εμπνέονται από τα λαϊκά παραμύθια και γίνονται και αυτοί παραμυθάδες. Δημιουργούν παραμύθια που μοιάζουν με τα παραμύθια τω γιαγιάδων, που μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα τότε που το παραμύθι ήταν η νυχτερινή διασκέδαση των οικογενειών.....

Τα δύο αδέρφια
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας φτωχός άνθρωπος, ο Νικόλας, που ζούσε σε μια σπηλιά πάνω στο βουνό μαζί με τους γονείς του. Ήταν πολύ λυπημένοι γιατί ο αδερφός του είχε πάει για κυνήγι και χάθηκε στο βουνό. Μια μέρα ο Νικόλας αποφάσισε να πάει να βρει δουλειά γιατί πεινούσαν. Πρώτα πέρασε από ένα μέρος γεμάτο λουλούδια πολύχρωμα. Προσπάθησε να δει τι υπήρχε πίσω από το ψηλό βουνό αλλά δεν τα κατάφερε. Αποφάσισε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του και να περάσει στην άλλη μεριά.








Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού είδε έναν βασιλιά να γυρνάει γύρω γύρω από έναν θάμνο. Ο Νικόλας πήγαινε να τον ρωτήσει τι του συμβαίνει αλλά δεν πρόλαβε να φτάσει κοντά του. Ένας τεράστιος δράκος ξεπρόβαλε! Ήταν ο αδερφός του Βασιλιά, που ήταν μάγος και τον είχε μεταμορφώσει με μαγικό φίλτρο σε δράκο. Ο Νικόλας έτρεξεγια να σβήσει τις φωτιές που έβγαζε ο δράκος, χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Μα οι φωτιές δεν έσβηναν με τίποτε. Βρήκε τότε έναν σωλήνα, τον ένωσε στη βρύση του βουνού και πετούσε νερό στο δράκο με μεγάλη ένταση.


Ο δράκος είπε "δε θέλω να σου κάνω κακό, δε μου αρέσει να είμαι δράκος".Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Με τα δάκρυα του δράκου έγινε κάτι μαγικό. Συγκινήθηκε ο ζηλιάρης βασιλιάς-μάγος και έπεσαν και τα δικά του δάκρυα στη γη. Λύθηκαν τα μάγια γιατί η καρδιά του Βασιλιά-μάγου μαλάκωσε.Ο δράκος έγινε ένα όμορφο παλικάρι. Ήταν ο αδερφός του Νικόλα ο Κωνσταντίνος. Ο μάγος-βασιλιάς είδε τη χαρά τους και την αγάπη που είχαν σαν αδέρφια και τους έδωσε ένα σακί με λεφτά. Τα αδέρφια γύρισαν στην καλύβα, αγκάλιασαν τους γονείς τους που τρελάθηκαν από τη χαρά τους. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!




Το μεγάλο άσπρο πουλί
Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα παλικάρι ο Νικόλας σε μια καλύβα κοντά στη θάλασσα. Ψάρευε ψάρια και κυνη-γούσε στο διπλανό δάσος για να έχει φαγητό. Μια μέρα εκεί που ψάρευε πέρασε ένας γέρος από εκεί και τον πλησίασε.
-Θα μου δώσεις λίγο φαγητό και μια ζεστή γωνιά να ξαποστάσω; ρώτησε ο γέρος. Φυσικά, είπε το παλικάρι. Ο γέ-ρος για να τον ευχαριστήσει για τη φιλοξενία του είπε πριν φύγει: - Θα σου πω ένα μυστικό και αν με ακούσεις θα γί-νεις πλούσιος και ευτυχισμένος. Πήγαινε πάνω σε ένα ψηλό βουνό, τον Όλυμπο, βάλε αυτό το βέλος που σου δίνω στο τόξο σου



και χτύπα στην καρδιά το πιο μεγάλο άσπρο πουλί που θα δεις στον ουρανό. -Να είσαι καλά γέρο. Καλό δρόμο, είπε ο Νικόλας και ξεκίνησε για το βουνό. Όταν έφτασε με το μαγικό βέλος χτύπησε το πιο μεγάλο άσπρο πουλί στην καρδιά. Και τότε... Μπροστά του εμφανίστηκε μία πεντάμορφη βασίλισσα! Την είχε μαγέψει μια κακιά μάγισσα γιατί ζήλευε την ομορφιά και την καλοσύνη της. Όμως τώρα τα μάγια λύθηκαν και ο Νικόλας μόλις την είδε την αγάπησε. Τον αγάπησε και εκείνη, παντρεύτηκαν και έκαναν πολλά παιδιά! Και ζήσαν αυτοί καλά στο βασίλειο της Βασίλισσας και εμείς καλύτερα.


Το μαγικό τριαντάφυλλο
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα βασίλειο ζούσε μια πριγκήπισσα, η Έλενα, που ο μπαμπάς της την είχε φυλακίσει σε έναν πύργο. Ο Βασιλιάς δεν την άφηνε να βγει έξω γιατί ήθελε να της βρει εκείνος έναν γαμπρό, έναν πλούσιο βασιλιά για να μεγαλώσει τα πλούτη τους. Ο Γιάννης ήταν έναν ιππότης, ένα όμορφο παλικάρι, έξυπνο και καλόκαρδο.Ήταν έξω από τον Πύργο και φύλαγε τη βασιλοπούλα.Την αγάπησε γιατί ήταν πολύ όμορφη και γλυκιά. Ο Βασιλίας όμως της βρήκε γαμπρό και τον έφερε στο παλάτι. Ήταν ο Βασιλιάς
της διπλανής χώρας που έψαχνε για μία όμορφη γυναίκα.



Όταν ο βασιλιάς που ήρθε για γαμπρός συνάντησε την πριγκήπισσα Έλενα τρελλάθηκε με την ομορφιά και τη γλύκα της και της έδωσε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Όμως ήταν μαγεμένο και η μυρωδιά του υπνώτισε την πριγκήπισσα και δέχτηκε να τον παντρετεί. ¨εγιναν οι ετοιμασίες για το γάμο και έφτασε η μέρα. Ο Γιάννης ήταν λυπημένος γιατί αγαπούσε πολύ την πριγκή-πισσα.Μόλις είδε το λουλούδι σε ένα βάζο στο τραπέζι του γάμου έδωσε μία με το σπαθί του και το έκοψε. Τα πέταλά του τριαντάφυλλου καθώς έπεσαν στη γη βράχηκαν από τα δάκρυα του Γιάννη.


Άρχισαν να βγάζουν μια μυρωδιά και η πριγκήπισσα πετάχτηκε από τη θέση της.Τα μάγια λύθηκαν και με δυνατη φωνή είπε στο μπαμπά της το Βασιλιά; Εγώ θα παντρευτώ τον Γιάννη! Αυτόν θέλω για άντρα μου. Αυτόν αγάπησα. Δε θέλω άλλον. Ο Βασιλιάς τότε ζήτησε να μονομαχήσουν με τα σπαθιά τους και όποιος νικήσει θα την παντρευτεί.
Ο αγώνας ξεκίνησε και ήταν και οι δύο δυνατοί. Όμως ο Γιάννης νίκησε στο τέλος γιατί η αγάπη τον έκανε πιο δυνατό. Έτσι παντρεύτηκαν με την πριγκήπισσα Έλενα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Έγινε γλέντι στο γάμο και είμασταν και εμείς εκεί με ένα κόκκινο βρακί.




Η Μάρισκα
Μία φορά κι έναν καιρό μια κοπέλα, η Μάρισκα ζούσε σε ένα σπίτι στο δάσος, μόνη της , εντελώς μόνη. Ήταν λυπημένη που δεν είχε οικογένεια μα ήταν καλόκαρδη και χαμογελαστή. Ήταν και μία μάγισσα, η μάγισσα Ορέλια, που ζούσε στο παλάτι της στη χωματερή που βρωμοκοπούσε και έκανε μπάνιο κάθε μέρα με λασπό-νερα για να την πλησιάζουν οι μύγες. Είχε για στρατό της τους ανθρώπους από τα διπλανά χωριά. Ο κόσμος τη φοβότανε και ακολουθούσε τις οδηγίες της. Μόνο η Μάρισκα της είχε ξεφύγει.


Στο παλάτι της είχε μια τεράστια μαγική μπάλα. Παρακολουθούσε τη Μάρισκα, γιατί τη ζήλευε για την ομορφιά και την καλή της καρδιά. Ετοίμασε τα μαγικά της φίλτρα και τη μεταμόρφωσε σε ιστό αράχνης με μάτια και πόδια. Το μόνο που θα έλυνε τα μάγια της είπε είναι το νερό της μαγικής βρύσης. Η βρύση ήταν στο κέντρο ένός λαβύρινθου και τη φυλούσε ένας δράκος. Η Μάρισκα δεν είχε άλλη επιλογή.Βρήκε τον λαβύρινθο και σκέφτηκε ένα σχέδιο για να βρει το δρόμο να βγει.Έβαλε άχνη ζάχαρη στα πόδα της και έτσι άφηνε παντού ίχνη από όπου περνούσε.




Στο τέλος του λαβύρινθουείδε τον τεράστιο, τρομαχτικό δράκο να κοιμάται. Περπάτησε στις μύτες, για να μη τον ξυπνήσει, ήπιε νεράκι και έγινε και πάλι το όμορφο κορίτσι! Καθώς έκλεινε τη βρύση ακούστηκε ένας θόρυβος και ο δράκος βρυχήθηκε, ξύπνησε και άρχισε να πετά φωτιές από το στόμα. Η μάγισσα Ορέλια που είδε από τη μαγική της μπάλα πώς τα κατάφερε η Μάρισκα αποφάσισε να τη σώσει από τον δράκο. Πάγωσε το δράκο με ένα ξόρκι και πήρε τη Μάρισκα για βοηθό της γιατί ήταν πολύ έξυπνη.




Η Μάρισκα δέχτηκε να βοηθά τη μάγισσα αλλά μόνο για να κάνουν το καλό. Έτσι βοήθησε τη μάγισα να δει το καλό στον κόσμο και δεν ξαναέκανε κακό σε κανέναν. Δέν έκανε πια λασπόλουτρα αλλά αφρόλουτρα, δε διέταζε αλλά παρακαλούσε, δε ζήλευε αλλά βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη και χαμογελούσε σε όλους.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.





ΤΕΛΟΣ
Έτσι λεν τα παραμύθια, ψέμματα ή αλήθεια

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $2.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $2.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!