Η ηρωίδα μας καλείται να το ανακαλύψει μέσα από εσωτερικές συγκρούσεις και ανθρώπινες σχέσεις....


Κεφάλαιο 1
Η ζέστη στην τάξη ήταν ανυπόφορη, αλλά το δικό μου ρίγος δεν είχε καμία σχέση με την θερμοκρασία. Καθόμουν στο τελευταίο θρανίο και κοίταζα την πλάτη του. Ήταν πολύ παράξενο πώς ένα απλό μπλε φούτερ μπορούσε να γίνει το κέντρο του κόσμου μου μέσα σε μόνο ένα πρωινό.
- Κοίτα τον, θα γυρίσει. Σου το λέω, νιώθω την αύρα του, ψιθύρισε μια φωνή ακριβώς δίπλα στο αυτί μου.
Δεν χρειαζόταν να γυρίσω να δω ποια ήταν. Ήταν η Εφηβεία. Καθόταν πάνω στο θρανίο μου σταυροπόδι, φορώντας ένα «βασιλικό στέμμα», ρίχνοντάς μου ένα πονηρό βλέμμα.
- Σώπα! Θα μας ακούσουν, της απάντησα νευριασμένα.
- Κανείς δεν με ακούει. Μόνο εσύ. Και δες! Γυρίζει! Γυρίζει! Ετοιμάσου!
Πράγματι. Εκείνος στράφηκε προς το μέρος μου. Το βλέμμα του με έκανε να νοιώσω σαν να πέταγαν πεταλούδες μέσα στο στομάχι μου! Έκανα αμέσως πως κοιτάω αλλού.
- Εμ συγγνώμη. Μήπως έχεις ένα στυλό; με ρώτησε ευγενικά.
- Θέλει στυλό! Γρήγορα δώσε του αυτό με τα στρασάκια! Μου είπε η Εφηβεία.
- Όχι αυτόν! Θα με περάσει για πεντάχρονο. Αυτόν εδώ που είναι πιο απλός, αυτόν θα του δώσω, της είπα.
- Οκ! Μην κάθεσαι και τον κοιτάς όμως σαν χαμένη, θα νομίζει ότι έπαθες κρίση πανικού, είπε και με τράβηξε από το μανίκι.

Εκείνος με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Τον κοίταξα κι εγώ και του χαμογέλασα αμήχανα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
- Όλα καλά; Με ρώτησε εκείνος.
- Πες κάτι. Τώρα! μου είπε απειλητικά η Εφηβεία!
- Ναι, πάρε…, είπα με μια σιγανή φωνή και του έδωσα το στυλό.
Τον πήρε! Για ένα δευτερόλεπτο τα χέρια του ακούμπησαν τα δικά μου. Αμέσως τράβηξα το χέρι μου απότομα πίσω.
- Σοβαρά τώρα; Ώρες ώρες, νομίζω πως είσαι το πιο αμήχανο πλάσμα στον πλανήτη, την άκουσα να λέει και να γελάει ειρωνικά.
Το κουδούνι χτύπησε. Μάζεψα τα πράγματα μου όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έτρεξα έξω στο προαύλιο. Η Εφηβεία με ακολούθησε.
- Eεε, πού πας; Γύρνα πίσω! Μου φώναξε.
Τότε προσπάθησα να βρω την κολλητή μου για να αποφύγω την Εφηβεία. Αφού έκανα τον μισό γύρο του προαυλίου, την είδα με ένα άγνωστο κορίτσι να περπατούν και να γελάνε. Εκείνη τη στιγμή η Εφηβεία με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί:
- Ποια είναι αυτή η κοπέλα δίπλα στην Ελένη;
- Δεν ξέρω... μάλλον θα είναι αυτή για την οποία μιλάει τις τελευταίες ημέρες, απάντησα.
Ένοιωσα ένα μικρό σφίξιμο όταν τις κοιτούσα να είναι μαζί και να γελάνε. Το αγνόησα όμως, και άρχισα να περπατάω πιο γρήγορα προς το μέρος τους. Όταν τις πλησίασα δεν μου έδωσαν σημασία. Τότε φώναξα δυνατά «Κορίτσια!» Η Ελένη μου ανταπέδωσε ένα ειρωνικό χαμόγελο. Η
Μάγια, το άλλο κορίτσι, με κοίταξε με ένα υποτιμητικό βλέμμα και είπε στην Ελένη:
- Αυτή είναι η «και καλά» κολλητή σου;
- Σσσσουτ, μην το λες αυτό μπροστά της, της είπε η Ελένη.
Ένιωσα σαν να είχα μπει στην κατάψυξη, αλλά προσπάθησα να μην το δείξω. Δεν το περίμενα καθόλου αυτό από την Ελένη. Νόμιζα πως ήταν καλή φίλη, πως μπορούσα να την εμπιστευτώ.
- Στα ‘λεγα εγώ, δεν στα ‘λεγα; Δεν είναι για σένα αυτή. Έχει αλλάξει πολύ τελευταία! Μου είπε η εφηβεία κάπως επιθετικά.
Εκείνη την στιγμή αγνόησα τελείως τα λόγια της εφηβείας, και γύρισα προς την Ελένη.
- Ισχύει αυτό που άκουσα; την ρώτησα απογοητευμένη.
- Όχι, όχι Σοφία. Η Μάγια λέει ψέματα, μου είπε αμέσως εκείνη.
- Μα Ελένη, ξέχασες! Εσύ δεν μου έλεγες ότι την βαρέθηκες για φίλη σου; είπε η Μάγια με την σειρά της.
Η Ελένη την σκούντησε δυνατά.
- Μην μιλάς, της είπε μέσα από τα δόντια.
Εκείνη την ώρα ήθελα να βάλω τα κλάματα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι η - μέχρι πριν ένα λεπτό – καλύτερή μου φίλη μού έλεγε ψέματα όλον αυτόν τον καιρό! Την κοίταξα απογοητευμένη και απομακρύνθηκα βιαστικά. Η Εφηβεία με ακολούθησε σιωπηλή.
Κεφάλαιο 2
Γύρισα σπίτι μετά από αυτήν την κουραστική ημέρα, περιμένοντας τον αδελφό μου να σχολάσει για να πάω να τον πάρω. Όσο χρόνος μου έμενε, έκατσα να διαβάσω μαθηματικά, επειδή την επόμενη μέρα έγραφα διαγώνισμα. Τις σκέψεις μου τις διέκοψε η Εφηβεία που εμφανίστηκε ξανά. Χαζολογούσε για πολύ ώρα πάνω από το κεφάλι μου λέγοντάς μου πως δεν θα τα πάω καλά στα μαθηματικά, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να συγκεντρωθώ. Τότε χτύπησε δύο φορές το κουδούνι.
- Ποιος να ‘ναι; Ο μπαμπάς πάντως έχει κλειδιά, σκέφτηκα.
Η Εφηβεία σήκωσε τους ώμους της ανήξερη. Σηκώθηκα για να ανοίξω και ξαφνιάστηκα μόλις είδα ότι μπροστά στην πόρτα στεκόταν… ο Φίλλιπος. Έκρυψα λίγο το σώμα μου πίσω από την πόρτα γιατί φορούσα τις πιτζάμες μου.
- Γειά σου, του είπα ντροπαλά.
- Γειά! Σοφία, σωστά;
- Ναι, σωστά.
- Συγγνώμη αν σε ενοχλώ, ήθελα να σου επιστρέψω αυτό, είπε δίνοντάς μου το στυλό μου.
Δεν πρόλαβα να τον ευχαριστήσω και ξαφνικά ήρθε ο μπαμπάς μου από την δουλειά.
- Καλησπέρα κολωκυθούλα μου. Ποιος είναι ο φίλος σου; Με ρώτησε ο μπαμπάς μου.
Του έκανα νόημα να πάει μέσα. Ευτυχώς το κατάλαβε. Ευχαρίστησα τον Φίλλιπο και πήγα μέσα και εγώ.
- Ποιος ήταν αυτός;
- Ένα παιδί από το σχολείο.
- Και τι ήθελε;
- Μου επέστρεψε ένα στυλό.
- Στυλό; Σοβαρά τώρα;
- Ναι, μπαμπά! Μην το κάνεις θέμα.
- Όταν έρχονται αγόρια σπίτι, θα το κάνω.
- Ωχ μωρέ μπαμπά! Πάω στο δωμάτιό μου.
- Καλά. Τον αδελφό σου θα πάω να τον πάρω εγώ. Εντάξει;
- Κάνε ότι νομίζεις!
Μπήκα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο θα έπρεπε.
Η Εφηβεία ακούμπησε στον τοίχο.
- Γιατί τρέμεις;
- Δεν τρέμω!
- Τότε γιατί δεν κοιτάς το κινητό σου;
Κοίταξα την οθόνη. Τίποτα.
- Δεν περιμένω μήνυμα…
- Ούτε από εκείνον;
- Μισώ αυτή τη μέρα… ψιθύρισα.
Η Εφηβεία αναστέναξε.
- Μόνο αυτή;
Κοίταξα ξανά το κινητό μου.
- Μην το κάνεις… είπε η Εφηβεία.
- Δεν κάνω τίποτα…
Ντιν. Η οθόνη άναψε. Το όνομά του! Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά.
- Άνοιξέ το, ψιθύρισε η Εφηβεία.
Δίστασα… αλλά το πάτησα.
Φίλιππος:
“Ελπίζω να μην σε έφερα σε δύσκολη θέση πριν… ”
Έμεινα να κοιτάζω το μήνυμα.
- Γράψε κάτι! είπε η Εφηβεία ενθουσιασμένη.
- Και τι να γράψω;
- Οτιδήποτε, απλά όχι ένα ξερό “οκ”.
Χαμογέλασα λίγο. Άρχισα να πληκτρολογώ… αλλά το έσβησα.
- Σοβαρά τώρα; Επέμεινε η Εφηβεία.

Πήρα μια ανάσα και ξαναέγραψα:
“Όχι, όλα καλά ”
Το κοίταξα για λίγο… και πάτησα αποστολή. Η Εφηβεία χαμογέλασε. Περίμενα.
Ντιν.
Φίλιππος:
“Χάρηκα πάντως που ήρθα… έστω και για ένα στυλό ”
Η Εφηβεία χαμογέλασε πλατιά.
- Ωωω, τι γλυκός!!!
Της χαμογέλασα και πληκτρολόγησα:
“Ναι, κι εγώ… δεν ήταν και τόσο κακή ιδέα τελικά ”
Το έστειλα πριν το ξανασκεφτώ.
Ντιν.
Φίλιππος:
“Την επόμενη φορά να βρω καλύτερη αφορμή τότε ”
Πάγωσα.
- ΜΗΝ ΤΟ ΑΦΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑΣΤΗΚΕ, φώναξε η Εφηβεία.
Χαμογέλασα ξανά χωρίς να το καταλάβω.
“Ναι… μάλλον, θα πρέπει ”
Κράτησα το κινητό σφιχτά. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο γρήγορα. Η Εφηβεία έσκυψε δίπλα μου.
- Εντάξει… αυτό τώρα μόλις ξεκίνησε.
Κεφάλαιο 3
- Ξύπνα, μου φώναξε η Εφηβεία.
- Τι ώρα είναι; Είπα και χασμουρήθηκα.
- Ώρα να σηκωθείς και να ετοιμαστείς για το σχολείο! Γράφεις διαγώνισμα, το ξέχασες;
- Παναγία μου! Το ξέχασα! Πο, πο και μόνο που ακούω αυτή τη λέξη ανατριχιάζω.
Σηκώθηκα απότομα από το κρεβάτι, ντύθηκα και έτρεξα στο γραφείο μου για να αρχίσω την επανάληψη. Έτσι όπως ήμουνα συγκεντρωμένη εμφανίστηκε πάλι η Εφηβεία. Έκανε συνέχεια χαζομάρες και με πείραζε. Δεν μπορούσα να διαβάσω! Με ενοχλούσε όλο και περισσότερο λέγοντάς μου:
- Χα, χα, δεν θα τα καταφέρεις! Είναι πολλά και σε λίγο πρέπει να φύγεις!
- Φτάνει πια! Μου έχεις σπάσει τα νεύρα! Βλέπεις ότι προσπαθώ! Μην με ενοχλείς άλλο. Της φώναξα νευριασμένη.
Εκείνη δεν απάντησε παρά μόνο κοκάλωσε και με κοίταξε απορημένη. Μ’ αυτά και μ’ αυτά μου είχε μείνει λιγότερο από ένα εικοσάλεπτο για να τελειώσω την επανάληψη και για να πάρω το πρωινό μου. Όταν η ώρα πήγε οχτώ και πέντε, άρπαξα την τσάντα μου και έφυγα βιαστικά για το σχολείο.
Φτάνοντας είδα την Μάγια να κάθεται στο παγκάκι μόνη της, κοιτάζοντας τα παιδιά γύρω της. Έδειχνε στεναχωρημένη.
- Άλλο και τούτο πάλι. Είπε η Εφηβεία, καθώς την κάρφωνε με ένα διαπεραστικό βλέμμα.
Πέντε λεπτά αργότερα, χτύπησε το κουδούνι. Όλες οι τάξεις κάναμε σειρές. Εγώ τελευταία, όπως πάντα, με την Εφηβεία δίπλα μου. Κάποια παιδιά είπανε την προσευχή και μόλις τελείωσαν, πήγαμε όλοι στις αίθουσές μας. Μπήκα μέσα στην τάξη και έκατσα στο θρανίο μου. Η Εφηβεία έκατσε πάνω του. Ξαφνικά, είδαμε την μαθηματικού να μπαίνει στην τάξη. Μας καλημέρισε και μας μοίρασε τις κόλλες και τα διαγωνίσματα.
Εδώ και δέκα λεπτά το πόδι μου δεν είχε σταματήσει να τρέμει από το άγχος. Κοίταξα την διπλανή μου μπας και έχει γράψει κάτι. Δυστυχώς όμως με κοίταξε και αυτή απορημένη!
- Ούτε εσύ θυμάσαι κάτι; Την ρώτησα.
Αυτή κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Δεν είχα καμία ελπίδα να πιάσω την βάση, σκέφτηκα. Τότε η εφηβεία φώναξε:
- Α καλαααά…
Χτύπησε το κουδούνι και δεν είχα προλάβει να τελειώσω όλες τις ασκήσεις. Η καθηγήτρια ήρθε πάνω από το κεφάλι μου και με κοίταξε σαν να μου έλεγε “δώσε τώρα την κόλλα σου”. Άπλωσα το χέρι μου, κρατώντας το διαγώνισμα και με το άλλο χέρι έκανα τον σταυρό μου. Αυτή μου το άρπαξε και έφυγε βιαστικά.
Κεφάλαιο 4
Το μεσημέρι με βρήκε στο σαλόνι, με το κεφάλι σκυμμένο. Ο έλεγχος με τον βαθμό του διαγωνίσματος ήταν πάνω στο τραπέζι. Ένα «3» που έμοιαζε με μαχαιριά στη καρδιά.
- Δεν προσπάθησες καθόλου, Σοφία! φώναξε ο μπαμπάς μου. Μόνο το κινητό και οι βόλτες σε νοιάζουν τώρα τελευταία!
- Δεν είναι έτσι, μπαμπά! Προσπάθησα, αλλά δεν…
- Αλλά τι; Σε είδαμε χθες με τον «φίλο» σου στην πόρτα! Αντί να διαβάζεις, χάζευες! συμπλήρωσε η μαμά με απογοήτευση.
Ένιωσα τα δάκρυα στα μάτια μου να κυλάνε. Η Εφηβεία καθόταν στη γωνία του καναπέ, για πρώτη φορά αμίλητη, κοιτάζοντας το ταβάνι. Δεν είχε πια στέμμα, ούτε πονηρό βλέμμα. Έμοιαζε τόσο κουρασμένη και λυπημένη όσο κι εγώ.
- Με πνίγετε! φώναξα και έτρεξα στο δωμάτιό μου, κλείνοντας την πόρτα με δύναμη.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταξα το ταβάνι. Η ησυχία ήταν μεγάλη. Ξαφνικά, το κινητό μου δονήθηκε. Το χέρι μου έτρεμε καθώς το σήκωνα.
Ελένη
«Σοφία, μου έλειψες σήμερα… Η Μάγια τελικά δεν είναι αυτό που νόμιζα. Μπορούμε να τα βρούμε; Σαν παλιά;»
Η Εφηβεία πλησίασε σιγά σιγά και ξάπλωσε στην άκρη του κρεβατιού. Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε.
- Γι’ αυτό η Μάγια ήταν στεναχωρημένη το πρωί.
- Μάλλον! Συμφώνησα.
- Δεν πιστεύω να την συγχωρήσεις; με ρώτησε ψιθυριστά.
- Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω, της απάντησα στεναχωρημένη.
Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη. «Σαν παλιά»… Μπορεί όμως κάτι να γίνει ξανά όπως παλιά; Ο Φίλιππος, οι καυγάδες με τους γονείς μου, η προδοσία της Ελένης… όλα αυτά, είχαν αλλάξει κάτι μέσα μου.
Κοίταξα την Εφηβεία. Ήταν η καλύτερή μου φίλη ή ο χειρότερος εχθρός μου; Ήταν αυτή που με έκανε να ερωτεύομαι ή αυτή που με έμπλεκε σε μπελάδες; Ίσως και τα δύο!
Άφησα το κινητό στο κομοδίνο χωρίς να απαντήσω στο μήνυμα. Για πρώτη φορά, δεν ήξερα τι να γράψω. Και η Εφηβεία, για πρώτη φορά, δεν είχε καμία συμβουλή ή χαζομάρα να μου πει. Απλά μείναμε εκεί, στο δωμάτιο, ξαπλωμένες να περιμένουμε το αύριο.
Η εικονογράφηση του διηγήματος έγινε με τη βοήθεια του ai εργαλείου copilot
ΤΕΛΟΣ

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $5.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $5.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!