
Κάποτε σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας πλούσιος βασιλιάς , πολύ πλούσιος ,που ότι επιθυμούσε η καρδιά του το είχε.
Όλα τα είχε και τον έλεγαν ευτυχισμένο , ώσπου έπαθε μία ξαφνική ανορεξία και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του .
Σιγά σιγά αδυνάτιζε και γινότανε γκρινιάρης και παράξενος.
Η ανορεξία του βασιλιά όλο και κρατούσε και έρευβε όσο περνούσαν οι μέρες .
Τίποτα δεν λιμπιζότανε να φάει "ούτε του πουλιού το γάλα'' που έλεγε ο λόγος .
Κάποια μέρα εμφανίστηκε ένας γέροντας φτωχός και ασπρομάλλης , που ήταν σοφός και ήξερε από γιατρικά .
Τοι είπανε λοιπόν να επισκεφθεί τον βασιλιά .
" Μήπως κουράζεσαι βασιλιά μου ; " τον ρώτησε. " Όχι γέροντα μου εμένα δεν μου καίγεται καρφάκι για κανέναν ". Σκέφτηκε λίγο ο γέροντασ και στο τέλος είπε '' Βασιλιά μου από ότι βλέπω δεν έχεις τίποτα σοβαρό. αυτό που φταίει και δεν έχεις όρεξη είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι . Να διατάξεις να σου φέρουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Τότε θα γιατρευτείς."
Από την επόμενη μέρα ο βασιλείας διέταξε τους φουρναραίους να φτιάξουν το πιο γλυκό ψωμί . μα κανένα από εκείνα δεν του άρεσαν . Έτσι λοιπόν ο βασιλιάς διέταξε να ξανακαλεσουν τον σοφό γέροντα . '' Θα σε κρεμάσω που με ξεγέλασες '' είπε ο βασιλιάς " Γιατί βασιλιά μου " τον ρώτησε ο γέροντας " Γιατί το ψωμί που διέταξα να μου φτιάξουν δεν μου έκανε τίποτα "Μπα " έκανε ο γέρος " Τότε δεν θα ήταν τόσο γλυκό όσο θα έπρεπε " . Έπειτα από λίγο είπε ο γέρος στον βασιλιά ότι θα τον έπαιρνε μαζί του για τρείς μέρες κι αν δεν θα γινόταν καλά θα μπορούσε να του πάρει το κεφάλι .
Έτσι κι έγινε έβαλε κουρέλια και πήγε μαζί με τον γέροντα . Την πρώτη μέρα είπε ο γέρος στον βασιλιά να πάνε να θερίσουνε. Μέσα στο ηλιοπύρι θέριζε ο βασιλιάς νυστικός .Την επόμενη μέρα είπε ο γέροντας στον βασιλιά να πάνε να πάνε να θερίσουνε όλα τα δεμάτια . Την τρίτη μέρα ο γέρος είπε στον βασιλιά να πάνε στον μύλο να αλέσουνε . Έτσι κι έγινε φορτώθηκε το σακί στην πλάτη και ανέβηκε στον λόφο. Και για να μην τα πολυλογούμε αλέσανε το στάρι και γυρίσανε στην καλύβα.
Στο τέλος το ζύμωσαν και το έβαλαν στον φούρνο να ψηθεί. " Πεινάω πολύ " είπε ο βασιλιάς . Περίμενε του είπε ο γέροντας.
Όταν ετοιμάστηκε το ψωμί ο βασιλιάς έφαγε μία μεγάλη μπουκιά . " Μάλιστα αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αλλά πώς μα δεν έριξα καθόλου ζάχαρη " ." Βασιλιά μου η ζάχαρη ήταν ο ιδρώτας σου. Κοίτα μόνο να δουλεύεις από εδώ και πέρα και να ξέρεις ότι δεν θα σου λείψει ποτέ ξανά η όρεξη.
Από εκείνη την μέρα ο βασιλιάσ δούλευε στον κήπο του και νοιαζόταν περισσότερο για τον λαό του. από εκείνη την μέρα και μετά του βασιλιά δεν του έλειψε ποτέ ξανά η όρεξή του.

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $2.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $2.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!