραντάχτηκε για άλλη για φορά.
Αυτή την φορά λίγο πιο δυνατά. Κοίταξα το τοπίο. Είδα το λιμάνι της Μυτιλήνης. Έφτασα στον τόπο μου. Έφτασα στο χώματα που τόσο πολύ νοστάλγησα. Μετά από τρία χρόνια πολέμου ξανά επέστρεψα στον τόπο μου. Σε λίγο εμφανίστηκε ένας ανθρωπάκος. Ήταν κοντός με ένα καλλωπισμένο μαύρο μουστάκι. Άνοιξε το στόμα του και είπε. << Εντός ολίγον λεπτών το πλοίο φτάνει εις το λιμάνι της Μυτιλήνης>>. Αυτά είπε, σώπασε και έφυγε. Την πήρα στην αγκαλιά μου και την οδήγησα στο δωμάτιο, κλείσαμε τις βαλίτσες μας και κατεβήκαμε. Έπειτα από 30 λεπτά το πλοίο σταμάτησε, έδεσε στο λιμάνι και άνοιξε τις πελώριες πύλες του. Η θάλασσα χτυπούσε με μανία το σκαρί του πλοίου χωρίς όμως να το καταστρέφει. Βγήκα από το πλοίο. Η Σύλβια ήταν λίγο πιο πίσω μου.
Περπατούσε δισταχτικά, χωρίς αυτή την ζωντάνια που είχε πίσω στην Αμερική. Αφού βγήκαμε, καθίσαμε σε ένα παγκάκι και αντίκρισα την θάλασσα. Αν και άγρια δεν είχε χάσει την χάρη της. Αντανακλούσε τον ήλιο, τα σύννεφα, τα θαλάσσια παιδιά της. Όλα αυτά ακούραστα.
Έναν χρόνο μετά τον πόλεμο, αλλά όμως, μπορούσες να καταλάβεις τον διχασμό των ανθρώπων, ανάμεσα σε αυτούς και οι νεκροί, μια παράταξη ποικίλων ανθρώπων, φύλων και ηλικιών. Βυθισμένοι μέσα στο χώμα και πνιγμένοι μέσα στο ίδιο τους το αίμα, βρίσκονταν τα σώματα τους. Σώματα, άψυχα, νεκρά θαμμένα κάτω από μια μαρμαρένια πλάκα που γράφει << είς μνήμη...>>. Από την άλλη οι ψυχές τους κείτονταν στον αέρα, προσπαθούσαν να φύγουν μακριά από τούτο τον τόπο, από έναν τόπο γεμάτο αίμα και μπαρούτι.
Είχε δίκιο. Ο άνθρωπος πάντα ήθελε να έχει μια υψηλή θέση στην ζωή του. Να μπορεί να κυριαρχήσει, να ξεχωρίσει από τους άλλους, ακόμα και εάν αυτό πολλές φορές σήμαινε ότι πρέπει να σκοτώσεις τον κατώτερο σου. Αλλά το πρόβλημα μου δεν είναι αυτό. Το πραγματικό μου ερώτημα ρωτούσε για αυτό το πνεύμα. Γι’ αυτό το ελεύθερο κι χιλιοπονεμένο πνεύμα το οποίο αιωρούνταν, πολλές φορές πάνω από τα κεφάλια μας σαν Άγγελος. Τι έψαχνε, πως έψαχνε, γιατί έψαχνε, πως γίνεται σε τούτη την πλούσια πλάση του επίγειου κόσμου να μην βρήκε μια φωλιά, μια στέγη να φυλαχτεί, να ηρεμήσει; Γιατί ; Αυτά σκεφτόμουν, με αυτά καταπιάνονταν ο νους μου.
Μετά από ώρα καταφέραμε και σηκωθήκαμε από αυτό το παγκάκι. Κοίταξα την Σύλβια στα μάτια ,προσπαθώντας να την προετοιμάσω για την στιγμή του ανταμώματος, αλλά δεν μου απάντησε.
Προχωρώντας είδα το σπίτι όπου είχαν βρει καταφύγιο οι γονείς μου. Ήταν ένα μικρό, ταπεινό, πέτρινο σπίτι πού μέσα του έκρυβε διάφορα. Άκουσα μια φωνή να έρχεται από τον ουρανό. Κοίταξα απάνω, στο μπαλκόνι, είδα μια φιγούρα μίας νέας γυναίκας με μακρά μαλλιά και μαύρη φορεσιά.
- Μετά από λίγη ώρα η πόρτα άνοιξε απότομα και εμφανίστηκε η Μάνα
Κατευθυνθήκαμε βόρεια, ανεβαίνοντας ανταμώσαμε πολλούς, γνωστούς και άγνωστους, ανθρώπους του κάθε φύλου, της κάθε καταγωγής και ράτσας και του κάθε επαγγέλματος. Από Μυτιληνιούς σε Πλωμαρίτες σε Γεραγότες. Από Λέσβιους σε Αθηναίους σε Χιότες σε Λημνιούς σε Θεσσαλονικείς σε Κρητικούς. Από αγρότες σε δασκάλους σε γιατρούς σε δικηγόρους σε επιστήμονες. Από κάθε πάστα ανθρώπου είχε τούτος ο τόπος. Και όμως, κανένας από όλους αυτούς δεν χαμογελούσε, δεν μιλούσε. Ούτε παιδί ούτε βρέφος. Προχωρούσαμε, μέχρι που το λιμάνι κρύφτηκε πίσω από την αραιή αρχιτεκτονική της πόλης. Στρίψαμε δεξιά σε ένα κρυφό στενάκι μακριά από κάθε φασαρία και κακία που έκρυβε η πόλη. Προχωρήσαμε βαθιά μέσα του. Όσο πιο μέσα του μπαίναμε τόσο πιο σκοτεινό γίνονταν.
Εκείνη την ώρα άπλωσε το χέρι της να την ακουμπήσει. Η Σύλβια τρόμαξε, στραβοκατάπιε, δεν ήξερε τι να πει. Στο τέλος κάτι κατάφερε να ξεστομίσει.
Γύρισε και είδε την αδερφή μου πήγε να της δώσει το χέρι της αλλά αυτή της γύρισε την πλάτη και έφυγε τρέχοντας σαν να είδε τον χάρο. Ξαφνικά κατέβηκε ο Πατέρας.
- Καλωσόρισε στο σπιτικό μας. Ξακουραστείτε μην κάθεστε όρθιοι. Γυναίκα πιάσε τις βαλίτσες και βάλτες στο δωμάτιο. Φίλεψε τα ιερά τούτα πρόσωπα με τον καλύτερο μεζέ και δώστους γλυκό κρασί να πιούν.
Αυτά είπε και ήρθε πιο κοντά μας. Με χάιδεψε στο πρόσωπο και μετά θώρησε την Σύλβια, άνοιξε την αγκάλη του και την έβαλε μέσα της, την αγάπησε ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Από την άλλη πλευρά η μητέρα την έβλεπε δισταχτικά. Σαν κάτι να φοβόνταν. Καθίσαμε στον καναπέ. Μπροστά μας είχε ένα ξύλινο σκαλιστό τραπεζάκι όπου και ακούμπησε η μάνα τους μεζέδες. Αμέσως η μητέρα έφυγε με καλυμμένο το πρόσωπο. Καθίσαμε στον καναπέ. Στο κέντρο εγώ, η Σύλβια αριστερά μου και ο πατέρας μου από την άλλη. Τον λόγο τον ξεκίνησε ο Πατέρας προσπαθώντας να αντλήσει κάθε πληροφορία γι’αυτή.

Αμέσως μου κάνει νόημα να έρθω πιο κοντά του.
Μετά από λίγο ανεβήκαμε στην κάμαρη. Η Σύλβια ξάπλωσε στο κρεβάτι και έπιασε τον ομφαλό της. Τον ακουμπούσε με τέτοια μανία σαν να τον πίεζε κάτι. << Είσαι καλά;>> της είπα αλλά αυτή δεν απάντησε, μονάχα μου έγνεψε καταφατικά το κεφάλι και γύρισε προς τον τοίχο. Την θώρησα λίγο καλύτερα.
Μπορούσα να καταλάβω πως κάτι είχε, αλλά δεν ήξερα τι. Σαν να προσπαθεί να σηκώσει κάτι που ούτε ο θεός ο ίδιος δεν μπορούσε. Και όμως αυτή προσπαθούσε, πάλευε, αγκομαχούσε να το σηκώσει σαν να ήταν το χρέος της σαν άνθρωπος στο κόσμο τούτο.
- Ποια είναι αύτη. Εγώ σε αυτή ούτε λίρα δεν ξοδεύω. Δεν είναι αυτή άνθρωπος, τέρας είναι, φοβάμαι πια να κυκλοφορήσω. Με τι μούτρα θα βγω εγώ στο χωριό άμα την δουν.
Έφυγα από το δωμάτιο. Τέτοια αντιμετώπιση από την μάνα μου δεν την περίμενα ποτέ. Αλλά τα πράγματα έτσι είναι.
Ο πόλεμος αλλοιώνει τον άνθρωπο. Τον κάνει πιο άγριο και πολλές φορές τον γυρίζει στην αρχική πρωτόγονη μορφή του. Μπήκα στο δωμάτιο όπου κοιμόνταν πια η Σύλβια. Ο ήλιος είχε δύσει και το φεγγάρι πιά μας χαιρετούσε απ’ τ ’αψηλά. Ξάπλωσα και εγώ δίπλα της όπου με πήρε ο γλυκός ύπνος.
Ο ήλιος είχε σκαρφαλώσει στον φανερό ουρανό και μας ξυπνούσε γλυκά. Σηκωθήκαμε και κατεβήκαμε κάτω, βρήκαμε τον πατέρα ξυπνημένο από τα ξημερώματα βλέποντας έξω τον δρόμο.
Ίσα Ίσα που προλάβαμε να φάμε δυο-τρείς φρυγανιές με γάλα και να ντυθούμε, ώσπου που ακούσαμε το Λεωφορείο να έρχεται. ΣΤΑΜΑΤΑ του φωνάζω και μας έβαλε μέσα του. Μετά από κάνα δίωρο φτάσαμε στο χωριό.
Δεν προλάβαμε να μπούμε στο σπίτι όταν η κυρία Νίτσα, γειτόνισσα μας και παιδική φίλη της μάνας μου άρχισε να διαλαλεί << Γύρισε η Άννα με τον Γιώργο, γύρισε η Άννα με τον Γιώργο. Έφεραν μαζί τους και κόσμο>>.
Μέχρι να μπούμε στο σπίτι όλη η γειτονιά είχε κατεβεί. Γυναίκες, Άντρες, παιδιά, χαμός. Και σε αυτούς μπορούσες να καταλάβεις την έχθρα ανάμεσα τους, απομεινάρη του Εμφυλίου το οποίο θα περνούσε από γενιά σε γενιά. Παρά τον διχασμό τους όμως όλοι κατέληγαν να κοιτούν το ίδιο άτομο. Την Σύλβια. Την κοιτούσαν σαν να είναι εξωγήινος, σαν κάτι απόκοσμο το οποίο ξεδιπλώνονταν μπροστά στα μάτια τους. Τι να κάνει και αυτή η καημένη έφυγε μακριά από όλη αυτή την κοσμοπλημμύρα και χώθηκε μέσα στον ξενώνα. Την κυνήγησα από πίσω, μπήκα στο δωμάτιο, της έπιασα το χέρι και το ζούληξα όσο πιο δυνατά μπορούσα, την αγκάλιασα σφιχτά, την φίλησα στο μάγουλο και της ψιθύρισα στο αυτί. << Αγάπη, το ξέρω ότι φοβάσαι. Θέλω να ζήσεις ευτυχισμένη χωρίς φόβους, χωρίς ενοχές μακριά από οποιοδήποτε σε φοβίζει.
Άμα θες φεύγουμε μακριά από αυτόν τον κόσμο και πάμε σε άλλα μέρη πιο φιλικά πιο ανθρώπινα. Αρκεί να μου το πεις.>>. Έσκυψε στο στέρνο μου και μου είπε με δάκρυα στα μάτια << Ναι Μάριε, ναι θέλω να φύγουμε από αυτό τον τόπο. Δεν ;αντέχω άλλο. >> Αυτά είπε και αποκοιμήθηκε γλυκά.
Μετά από λίγες μέρες, η Σύλβια και εγώ φύγαμε από το χωριό. Δεν αντέχαμε άλλο σε αυτόν τον διχασμένο τόπο και θέσαμε ταξίδι με προορισμό την Αυστραλία. Μπήκαμε στο λεωφορείο για Μυτιλήνη απ' όπου και θα παίρναμε το πλοίο για την Αυστραλία. Στο λεωφορείο η διαδρομή ήταν ήσυχη. Αυτή η ησυχία όμως έσπασε όταν πια φτάσαμε στο πλοίο. Εκεί μου έπιασε το χέρι και με κοίταξε κατάματα.

Τέλος
Χρήστος Μάριος Ψωμάς
Μία Καινούρια Ζωή
Σε κάθε σχολική χρονιά, νέες εμπειρίες επιφυλάσσονται στους μαθητές. Κάποιοι μαθητές νιώθουν πλήξη που ξεκινάει το «οδυνηρό», για αυτούς, σχολείο. Άλλοι πάλι προσδοκούν την αντάμωση με τους φίλους τους, αλλά υπάρχουν και μαθητές που πρέπει να επιμείνουν και να αποδείξουν ότι αξίζουν στους άλλους για να τους αποδεχτούν. Συνεπώς, κάθε χρονιά είναι μία ευκαιρία για να διδαχθείς κάτι!
Ο Φίλιππος είναι ένα σεμνό αγόρι, μέτριου αναστήματος, το εφηβικό του σώμα έχει τέλειες αναλογίες βάρους και ύψους, σε αντίθεση με τους αγύμναστους μυς του. Τα μαλλιά του, σαν τον ήλιο, είναι ξανθά αν και ατημέλητα, θαρρείς κι είχαν έρθει σε επαφή με έναν αόρατο κυκλώνα. Μέσα από τα γαλάζια μάτια του, στο χρώμα της ακουμαρίνας, διακρίνεται μία σπίθα αγάπης και ενσυναίσθησης που μαρτυράει τον εσωτερικό του κόσμο!
Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από μοναξιά, καθώς οι γονείς του που ήταν στρατιωτικοί λάμβαναν συχνά μεταθέσεις κι άλλαζαν τόπο διαμονής. Έτσι, κάθε φόρα που έπαιρναν μετάθεση κάπου ήταν σαν να ξεκινούσε η ζωή του από την αρχή. Για κάποιους, αυτό είναι η έναρξη μιας περιπέτειας που αποτελείται από καινούριο σπίτι, καινούρια γειτονιά, σχολείο, φίλους και συμμαθητές. Για παιδιά όμως, όπως ο Φίλιππος, που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν αυτό είναι σαν ένα όνειρο που καταρρέει.

H Έκτη Δημοτικού ήταν απαιτητική χρονιά για αυτόν, όχι μόνο λόγω των σχολικών απαιτήσεων, αλλά και λόγω της μετάβασης από την προεφηβεία στην εφηβεία. Παρά τις δυσκολίες, ο Φίλιππος για πρώτη φορά στη ζωή βρήκε ένα νόημα που ανέβασε την ψυχολογία του στα ύψη. Μάλιστα! Είχε καταφέρει να κάνει αληθινές φιλίες. Επιτέλους, είχε με κάποιον να μοιραστεί πέρα από τα μαθήματα, σκέψεις, ιδέες, μυστικά καθώς και να διασκεδάσει. Όλοι γνωρίζουν πόσο σημαντικοί είναι οι φίλοι όχι μόνο στα εφηβικά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα σε αυτά.
Κόντευε η γιορτή της αποφοίτησης. Ο Φίλιππος ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, καθώς εκείνος κι η ομάδα της τάξης του θα διοργάνωνε τα σχέδια για τη γιορτή. Είχαν συνεννοηθεί για την εύρεση αναψυκτικών, ενώ διάφορα σπιτικά σνακ, όπως εδέσματα αλμυρά και γλυκά θα προσφέρονταν στον μπουφέ τους. Είχαν ετοιμάσει μία χιουμοριστική και ταυτόχρονα σατιρική δραματοποίηση, ενώ είχαν φτιάξει ένα συγκινητικό βίντεο με στιγμές που πέρασε όλη η τάξη ως ομάδα τα χρόνια του Δημοτικού. Ο Νίκος, ο καλύτερος του φίλος, είχε προτείνει να παίξει ηλεκτρική κιθάρα, ενώ ο Φίλιππος θα τον συνόδευε με το αρμόνιο.
Θα μπορούσε να πει κάποιος πως ο Φίλιππος διένυε την καλύτερη περίοδο της ζωής του, ανήκε στην ομάδα της τάξης του. Πρωτόγνωρα συναισθήματα χτυπούσαν την πόρτα της ψυχής του, ωραία συναισθήματα, τα συναισθήματα της αποδοχής, της αγάπης, της ενσυναίσθησης. Ώσπου ένα βράδυ, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Εκεί, λοιπόν, στο ζενίθ της κοινωνικοποίησής του, η μοίρα, του έδειξε το πιο σκληρό της πρόσωπο. Άκουσε τους γονείς του να μιλάνε:
«Πρέπει να κινήσουμε γη και ουρανό για να το αλλάξουμε αυτό!» είπε σιγανά η μαμά του, αφήνοντας αναφιλητά.
«Όχι αυτό δεν είναι σωστό» ψιθύρισε ο μπαμπάς του. «Τόσες φορές παίρνουμε μετάθεση. Έχουμε συνηθίσει πια.»
Σε αυτό το σημείο, τα μάτια του Φίλιππου γούρλωσαν, καθώς άρχισε να καταλαβαίνει την κατάσταση.
«Ναι, αλλά ο Φίλιππος κατάφερε να κάνει φίλους εδώ. Δεν μπορούμε να του τα γκρεμίσουμε όλα!» συνεχίζει η μητέρα του.
«Ξέρεις ότι δεν έχουμε άλλη επιλογή. Άλλωστε είναι καλύτερα τώρα, επειδή είναι η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο. Για φαντάσου να ήταν του χρόνο…».
Τότε, ο Φίλιππος μπήκε στο δωμάτιο, κάνοντας εμφανή την παρουσία του και είπε:
«Χωρίς να το θέλω άκουσα τη συζήτηση σας…» έτρεξε και κλειδώθηκε στο δωμάτιό του.
«Φίλιππε!» ακολούθησε πίσω του η μαμά.
«Άστον θα του περάσει!» είπε ο μπαμπάς.
Στο δωμάτιο, ο Φίλιππος έκλαψε με δάκρυα οργής. Ήταν τόσο άδικο! Δεν τον καταλάβαιναν; Δεν χαίρονταν με τη χαρά του; Δεν θα λάβουν ποτέ τη γνώμη του στα σοβαρά; Σε μια παρορμητική στιγμή, ο Φίλιππος σκέφτηκε να συμβουλευτεί τους φίλους του. Αλλά δε θέλω να τους φορτώσω προβλήματα, όπως μου έκαναν οι γονείς μου. Δε θέλω να τους στενοχωρήσω, σκέφτηκε …
Είχε δίκιο ο μπαμπάς του. Λύση δεν υπήρχε, ενωμένοι σαν οικογένεια άρχισαν να ετοιμάζονται για την μετακόμιση, δίνοντας υπόσχεση ο ένας στον άλλο ότι το επόμενο καλοκαίρι θα επιστρέψουν για διακοπές.
Το καλοκαίρι πέρασε και ο Φίλιππος βρίσκεται σε ένα καινούριο σπίτι, θα πήγαινε σε ένα άλλο Γυμνάσιο πολύ μακριά από τη Σπάρτη. Στην Αθήνα! Στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, πόσα πολλά πράγματα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν; Αλλά τον Φίλιππο δεν τον συγκινεί η μεγαλούπολη, το μυαλό του ταξιδεύει αλλού. Μία είναι η νοερή εικόνα που βασιλεύει στο μυαλό του. Οι φίλοι του… Δε θέλει να θυμάται τη μέρα που έμαθαν ότι ο ίδιος θα πήγαινε σε άλλο Γυμνάσιο, τη λύπη στα μάτια τους και τον δικό του πόνο να του κόβει το στομάχι στα δύο.
Ο καιρός περνούσε και ο Φίλιππος παρέα με τη μελαγχολία της εφηβείας συνεχίζει τη ζωή του. Οι γονείς του σαν φάροι αναμμένοι στο πλάι του, προσπαθούν να του ανεβάσουν το ηθικό και να του δείξουν ότι ακόμα και μέσα από το σκοτάδι το φως εξακολουθεί να υπερισχύει. Τον ξεναγούν στην ιστορική Αθήνα, στις τεράστιες βιβλιοθήκες και στα πανέμορφα μουσεία. Και το βράδυ όλοι μαζί κοιτάζουν με δέος τον έναστρο ουρανό, κάνοντας όνειρα για το μέλλον.
…
Ο αγιασμός πέρασε. Σειρά έχει τώρα να μοιραστούν στις αίθουσες και στα τμήματα. Ο Φίλιππος ήταν αγχωμένος. Ξαφνικά θυμήθηκε τον κολλητό του φίλο, που είχε αποκτήσει τον τελευταίο καιρό, θυμήθηκε τα χρόνια που καθόταν ολομόναχος. Ολομόναχος στο θρανίο, ολομόναχος στην αυλή του σχολείου και του ήρθαν δάκρυα στα μάτια αλλά συγκρατήθηκε. Ζούσε από την αρχή το συναίσθημα της απόρριψης, χωρίς όμως να τον έχει απορρίψει κανένας.
Όλα τα παιδιά είχαν κανονίσει εξαρχής με ποιον θα καθίσουν. Έτσι, εκείνος κατέληξε να καθίσει στο τελευταίο θρανίο, μόνος του, κι αμίλητος, σχεδόν αόρατος από τους άλλους. Μόλις το κουδούνι του σχολείου χτύπησε, έβαλε τα βιβλία στη σάκα του και ξεκίνησε το δρόμο προς το σπίτι του.
Όταν επέστρεψε, η μαμά του διαισθάνθηκε ότι κάτι τον είχε στενοχωρήσει.
«Πώς πήγε το σχολείο;».
«Δεν μπορώ να πω μαμά το σχολείο μου είναι πραγματικά πολύ καλό, και από την πλευρά του κτιρίου, των καθηγητών, του εξοπλισμού και της εκπαίδευσης αλλά…» ένας λυγμός στάθηκε στο λαιμό του κόβοντας τη ροή των λέξεων.
«Μην στενοχωριέσαι, πρέπει να φανείς δυνατός! Πρέπει να βρεις τη δύναμη να καταλαγιάσεις την φουρτούνα μέσα σου!»
Εκείνος έγνεψε καταφατικά κι έφυγε σκεπτικός στο δωμάτιό του.
Το επόμενο πρωί, ξύπνησε ελπιδοφόρος. Είχε βάλει στόχο να σηκώσει το κεφάλι του ψηλά και να κάνει φίλους. Φόρεσε τα αγαπημένα του ρούχα αλλά και το καλύτερό του χαμόγελο και μέσα στην καρδιά του φώλιαζε η πίστη ότι θα τα καταφέρει!
Λες κι η τύχη ήταν με το μέρος του, όταν οι μαθητές πέρασαν στην αίθουσα, ο καθηγητής της ιστορίας ανακοίνωσε:
« Καλημέρα, παιδιά! Σήμερα, ας καλωσορίσουμε ένα καινούριο μαθητή τον Οδυσσέα Παλαιολόγου! Φίλιππε, θα είχες την καλοσύνη να του παραχωρήσεις την διπλανή σου θέση;»
«Φυσικά!» έκανε ο Φίλιππος λάμποντας από χαρά και ενθουσιασμό.
Οι μέρες κυλούσαν γρήγορα αλλά ευχάριστα για το Φίλιππο καθώς έκανε ένα καινούριο φίλο. Και οι δύο λάτρευαν το διάβασμα βιβλίων επιστημονικής φαντασίας, ενώ τους γοήτευε το ποδόσφαιρο. Το μεσημέρι ο Φίλιππος τον κάλεσε στο σπίτι του και ο Οδυσσέας δέχτηκε μετά χαράς. Αφού τέλειωσαν τα μαθήματά τους και απόλαυσαν μία ταινία ο Φίλιππος του εκμυστηρεύτηκε την ανησυχία του.
«Ξέρεις, Οδυσσέα, με τους γονείς μου μετακομίσαμε φέτος και δεν αισθάνομαι ότι ανήκω εδώ. Δεν γνωρίζω κανέναν!» μουρμούρισε δυστυχισμένα.
«Φίλιππε, ξέρω πως μπορεί να σου είναι δύσκολο αλλά πρέπει να καταλάβεις ότι εγώ και οι άλλοι, δε διαφέρουμε πολύ από εσένα.» απάντησε συνετά ο Οδυσσέας. «Μην ξεχνάς ότι εδώ στην Αθήνα οι μαθητές στα σχολικά τμήματα είναι πολυάριθμοι κι έτσι είναι και για μένα κάτι πρωτόγνωρο.»
Ο Φίλιππος αποφάσισε να ακούσει τον Οδυσσέα και άρχισε να διευρύνει τον κύκλο των φίλων από την επόμενη μέρα κιόλας. Δεν ήταν δύσκολο πλέον αφού είχε μάθει να αναπτύσσει σχέσεις και φιλίες από την εποχή που ζούσε στη Σπάρτη. Το μαγικό ραβδί της φιλίας ακουμπάει για ακόμα μία φορά τον Φίλιππο και τον γεμίζει αισιοδοξία.
…
Την επόμενη μέρα τους ήρθε μια φαεινή ιδέα. Θα δημιουργούσαν μία ομάδα ποδοσφαίρου για το σχολείο τους. Αγαπούσαν και οι δύο το ποδόσφαιρο και ήταν σίγουροι ότι και τα παιδιά του σχολείου το λάτρευαν. Ο Οδυσσέας είχε το χάρισμα να τραβάει τους πάντες γύρω του σαν μαγνήτης και να τους επηρεάζει. Ήταν αυτό που λέμε δημοφιλές άτομο, όλοι τον εμπιστεύονταν και τον εκτιμούσαν.
Μαζί με τον Φίλιππο συγκεντρώνουν όλα τα παιδιά του τμήματός τους και τους μιλάνε για την ιδέα τους να δημιουργήσουν όλοι μαζί μια ομάδα για το σχολείο τους. Ενθουσιασμένοι, μεταφέρουν την ιδέα από στόμα σε στόμα σε όλα τα τμήματα. Μέχρι το μεσημέρι, τα άτομα για την ομάδα είχαν επιλεχτεί, ενώ σε περιπτώσεις τραυματισμού είχαν οριστεί και αναπληρωματικοί. Είχαν ζητήσει από το γυμναστή του σχολείου να τους προπονεί στις ώρες της γυμναστικής και όχι μόνο. Στόχος τους να προπονούνται σκληρά, να αποκτήσουν ομαδικό πνεύμα, να παίζουν τίμια και να αποδέχονται το αποτέλεσμα ανεξαρτήτως νίκης ή ήττας.
Οι προπονήσεις ξεκινάνε άμεσα, καθώς ο πρώτος τους αγώνα με το αντίπαλο Γυμνάσιο ήταν πιο σύντομα από ότι περίμεναν. Οι εβδομάδες περνούσαν με τα παιδιά να δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό.
Ένα πρωί, έτσι στα ξαφνικά, ο Φίλιππος δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Ούρλιαξε, καθώς ένιωσε ένα οξύ πόνο να τον διαπερνά και η μητέρα του ακούγοντας όλη αυτή τη φασαρία μπήκε στο δωμάτιό του. Πανικοβλήθηκε μόλις τον αντίκρισε.
«Φίλιππε είσαι καλά;» ρώτησε φοβισμένη.
«Πονάω ,πονάω παντού μαμά.»
Σαν από μηχανής Θεός εμφανίζεται ο πατέρας του και χωρίς να χάνει χρόνο, τους καθησυχάζει και τον βοηθάει να ανασηκωθεί. Ο πατέρας του, πάντα ψύχραιμος και δυνατός, σαν ατσαλένιο γίγαντα θα μπορούσε να τον παρομοιάσει, που δεν τον λυγίζει και τον τρομάζει τίποτα. Από μικρός αισθανόταν ιδιαίτερα ασφαλής κοντά στον πατέρα του, έτσι και τώρα ξαφνικά ο πόνος γίνεται πιο ανεκτός. Με τη βοήθεια των γονιών του καταφέρνει να μπει στο αυτοκίνητο και όλοι μαζί σπεύδουν προς το κοντινότερο νοσοκομείο.
Οι εξετάσεις πολλές, η μία μετά την άλλη χωρίς να καταλαβαίνει ούτε εκείνος ούτε οι γονείς του τι ψάχνουν. Αλλά αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο ήταν τα ατέλειωτα πήγαινε έλα των γιατρών από πάνω του. Κάπως έτσι η μέρα έδωσε την θέση της στη νύχτα και ο Φίλιππος βρίσκεται στο κρεβάτι ενός θαλάμου. Στο διπλανό κρεβάτι, βρίσκεται ένα αγόρι αδύνατο. Κουρασμένος όπως είναι αποκοιμήθηκε κι εκείνος στην αγκαλιά του «Μορφέα».
Εκείνο το βράδυ βρέθηκε στη Σπάρτη, αγκαλιά με τους φίλους του, κατάστρωναν σχέδια για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Από την χαρά του ένα δάκρυ έτρεξε από τα κλειστά του μάτια και έβρεξε το μαξιλάρι. Πόσο τους αγαπούσε! Άραγε εκείνοι τον θυμούνται;
Όταν ξύπνησε ήταν νωρίς το πρωί. Μέσα από το φως των πρώτων ακτίνων του ήλιου διέκρινε το αγόρι που κοιμόταν δίπλα του εχθές. Τον άκουσε να σιγοψιθυρίζει το σύμβολο της Χριστιανικής Πίστεως. Έμεινε έκπληκτος από την πίστη του παιδιού προς το Θεό. Πόσοι άνθρωποι πιστεύουν σήμερα, αλήθεια, σκέφτηκε. Ο Φίλιππος ανασηκώθηκε λίγο, για να τον δει καλύτερα. Αμέσως, αναγνώρισε τον καλύτερο φίλο που είχε κάνει στη Σπάρτη.
«Νίκο εσύ είσαι;» φώναξε γεμάτος ενθουσιασμό.
«Και να μου το έλεγαν δε θα το πίστευα ότι θα βρισκόμασταν εδώ μετά από τόσο καιρό!» του αποκρίθηκε εκείνος.
«Γιατί βρίσκεσαι εδώ;»
«Έχω έρθει για ένα χειρουργείο ρουτίνας, το οποίο οι γονείς μου αρνούνταν να γίνει στην Σπάρτη. Εσύ;»
«Μία ξαφνική αδιαθεσία, μάλλον υπερκόπωση. Οι γονείς μου λένε ότι κουράζομαι, αλλά η τάξη μου κι εγώ ετοιμαζόμαστε για κάτι πολύ συναρπαστικό!».
«Τι εννοείς;»
Με μάτια που λάμπουν και φωνή γεμάτη χρώμα και ζωντάνια άρχισε να εξιστορεί την δημιουργία της ομάδας του σχολείου, τις προπονήσεις μέχρι αργά το βράδυ και τα όνειρα που έκαναν.
«Πραγματική εμπειρία φίλε μου! Κατάφερα, μάλιστα να ανήκω σε μία παρέα. Είναι όλοι σαν κι εσάς…». Ένας κόμπος στάθηκε στον λαιμό του και τον ανάγκασε να σταματήσει κάποια δευτερόλεπτα αλλά η δύναμη της χαράς του, τον διέλυσε. «Πραγματικοί φίλοι.» συνέχισε όλο αγάπη, γιατί καμάρωνε για τους φίλους του στην Αθήνα αλλά και για εκείνους στην Σπάρτη.
Τους βρήκαν οι γονείς τους να συζητάνε και να λέει ο ένας τα νέα του στον άλλον.
…
Το απόγευμα χαρούμενες φωνές ακούστηκαν από τον διάδρομο και έσπασαν την ησυχία του νοσοκομείου. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε, καθώς ο Φίλιππος έμεινε άφωνος από τους επισκέπτες που αντίκρισε. Μπροστά στα μάτια του βρίσκονταν η παρέα που είχε κάνει στην Αθήνα, ενώ ήταν και οι παλιοί του φίλοι από τη Σπάρτη!
Οι δύο παρέες έγιναν μία. Η δύναμη της φιλίας είχε κάνει το θαύμα της. Αυτό δεν ήταν θάλαμος νοσοκομείου πια, αυτό ήταν όνειρο.
«Μπράβο, τα κατάφερες Φίλιππε!» ακούστηκε ένας ψίθυρος που ποτέ δεν έμαθε από πού.
Έφτασε η πολυπόθητη μέρα του αγώνα με την ομάδα να είναι άψογα προετοιμασμένη. Ο Φίλιππος είχε αρκετό άγχος, καθώς η παραμονή του στο νοσοκομείο τον κράτησε μακριά από τις προπονήσεις. Υπήρχαν όμως παιδιά που ήταν περισσότερο προετοιμασμένα από εκείνον. Όταν ρώτησαν εάν θέλει να παίξει, αποκρίθηκε:

«Θα παίξω από τον πάγκο. Θα είναι αν σαν να παίζω, θα σας ενθαρρύνω, θα σας εμψυχώνω και θα είμαι εκεί εάν με χρειαστείτε.» Όλοι συμφώνησαν για το καλό της ομάδας ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Είχε έρθει κι η παρέα από την Σπάρτη για συμπαράσταση.
Σε μία κρίσιμη στιγμή, όπου έπρεπε να εκτελεστεί ένα πέναλτι, ο Φίλιππος μπήκε στο παιχνίδι και σκόραρε, γεγονός που έκανε την ομάδα να πανηγυρίσει καθώς είχε τελειώσει ο αγώνας με τη νίκη τους.
Όταν το βράδυ ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ήταν ευτυχισμένος, καθώς συνειδητοποίησε ότι οι δυσκολίες στη ζωή είναι ευκαιρίες και μέσα από τις δυσκολίες εκείνος κατάφερε να δημιουργήσει αληθινές φιλίες!
ΤΕΛΟΣ
Ταξιάρχης Παπουτσής
ΈΝΑ ΣΙΩΠΗΡΟ ΑΝΤΊΟ
Τα δάκτυλα της Κλάρας κινούνταν αυτόματα, διπλώνοντας τα ρούχα με προσεκτική ακρίβεια, όμως το μυαλό της ήταν γεμάτο από σκέψεις που δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Στεκόταν μπροστά από την ανοιχτή βαλίτσα, το κενό εσωτερικό της να την περιμένει.
Τα μάτια της έτρεξαν προς τη μικρή φωτογραφία στο κομοδίνο—ο Μαρκ και αυτή, χαμογελώντας κάτω από τον ηλιόλουστο ουρανό, τα πρόσωπά τους κολλημένα το ένα στο άλλο σαν να μπορούσαν να κρατήσουν το χρόνο ακίνητο. Μια ανάμνηση από μια πιο απλή εποχή, πριν καταλάβει πόσο είχε χάσει από τον εαυτό της. Έβαλε την κορνίζα προσεκτικά κάτω, σαν να φοβόταν να αναστατώσει ό,τι αυτή αντιπροσώπευε. Η αγάπη που είχαν μοιραστεί, η ζωή που είχαν χτίσει, τώρα γινόταν ένας απόμακρος ήχος στο μυαλό της.

Η σιωπή του δωματίου την τύλιξε, βαριά, από το βάρος της ακατάληπτης απόφασης της. Ο Μαρκ ήταν στο άλλο δωμάτιο, ανίδεος για τις προθέσεις της, χαμένος στην καθημερινότητά του. Εκείνη άκουγε τις κινήσεις του, ίσως να έκανε κάτι καθημερινό, σαν να φυλλομετρούσε ένα περιοδικό ή να χτύπαγε το τηλέφωνό του. Αλλά για την Κλάρα, η παρουσία του έμοιαζε με τον ήχο ενός αθόρυβου ρολογιού—κάθε δευτερόλεπτο την τραβούσε πιο κοντά στο αναπόφευκτο.
Τα χέρια της δίστασαν καθώς δίπλωνε ένα πουλόβερ. Είχε φορέσει αυτό το πουλόβερ όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, σε ένα από τα πρώτα τους ραντεβού. Ήταν μια ανάμνηση, μικρή και απλή, αλλά της φαινόταν σαν να είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή. Ένα αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της, και δίπλωσε το πουλόβερ ξανά, προσπαθώντας να διώξει την εικόνα εκείνης της μέρας από το μυαλό της.
Η καρδιά της στριφογύρισε με έναν τρόπο που είχε μάθει πολύ καλά. Δεν υπήρχε θυμός εδώ—κανένα πικρό μίσος για τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα. Μόνο ο ήσυχος πόνος της συνειδητοποίησης ότι είχε δώσει τόσα πολλά από τον εαυτό της σε αυτή τη σχέση, που δεν μπορούσε πια να νιώσει το άτομο που ήταν κάποτε.
Είχε μπει τόσο βαθιά σε αυτήν την κατάσταση, τόσο καταναλωμένη από την ιδέα του να είναι σύντροφος, που είχε ξεχάσει να είναι ο εαυτός της.
“Δεν είναι ότι δεν τον αγαπώ,” σκέφτηκε, τα δάχτυλά της να ακολουθούν το ύφασμα μιας μπλούζας που κάποτε ήταν η αγαπημένη της. “Είναι ότι έχω χαθεί μέσα του. Του έχω δώσει τα πάντα. Και δεν έχει μείνει τίποτα για μένα.”
Η βαλίτσα έμοιαζε πιο βαριά τώρα, αν και περιείχε ελάχιστα περισσότερα από λίγα ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Αλλά συμβόλιζε το βάρος όλων όσων θα άφηνε πίσω. Τη ζωή που είχε χτίσει, την άνεση του να ξέρει τι θα φέρει η κάθε μέρα, τη σταθερότητα του να είναι με κάποιον που είχε εμπιστευτεί. Αλλά υπήρχε ένα τίμημα για όλα αυτά που δεν άντεχε άλλο να προσφέρει. Είχε δώσει τα πάντα από τον εαυτό της και δεν άντεχε άλλο.
Τα χέρια της αιωρούνταν πάνω στο διαβατήριο, κρυμμένο στην γωνία της βαλίτσας. Είχε πάρει την απόφαση καιρό τώρα, αλλά η πίεση του αποχωρισμού δεν την είχε χτυπήσει μέχρι τώρα. Ήρθε η ώρα να φύγει—όχι τόσο για εκείνον, όχι τόσο για τη σχέση τους, αλλά για εκείνη.
Μια ήσυχη φωνή μέσα της ψιθύρισε: «Αυτή είναι η μόνη οδός για να βρεις ποια πραγματικά είσαι-έχεις ξεχάσει πλέον ποια είσαι, μακάρι να μην είναι αργά»
“Κι αν κάνω λάθος; Κι αν δεν μπορώ να βρω ξανά τον εαυτό μου; Κι αν δεν είμαι το ίδιο δυνατή μακριά του;” Οι σκέψεις τη σταμάτησαν. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, κρατώντας την αναπνοή της. Ο φόβος ήταν εκεί, βαθιά μέσα της, αλλά ήταν διαφορετικός τώρα. Ήταν πιο ήσυχος. Πιο διαχειρίσιμος. Υπήρχε μια δύναμη που μεγάλωνε μέσα της—μια δύναμη που γεννιόταν όχι από θυμό ή πικρία, αλλά από το ήσυχο θάρρος να αντιμετωπίσει το άγνωστο, ντυμένο με αχτίδες ελπίδας για το αύριο.
Σηκώθηκε, κοιτάζοντας τη βαλίτσα για τελευταία φορά. Η βαλίτσα ήταν γεμάτη. Η απόφαση είχε ληφθεί. Το μόνο που έμενε τώρα ήταν να φύγει από την πόρτα.
Ξαφνικά, άκουσε βήματα να πλησιάζουν. Η καρδιά της σταμάτησε για μια στιγμή, και για μια στιγμή, πάγωσε—ένα συναίσθημα που δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό της να νιώσει για πολύ καιρό. Ο γνώριμος ήχος των βημάτων του Μαρκ δυνάμωνε, πλησίαζε. Ήδη ένιωθε την ένταση να ανεβαίνει στον αέρα, μια βαριά ατμόσφαιρα που δεν μπορούσε να την ξεφορτωθεί.
Η πόρτα άνοιξε με έναν υπόκωφο ήχο, και εκείνος ήταν εκεί—ο Μαρκ, στεκόταν στο κατώφλι, το μέτωπό του σφιγμένο από σύγχυση. Τα μάτια του πετάχτηκαν στη βαλίτσα, έπειτα στο χέρι της, και ύστερα επέστρεψαν σ’ εκείνη, με την έκφρασή του να αλλάζει από αδιάφορη σε ανήσυχη, και μετά σε κάτι άλλο—κάτι πανικόβλητο, σαν το μυαλό του να προσπαθούσε να ακολουθήσει αυτό που του έλεγαν τα μάτια του.
Η σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους σαν μια άρρητη αλήθεια, αβάσταχτο βάρος που πίεζε και τους δυο, με διαφορετικό όμως για τον καθένα τους τρόπο. Δεν έφευγε από κοντά του—όχι ακριβώς. Αλλά έφευγε στην πράξη, και ο Μαρκ -φαινόταν πια καθαρά-, ένιωθε σαν να γλιστρά το έδαφος κάτω από τα πόδια του.
Έκανε ένα βήμα δίχως σαφή προσανατολισμό μέσα στο δωμάτιο, τα μάτια του ανοιχτά από έκπληξη και αγωνία, το στήθος του σφιγμένο καθώς προσπαθούσε να καταλάβει την εικόνα μπροστά του. Ο νους του περνούσε όλες τις πιθανές εξηγήσεις—δεν καταλάβαινε. Το βλέμμα του πήγαινε ξανά από το πρόσωπό της στη βαλίτσα και πίσω, λες και θα ‘βρισκε εκεί κάποια απάντηση, όμως χιλιάδες αναπάντητες ερωτήσεις κρέμονταν στον αέρα.
“Είναι θυμωμένη, έτσι δεν είναι; Είναι απλώς θυμωμένη… Θα μου μιλήσει, κάτι τρέχει, θα το συζητήσουμε, ίσως χρειάζεται χρόνο, ίσως...”
Αλλά τα λόγια δεν έρχονταν. Μια αποφασιστικότητα στο πρόσωπό της, την οποία δεν είχε αντικρύσει ξανά, ή έστω σπάνια, τον είχε παγώσει. Τα λόγια που συνήθως έλυναν τα πάντα ήταν ξαφνικά ανύπαρκτα. Στάθηκε εκεί, ανήμπορος, δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη, οι σκέψεις δεν έβρισκαν τρόπο να εκδηλωθούν.
Δεν είναι απλώς μια διαφωνία, συνειδητοποίησε. Φεύγει πραγματικά.
Ένα παράξενο είδος πανικού τον κατακτούσε από μέσα, η αναπνοή του ρηχή και γρήγορη. “Γιατί δεν το είδα να έρχεται, γιατί δεν είδα πόσο απομακρυνόταν από εμένα;”
Ήθελε να την πλησιάσει, να την τραβήξει πίσω, να απαιτήσει μια εξήγηση, αλλά τα πόδια του ένιωθαν κολλημένα στο πάτωμα. Οι σκέψεις του έτρεχαν, προσπαθώντας να συνθέσουν τον τελευταίο χρόνο—την απόσταση ανάμεσά τους, τα ανείπωτα λόγια,
τις στιγμές που τα πράγματα έμοιαζαν παράξενα....
Νόμιζα ότι απλώς περνάμε μια δύσκολη φάση, σκέφτηκε, με τη ντροπή να τον καταβάλλει. Ο νους του άρχισε να επαναλαμβάνει τις συνομιλίες τους—τα μικρά πράγματα που είχε πει εκείνη και δεν είχε ακούσει, τα ήσυχα βλέμματα που θα έπρεπε να του είχαν δείξει κάτι περισσότερο. Αλλά δεν διάβασε τα σημάδια, δεν είδε πόσο απομακρυνόταν. Ήταν πολύ συγκεντρωμένος στη ρουτίνα τους, στην καθημερινότητα. Και τώρα, όλα κατέρρεαν σ’ αυτή τη αφόρητη σιωπή.
“Ήταν δυστυχισμένη όλο αυτό το διάστημα;” σκέφτηκε, ο νους του να τρέχει με το βάρος της συνειδητοποίησης. “Προσπαθούσε να μου το πει και εγώ απλώς... δεν άκουσα;” Η ενοχή τον χτύπησε σε κύματα. Ποτέ δεν είδε πόσο πολύ είχε θυσιάσει από τον εαυτό της. Με κάποιο τρόπο οι δικές του ανάγκες πάντα προηγούνταν ‘’μα εκείνη ποτέ της δεν αντιμετώπισε κάποιο σοβαρό πρόβλημα, σκεφτόταν, ή μήπως όχι και ποτέ δε μου το έλεγε, ή χειρότερα ακομα μου το έλεγε και δεν ακουγα....”
Η Κλάρα έκανε ένα μικρό βήμα προς την έξοδο και η καρδιά του Μαρκσφίχτηκε. Ήθελε να πει κάτι—οτιδήποτε—για να τη σταματήσει. Αλλά το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να την παρακολουθεί να φτάνει στην πόρτα, οι κινήσεις της αργές, μελετημένες.
Ο νους του φώναζε “Πες κάτι! Σε παρακαλώ, μην την αφήσεις να φύγει.”Ο Μαρκ στεκόταν εκεί, ακίνητος, παρακολουθώντας την, το μυαλό του να προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει κάποια ελπίδα, παρόλο που ήξερε πια την αλήθεια. Η σιωπή είχε γίνει τώρα η δική της γλώσσα, μιλώντας πιο δυνατά από οποιαδήποτε λόγια θα μπορούσαν να ειπωθούν.Και τότε, σαν να τον ώθησε μια παρόρμηση που δεν μπορούσε να ελέγξει, άπλωσε το χέρι του.
Τα δάχτυλά του άγγιξαν ελαφρά τα δικά της—μια στιγμιαία επαφή, ένα ψίθυρος επαφής που κράτησε μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά φάνηκε σαν να διαρκούσε μια αιωνιότητα. Δεν υπήρχε απελπισία στην επαφή, δεν υπήρχε προσπάθεια να την σταματήσει, καθόλου παρακάλια να μείνει. Δεν ήταν πρόσκληση, ούτε κατηγορία. Θύμιζε απλώς ένα αντίο. Ήταν το είδος του αντίο που δεν είχε χώρο για περισσότερα λόγια. Η σύνδεση όλων όσων είχαν ζήσει μαζί αιωρούταν ανάμεσά τους σε εκείνη την σύντομη, εύθραυστη στιγμή.
Η Κλάρα το ένιωσε.
Η αναπνοή της κόπηκε στιγμιαία, τα μάτια της έχασαν την εστίαση. Αυτή η επαφή—δεν ήταν ένα χάδι. Ήταν κάτι άλλο. Ήταν ακατέργαστο, εύθραυστο, γεμάτο με ανείπωτα πράγματα. Ένα απλό άγγιγμα της επιδερμίδας, αλλά με τόση σημασία, τόση ιστορία, ενσωματωμένη μέσα του. Η τρεμούλα στο χέρι του, η ελαφριά καθυστέρηση πριν την αφήσει—εκείνη τα ένιωσε όλα, σαν ήχος τρομερός, εκκωφαντικός χωρίς να ακούγεται τίποτα. Ήταν σα να έλεγε αντίο στο άτομο που ήταν κάποτε στη ζωή του. Δεν την άφηνε μόνο σωματικά να φύγει, την άφηνε από τον άνθρωπο που αγαπούσε, τον ‘’δικό’’ του άνθρωπο.
Δεν τον κοίταξε πίσω αμέσως. Δεν μπορούσε. Η επαφή τους ήταν ακόμα στο δέρμα της, σα να μην άφηνε μόνο την πόρτα πίσω της. Μπορούσε να νιώσει τη στιγμή να εκτείνεται μπροστά της, τραβώντας τους και τους δύο παραπέρα, αλλά με έναν τρόπο που τα έκανε όλα να φαίνονται τόσο τελικά. Σαν το σύμπαν να είχε αποφασίσει γι’ αυτούς—αυτό ήταν. Κανένα άλλο μέλλον, καμία άλλη προοπτική, μόνο το πριν, το παρελθόν.
Και τότε, κοίταξε πίσω.Τα μάτια της συναντήθηκαν με τα δικά του—γρήγορα, αλλά αρκετά για να δει την αλήθεια εκεί. Είδε τα αδιόρατα δάκρυα στα μάτια του, τον τρόπο που τα χείλη του ήταν σφιγμένα σε μια σφιχτή γραμμή, σα να ήξερε κι εκείνος ότι τα λόγια δεν θα είχαν χρησιμότητα πια. Είδε όλα όσα δεν έλεγε, τα παρακάλια που ποτέ δεν θα έβγαιναν από το λαιμό του. Είδε τη μετάνοια, τη σύγχυση, την απεγνωσμένη ελπίδα ότι ίσως αυτό δεν είναι το τέλος. Αλλά ήταν εκεί, στις γωνίες των ματιών του, και ήταν αρκετό για να κάνει την καρδιά της να σφιχτεί.Σε εκείνο το βλέμμα, υπήρχε μια κοινή κατανόηση ότι κανένας λόγος δεν θα μπορούσε ποτέ να αναιρέσει αυτό που συνέβαινε. Η στιγμή ανάμεσά τους είχε αλλάξει, είχε σπάσει πλέον σε δύο ξεχωριστές ζωές. Μια ζωή πριν, και μια ζωή μετά.
Δεν μίλησε. Δεν μπορούσε. Είχε πει όλα όσα χρειαζόταν να πει με τον τρόπο της. Η αλήθεια ήταν, ότι φοβόταν. Φοβόταν για το τι θα ακολουθήσει, αλλά φοβόταν κυρίως για τον χρόνο που έχασε από τον εαυτό της. Ίσως δεν ήταν και δικό του το λάθος. Ίσως δεν ήταν κανενός λάθος, στην πραγματικότητα. Απλώς έτσι είχαν εξελίχτηκαν τα πράγματα, λίγο-λίγο, με το πέρασμα του χρόνου, σαν μια προδιαγεγραμμένη πορεία φυσικής φθοράς.
Και δεν υπήρχε τίποτα που εκείνος να μπορούσε να κάνει για να το σταματήσει.
Το βλέμμα του έμεινε στον άδειο χώρο όπου είχε σταθεί εκείνη μόλις πριν από λίγα δευτερόλεπτα. Ο αέρας έμοιαζε πιο βαρύς τώρα, σαν να είχε αφαιρεθεί κάτι ουσιαστικό από αυτόν. Ένα κενό. Μια απουσία. Και μια βουβαμάραστο δωμάτιο λες και ήταν αυτό το ίδιο που παίρνοντας μια αγωνιώδη μορφή κρατούσε την ανάσα του, προσμένοντας για κάτι που ποτέ δεν θα ερχόταν.
Η Κλάρα δεν κοίταξε πίσω. Ήξερε ότι αν το έκανε, θα έχανε ίσως την αποφασιστικότητά της. Το βάρος της απόφασής της πίεζε το στήθος της, αλλά για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, αισθάνθηκε ότι έπραττε το σωστό. Μπορούσε ακόμα να νιώσει την επαφή του Μαρκ στις άκρες των δαχτύλων της, το χέρι του που άγγιξε το δικό της. Έκλεισε τα μάτια της, αναγκάζοντας την εικόνα να φύγει, και προχώρησε μπροστά.
Τα βήματά της ήταν ήσυχα πάνω στο ξύλινο πάτωμα, και με κάθε βήμα, η απόσταση μεταξύ τους μεγάλωνε. Αλλά καθώς έφτασε στις σκάλες, ένα κύμα αμφιβολίας την κατέβαλε—γνωστό και δυσάρεστο, σαν ένα κρύο χέρι να την περιβάλει στην καρδιά. Τι κάνω; σκέφτηκε.
Δίστασε για μια στιγμή, ο φόβος ξαναεμφανίστηκε, όπως κάθε φορά που είχε σκεφτεί να φύγει. Ήταν η σωστή απόφαση; Μπορούσε πραγματικά να αφήσει τα πάντα πίσω; Μπορούσε να ξαναβρεί τον εαυτό της;
Η απάντηση και πάλι ήρθε σιγανά και καθαρά, μέσα από την καταιγίδα των σκέψεών της. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στη νύχτα, ο ψυχρός αέρας την υποδέχτηκε. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, αφήνοντας το κρύο του εξωτερικού κόσμου να την καταπλήξει, να την αγγίξει. Ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος από αυτό το διαμέρισμα, μεγαλύτερος από τη ζωή που είχε χτίσει εδώ. Ήταν ακατανόητο, ναι, αλλά και απελευθερωτικό.
Μέσα, ο Μαρκ παρέμενε παγωμένος στην πόρτα, τα μάτια του αφοσιωμένα, σαν να περίμενε να ακούσει τον ήχο των βημάτων της να γυρίζει πίσω. Αλλά η σιωπή συνέχιζε, και μαζί της το βάρος όλων όσων δεν είχαν ειπωθεί. Δεν θατην κυνηγούσε. Δεν θατην παρακαλούσε. Γιατί, βαθιά μέσα του, ήξερε ότι δεν μπορούσε. Και ακόμα κι αν το έκανε, ήξερε ότι δεν θα άλλαζε τίποτα.Η τελική αίσθηση του κλεισίματος της πόρτας πίσω της ήταν σαν μια πόρτα να χτυπούσε μέσα του κι εκείνος. Η Κλάρα είχε φύγει. Και αυτή τη φορά, δεν θα γύριζε πίσω.
Έμεινε λοιπόνακίνητος στο δωμάτιο, ανίκανος να κινηθεί, ανίκανος να μιλήσει. Ο νους του βούιζε από χίλιες ερωτήσεις, χωρίς απαντήσεις. Ήθελε να φωνάξει,να απαιτήσει να μάθει τι πήγε στραβά, να την παρακαλέσει να μείνει, αλλά ο λαιμός του ήταν σφιχτός, σαν οι λέξεις να είχαν κολλήσει εκεί, κάπου μεταξύ της καρδιάς και του στόματός του. “Γιατί δεν το είδα να έρχεται;“φώναζε το μυαλό του ξανά και ξανά. Η αλήθεια ήταν ότι είχε δει τα σημάδια. Απλώς δεν ήθελε να τα δει. Η απόσταση στα μάτια της όταν τον κοίταζε, ο τρόπος που φαινόταν να χάνεται μέσα στον εαυτό της, όλο και πιο πολύ κάθε μέρα. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι ήταν απλώς μια δύσκολη περίοδος, ότι θα περάσει. Αλλά τώρα, στέκοντας εκεί, η σκληρή πραγματικότητα βυθιζόταν μέσα του—δεν θα μπορούσαν να το διορθώσουν. “Περίμενα πολύ. Άργησα πολύ να το δω.”
Μια ήσυχη πικρία μεγάλωνε μέσα του. Δεν ήταν για την Κλάρα—ήταν για τον εαυτό του. “Ήμουν εγωιστής. Ήμουν τυφλός. Νόμιζα ότι το πάθος ήταν αρκετό, αλλά εγώδεν ήμουν αρκετός, εγώ” Το μυαλό του σκοτείνιασε με αυτή τη σκέψη. Την είχε αγαπήσει, έτσι δεν ήταν;
Αλλά η αγάπη του, η δική του αγάπη, δεν ήταν ο τύπος αγάπης που χρειαζόταν εκείνη. Είχε πνιγεί, και εκείνος δεν το είχε προσέξει. Δεν την είχε ρωτήσει τι χρειαζόταν, δεν είχε δει ότι έχανε τον εαυτό της αργά και σταθερά.
Ένα κύμα ενοχής τον κατέβαλε, πνίγοντάς τον. “Δεν μπόρεσα ούτε να τη βοηθήσω όταν στεκόταν μπροστά μου, λέγοντάς μου ότι ήταν δυστυχισμένη. Αλλά όχι, δεν το είπε ποτέ.” Και εκείνος δεν το άκουσε. Ήταν όλα εκεί στις σιωπές, στα μικρά πράγματα που σταμάτησε να κάνει, στο βαρύ σιωπηλό βάρος της παρουσίας της. “Δεν άκουσα. Δεν ήμουν εκεί για εκείνη όπως έπρεπε.”
Ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος του. Ήταν ακόμα ικανός να ακούσει το γέλιο της στο μυαλό του. Ήταν ακόμα ικανός να νιώσει τη ζεστασιά του χεριού της στο δικό του, τον τρόπο που συνήθιζε να κουλουριάζεται δίπλα του τη νύχτα. Είχε υπάρξει το λιμάνιτου, ο λόγος να παλέψει μέσα από τις δύσκολες μέρες, και τώρα έφευγε, και εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το σταματήσει.
Ήθελε να της πει τόσα πολλά. Ήθελε να της πει ότι λυπόταν που δεν το είχε προσέξει, που δεν την έκανε να νιώσει ορατή. Ήθελε να πει ότι το καταλάβαινε τώρα, ότι έβλεπε την απόσταση, τον τρόπο που σταμάτησε να μοιράζεται τα μικρά πράγματα, να είναι ο εαυτός της γύρω του. Ήθελε να την παρακαλέσει να γυρίσει πίσω και να του δώσει μια ευκαιρία να διορθώσει τα πράγματα. Αλλά οι λέξεις δεν βγήκαν. Ήταν παγιδευμένες μέσα του, μπλεγμένες με ντροπή και μετάνοια. Ήταν πολύ αργά.
Το διαμέρισμα φαινόταν πιο ψυχρό τώρα, σαν η απουσία της να είχε παγώσει τα πάντα, κάνοντάς το να φαίνεται άγνωστο, ξένο. Η καρδιά του πονούσε με τη συνειδητοποίηση ότι δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο ξανά.Η σιωπή συνέχιζε, βαριά και αμείλικτη. Ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει, και για μια στιγμή, σχεδόν ένιωσε την παρουσία της δίπλα του. Αλλά όταν κοίταξε γύρω του, ήταν μόνος του τώρα. Και η σιωπή.
Ο Μαρκ δεν ήξερε πόση ώρα καθόταν εκεί, το μυαλό του αδρανές με σκέψεις και συναισθήματα που ήταν πολύ περίπλοκα για να τα εκφράσει. Κοίταξε τη βαλίτσα, που ακόμα περίμενε κοντά στην πόρτα, αλλά δεν κινήθηκε. Δεν μπορούσε.

Ήταν ο ήχος της φυγής της που γέμισε το δωμάτιο τώρα—σιωπηλός αλλά εκκωφαντικός, σαν όλα μεταξύ τους να είχαν ήδη ειπωθεί και να μην υπήρχε τίποτα άλλο. Το βάρος της τον συνέθλιψε. Η οριστικότητα της φυγής της του επιβλήθηκε, και έκλεισε τα μάτια του, ευχόμενος, έστω για μια στιγμή, να μπορούσε να γυρίσει πίσω. Να μπορούσε να ήταν καλύτερος.
Αλλά η πόρτα είχε κλείσει. Είχε βγει στον κόσμο χωρίς εκείνον. Και εκείνος, που έμεινε πίσω, έπρεπε να αντιμετωπίσει την αλήθεια. Μια αλήθεια λυτρωτική -για εκείνη οπωσδήποτε, για εκείνον όμως....;
ΤΕΛΟΣ
Ευθαλεία Μέλλιου
Ο Ευεργέτης του Έθνους
Ναύτης εσύ ξεκίνησες ήσουν δεν ήσουν δέκα
την θάλασσα αγάπησες την είχες σαν γυναίκα.
Το όμορφο σου το νησί Ψαρά θαρρώ το λένε
ποτέ σου δεν το ξέχασες για αυτό και όλοι κλαίνε.
Σπουδαίος Έλληνας εσύ αλλά και ευεργέτης
την χώρα σου βοήθησες σαν ικανός ηγέτης.
Σκέφτηκες τα ελληνόπουλα αγράμματα μην μείνουν
για αυτό και τα βοήθησες με μια σχολή δική σου.
Βαρβάκειο ονομάστηκε το όμορφο σχολειό σου
και σκόρπισε την μόρφωση και το γλυκό το φως του.
Στόλισε την πρωτεύουσα την όμορφη Αθήνα
στο κέντρο της εκτίστηκε και έγραψε ιστορία.

Για όλα αυτά που έκανες και για την καλοσύνη
ποτέ κανείς δε σε ξεχνά και θα το μεταδίδει.
Ιωάννης ονομάζεται ο γιός του Λεοντίδη
Βαρβάκη είπαν οι φίλοι του την εποχή εκείνη.
Οι Ρώσοι σε λατρέψανε για το τρανό μυαλό σου
για τα αετίσιο βλέμμα σου και τον ηρωισμό σου.
Και με την τιμιότητα κέρδισες και Εκείνη
εμπιστοσύνη σου έδειξε η Μεγάλη Αικατερίνη.
Δεν ξέρω αν διάβασες ποτέ τον λόγο του Θεού
σίγουρα τον εφάρμοσες για όλους τους αδελφούς.
Για αυτό και σε προστάτευε σε τούτη την ζωή
και το όνομα κι η μνήμη σου αιώνια θα ζει.
Με τα λόγια σου αυτά το ποίημα θα κλείσω
σοφά, σεμνά και ταπεινά εγώ θα σε τιμήσω.
“Χωρίς παιδεία το έθνος θα καταστραφεί”
η φράση αυτή αιώνια θα ζει.
Ταξιάρχης Παπουτσής
Βαρβάκη αγαπημένε,
Βαρβάκη μοναδικέ,
εξύμνησες την Ελλάδα,
με πράξεις φοβερές.
Ο πατέρας σου ο Λεοντής
και η μάνα σου η Μόρου,
έκαμναν με την γέννηση σου,
περήφανα τα Ψαρά.
Περγαμηνές επήρες και τίτλους πολλούς.
“Αεικίνητο κουρσάρο” σε αποκάλεσαν οι Ρώσοι,
Υπολοχαγό σε ενέταξε η Αικατερίνη Β’
“Κομνηνό” σε παρασημοφόρησε ο Τσάρος
Το όνομα σου δεμένο είναι με την Ελληνική Επανάσταση
αλλά και το Αστραχάν της Κασπίας όπου
το χαβιάρι εδημιούργησες,
και τους ευγενείς της Ρωσίας εβοήθησες.
Την περιουσία σου εκποίησες, τις μάχες όλων να ενισχύσεις.
Πλοία επάνδρωνες με κανόνια,
κοινωφελή έργα στη Ρωσία χρηματοδοτούσες,
ομογενείς του Υψηλάντη εξόπλισες.
Επάξια “Ευεργέτη του Έθνους” σε είπανε
γιατί ¨Έλληνες αιχμαλώτους εξαγόραζες
τρόφιμα και εφόδια έστελνες στον αγώνα των Ψαρών
πρόσφυγες πολέμου υποστήριζες.

200 έτη επέρασαν από τον χαμό σου.
Λοιμώδη νόσο σε κατέβαλε
και σε στέρησε από την Ελλάδα, εκείνο τον Ιανουάριο του 1825.
Με πανελλήνιο πένθος σε ετίμησαν.
Ευθαλεία Μέλλιου
Οδύσσεια Νέκυια
Ο Οδυσσέας πήγε στον Κάτω Κόσμο
από τον Τειρεσία να πάρει ένα χρησμό.
Να μάθει πώς θα επιστρέψει στην Ιθάκη
και την πατρίδα του να ξαναδεί.
Για να μαζευτούν οι νεκροί
τους πρόσφερε ο Οδυσσέας μέλι, νερό και κρασί,
ώστε να ηρεμήσουν σύμφωνα με την κατάσταση.
Οι νεκροί πήγαν να πιουν αίμα,
για να θυμηθούν πως ήταν ο επάνω κόσμος
και στον Οδυσσέα να μιλήσουν.
Πρώτα ο Ελπήνορας έφτασε εκεί
και του είπε να του κάνουν έναν τύμβο
με το κουπί του καρφωμένο επάνω,
η μνήμη του να μη ξεχαστεί
Έπειτα ο μάντης Τειρεσίας είπε στον Οδυσσέα
τι θα του συμβεί στην Ιθάκη και στο νησί του Ήλιου
και τι πρέπει να κάνει αργότερα με τον νόστο του.
Η μητέρα του μίλησε για την οικογένεια του και τον θάνατο της,
ο Οδυσσέας πήγε να αγκαλιάσει τη μητέρα,
όμως δεν μπορούσε να το κάνει επειδή ήταν σκιά.

Ο θεϊκός Αχιλλεύς μίλησε στον Οδυσσέα
και τον ρώτησε τι τον έφερε εδώ;
Και ο Οδυσσέας του είπε ότι ήρθε για χρησμό.
Ο Αχιλλέας ρώτησε τον Οδυσσέα τι κάνει ο γιος του.
Εκείνος απάντησε ότι ήταν γενναίος
και ότι ποτέ δεν καρφώθηκε από κάποια λαβή ενός σπαθιού.
Και ο Αχιλλέας ευχαρίστησε τον Οδυσσέα για αυτά που είπε.
Τέλος έφυγαν από τη σκοτεινιά του Κάτω Κόσμου
και αφού πέρασαν την όχθη του Στυγίου ποταμού
πήγαν να θάψουν τον Ελπήνορα όπως του είχαν υποσχεθεί
Χρυσοβαλάντης Παπουτσής
Ομήρου Νεκυία
Ο πολυταξιδεμένος Οδυσσεύς στον Άδη κατέρχεται
Του Πλούτωνα το βασίλειο των νεκρών
Ο νόστος του στο νου του επανέρχεται
Γυρεύοντας του μάντη Τειρεσία τον χρησμό.
Των νεκρών του Κάτω Κόσμου, την καθοδήγηση επικαλέστηκε
Της Κίρκης την συμβουλή ανακαλώντας,
Πρώτος εμπρός του ο Ελπήνορας παρουσιάστηκε
Τον άδικο του θάνατο στον βασιλιά του εξιστορώντας.
Ύστερα ευθύς του εμφανίστηκε ο Τειρεσίας μάντης άξιος
που με τη σοφία του προφήτεψε,
Άλλα και όσα πρόκειται να συμβούν στο νησί του Ήλιου ακριβώς
Και το τι θα πρέπει να κάνει τέλος για τον νόστο του τον διαφώτισε
Τρίτη φανερώθηκε η σεβαστή μητέρα του Οδυσσέα η Αντίκλεια,
Που τον πληροφόρησε για την κατάσταση της Ιθάκης με δική του άγνοια
Τότε ο Λαερτιάδης ένιωσε την ανάγκη να την αγκαλιάσει για παρηγοριά Όμως από τα χέρια του πέταξε τρεις φορές η ψυχή της, μια άψυχη σκιά.
Έπειτα οι νεκροί που στον Άδη κατοικούσαν,
Άρχισαν να εξιστορούν τα γεγονότα που είχαν συμβεί,
αίμα πίνοντας
Ενώ ο συνετός Οδυσσέας περνούσε ανάμεσα τους, γύρω του τριγύριζαν
Εκείνος τότε συνάντησε πολλούς ήρωες και γενναίους,
Με τον Αγαμέμνονα συζήτησε για την δολοφονία του λόγω της απιστίας της Κλυταιμνήστρας, ενώ θαύμασε τους τρόπους

Και την υπομονή της Πηνελόπης καθώς περίμενε την επιστροφή του .
Τέλος, προσπέρασε τον Αίαντα αμίλητος,
Ενώ έμαθε για τον τελευταίο άθλο του γενναίου Ηρακλή τον ανδρισμό
Και καθώς οι νεκροί άρχισαν να θορυβούν και να συζητάνε ενεργώς,
Ο περίφημος Οδυσσέας και οι σύντροφοί γύρισαν στον Επάνω Κόσμο
Παναγιώτης Αληγιάννης
Η Γη του Αιόλου
Άλλοι την είπαν πλατανόφυλλο του Αιγαίου
άλλοι βασίλισσα του βορειοανατολικού Αιγαίου.
Το τρίτο σε μέγεθος νησί της όμορφης Ελλάδας
πλανεύει τα μάτια, το μυαλό όλης της επικράτειας.
Πλούσια η πρωτεύουσα, πλούσια τα χωριά της
μεγάλη η ιστορία της, αλλά και τα παιδιά της.
Γέννησε εκείνη συγγραφείς, αλλά και υμνογράφους
ποιήτριες και ποιητές και λατρευτούς ζωγράφους.
Σε όποιο μέρος και αν σταθείς θα έχεις να θαυμάσεις
μικρούς μεγάλους θησαυρούς που έχουν το όνομά της.
Τα κάστρα μεσαιωνικά και οι ναοί αρχαίοι
πλούσια τα μουσεία της που φανερώνουν τέχνη.
Έχει και αμφιθέατρα γεμάτα ιστορία
τα υδραγωγεία της παλιά, με πέτρινα γεφύρια.
Οι κατακόμβες της βαθιές σκίζουν τη γη στα δύο
απόκοσμες με καταχνιά που κρύβουνε μυστήριο.
Στην άλλη άκρη του νησιού βρίσκεται ο θησαυρός της
το απολιθωμένο δάσος της μικρό βασίλειο της.
Τα μοναστήρια της γνωστά σκεπάζουν τον λαό της
θαυματουργά, και ευλαβικά τον κάθε κάτοικο της.

Τ ‘αρχοντικά της κόσμημα σαν σπάνια διαμάντια
με τους μεγάλους κήπους τους και τα πέτρινα πηγάδια.
Απ’ άκρη σ’ άκρη αν τη δεις σαν τη νεράιδα λάμπει
με το γαλάζιο πέπλο της το πέλαγος σκεπάζει.
Και ήρθε η ώρα να σας πω ποιο είναι το νησί μου
η ξακουστή μα και τρανή η Λέσβος η αγνή μου.
Ελάτε να γνωρίσετε την φιλόξενη Μυτιλήνη
το νησί του Θεόφιλου και του Οδυσσέα Ελύτη.
Χρυσοβαλάντης Παπουτσής
«Άκρως...Συναισθηματικό»
Οι μέρες θα είναι πάντα μελαγχολικές,
Μονότονες χωρίς εσένα.
Όταν θα έχει κρύο
Και όλοι θα βλέπουν την ανάσα τους
Να περιφέρεται στην παγωμένη ατμόσφαιρα,
Τότε εγώ θα κρυώνω πιο πολύ.
Και κάθε φορά που θα περνάω από το ίδιο σημείο
Η καρδιά μου θα πονάει.
Θα πονάει γιατί δεν ξέρει
Αν θέλει να χαρεί ή να κλάψει.

Και είναι παράξενο, γιατί εσύ ήσουν
Αυτός ο άνθρωπος
Που με έκανε να γελάω τη μία στιγμή
Και την άλλη με διέλυε.
Και είναι άδικο πως τώρα συμβαίνει
Ακριβώς το αντίθετο:
Τώρα προσπαθείς να κολλήσεις τα κομμάτια
Που εσύ σκόρπισες
Χριστίνα Μπόκα
Δημιουργός Βιβλίου:
Ταξιάρχης Παπουτσής

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $17.79+) -
BUY THIS BOOK
(from $17.79+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!