Το βιβλίο αυτό δημιουργήθηκε από εμάς, τους μαθητές και τις μαθήτριες της Α' Γυμνασίου του 2ου Γυμνασίου Χαλκηδόνας, στο πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας που μας διδάσκει ο κ. Ανδρέας Γαλανός.
Αφού διαβάσαμε το απόσπασμα που επιγράφεται "Τα φαντάσματα" από την Αυλή μας της Μαρίας Ιορδανίδου, γράψαμε σε ομάδες τις δικές μας ιστορίες μυστηρίου, τις εικονογραφήσαμε και σας τις παρουσιάζουμε!

περιεχόμενα
το κορίτσι με τα κρυστάλλινα μάτια..............
ο μύθος της σπηλιάς........................................
τα ενοχοποιητικά στοιχεία.............................
τα στοιχειωμένο σπίτι.....................................
4
11
21
31

38
46
53
65
72


η πρώτη και η τελευταία νύχτα γάμου...............
η σκιά του δάσους................................................
το περίεργο σπίτι..................................................
η κούκλα της Άννας...............................................
η ταινία χωρίς όνομα............................................
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό χωριό, ζούσε ένα κορίτσι 16 χρονών, μαζί με την γιαγιά της. Στην πραγματικότητα δεν ήταν η πραγματική, αλλά η θετή της γιαγιά. Αυτό είχε γίνει, όταν οι γονείς του κοριτσιού είδαν ότι το παιδί τους είχε κρυστάλλινα μάτια και αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να το κρατήσουν.
Ένα βροχερό βράδυ, η μητέρα του κοριτσιού, το έβαλε στην κούνια του και το άφησε σε ένα απόμακρο σπίτι έξω από το χωριό, χτύπησε το κουδούνι και έφυγε. Έτσι, το κορίτσι μεγάλωσε μαζί με την κυρία που έμενε σε εκείνο το απόμακρο σπίτι. Το κορίτσι πήγαινε κανονικά σχολείο, παρόλο που τα παιδιά την κορόιδευαν για τα κρυστάλλινά της μάτια. Όλοι την κοιτούσαν περίεργα και την έδειχναν λες και ήταν εξωγήινος.

Μετά από δύο χρόνια το κορίτσι ενηλικιώθηκε και ήρθε η στιγμή να μάθει όλη την αλήθεια από τη "γιαγιά" της. Αφού έμαθε όλη την αλήθεια, αποφάσισε να φύγει από το σπίτι που έμενε και να ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο.
Σε μία διαδρομή από τη Γερμανία στο Παρίσι με το τρένο, υπήρξε αναταραχή και το τρένο εκτροχιάστηκε.
Το τρένο διαλύθηκε.

Ενώ το κορίτσι προσπαθούσε να ξεκολλήσει από τα συντρίμμια, την πλησίασε μία κυρία, τη βοήθησε να ξεκολλήσει, και αφού σηκώθηκε, η κυρία την αγκάλιασε. Εκείνη τη στιγμή, επειδή οι δύο γυναίκες αγκαλιάστηκαν δίπλα από το ντεπόζιτο του τρένου, ξέσπασε φωτιά, και πέθαναν και οι δύο.
Από τότε ο μύθος λέει ότι τα δύο πνεύματα τριγυρνάνε σε όλη τη Γη, και όποιο κορίτσι γεννηθεί και το παρατήσουν οι γονείς του, πηγαίνουν και του κάνουν τα μάτια του κρυστάλλινα.

Μαριάννα, Νάσια
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ
"Όλα ξεκίνησαν μια μέρα που εγώ κι εσείς πήγαμε μια εκδρομή στην εξοχή, κοντά σ΄ένα μικρό χωριό. Εκεί που περπατούσαμε, εγώ κι ο Δημήτρης ακούσαμε έναν παράξενο ήχο, που έβγαινε μέσα από τη σπηλιά. Όμως, δεν δώσαμε σημασία, γιατί ήταν κάτι μικρό και ασήμαντο.

Έπειτα η Δόμνα άκουσε ένα κλάμα, που κι αυτό προερχόταν από τη σπηλιά. Φοβήθηκε πολύ, και ήρθε και μας το είπε. Στην αρχή δεν την πιστέψαμε, διότι ξέραμε πως ήταν λίγο υπερβολική και φοβόταν με το παραμικρό.
Μετά από λίγη ώρα, καθώς εξερευνούσαμε την περιοχή, το κλάμα ξανακούστηκε και αυτή τη φορά το ακούσαμε όλοι. Ο Παναγιώτης πρότεινε να πάμε μέσα στη σπηλιά, για να δούμε τι συνέβαινε. Η Μαρίνα στην αρχή αρνήθηκε, γιατί άρχισε κι αυτή να φοβάται. Τελικά αποφασίσαμε να πάμε όλοι μαζί μέσα και
έπειτα να χωριστούμε σε ομάδες, ώστε να εξερευνήσουμε καλύτερα τη σπηλιά.
Καθώς περπατούσαμε, ακούστηκε ένας πολύ δυνατός θόρυβος και, όταν γυρίσαμε να δούμε τι έγινε, είδαμε τη Δόμνα ματωμένη κάτω στο έδαφος.

Η Μαρίνα πήγε κοντά της κλαίγοντας, για να δει αν είναι ακόμα ζωντανή. Αλλά ήταν πολύ αργά. Η Δόμνα ήταν νεκρή, χωρίς να ξέρουμε το γιατί και το πώς χάσαμε την καλή μας φίλη.
Η Μαρίνα κάθισε μαζί με την κολλητή της φίλη, για λίγα λεπτά. Αφού την εμψυχώσαμε λίγο, συνεχίσαμε να ψάχνουμε από πού προέρχονταν όλα αυτά.
Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες. Ο Παναγιώτης με την Μαρίνα και εγώ με τον Δημήτρη. Όταν
περπατούσαμε με τον Δημήτρη, στο βάθος της σπηλιάς βλέπαμε μια σκιά, που μας τρόμαζε πολύ. Προχωρήσαμε προς το μέρος της, ο Δημήτρης έμεινε πίσω και, όταν γύρισα να δω πού ήταν, είχε εξαφανιστεί. Πήγα να βρω τους άλλους, αλλά βρήκα μόνο τη Μαρίνα και μου είπε πως τους συνέβη το ίδιο γεγονός. Αρχίσαμε να τους ψάχνουμε, αλλά αυτοί δεν ήταν πουθενά. Καθώς εγώ και η Μαρίνα βγαίναμε από τη σπηλιά, στενοχωρημένοι για τον χαμό των φίλων μας, προχωρήσαμε προς το κοντινότερο χωριό.
Όταν φτάσαμε στο χωριό, χτυπήσαμε το κουδούνι σε ένα σπίτι όπου κατοικούσε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Μας άνοιξε μία καλή και ευγενική κυρία και μας είπε να περάσουμε. Μας ρώτησε τι πάθαμε και ήμασταν τόσο στενοχωρημένοι, κι εμείς της είπαμε όλη την ιστορία μας.
Όταν άκουσε ο ηλικιωμένος άνδρας την περιπέτειά μας, έμεινε άφωνος και διακρίναμε μια έκπληξη στο πρόσωπό του. Πήρε τον λόγο και μας είπε πως πριν από χρόνια, υπήρχε ένας μύθος για μια μητέρα που άφησε το μωρό της σε εκείνη τη συγκεκριμένη σπηλιά.
Από τότε έλεγαν πως το μωρό είχε στοιχειώσει τη σπηλιά και όποιον άκουγε να μπαίνει μέσα, τον εξαφάνιζε, με διάφορους τρόπους. Μας είπε επίσης πως δεν το πίστευε μέχρι τώρα, αλλά ούτε ποτέ τόλμησε να μπει. Μείναμε έκπληκτοι με αυτήν την ιστορία. Στη συνέχεια, μας πρότειναν να φάμε μαζί τους. Εμείς αρνηθήκαμε, καθώς ήμασταν πολύ κουρασμένοι και τρομαγμένοι με αυτό που μας είχε συμβεί εκείνη την ημέρα. Έτσι φύγαμε για το σπίτι μας...

Και τότε παιδιά ξύπνησα και κατάλαβα πως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο και πιο συγκεκριμένα ένας εφιάλτης."
Τότε όλοι οι φίλοι του έβαλαν τα γέλια!!!
Βασιλεία, Ελευθερία, Νίκος
Μια νύχτα σ' ένα σπίτι όπου ζούσε μια εκτεταμένη οικογένεια βρήκαν το νεκρό σώμα του παππού Νέμπερ Κράκερ μέσα στη μπανιέρα. Το νερό ήταν κατακόκκινο από το αίμα του.
ΤΑ ΕΝΟΧΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Καθώς η κόρη του πήγαινε να κάνει μπάνιο τον μικρό της γιο της, τον Λουκάς, είδε τον γέρο μπαμπά της μέσα σε μια λίμνη αίματος.
Εκείνη τη στιγμή η κόρη του άρχισε να ουρλιάζει και όλα τα μέλη της οικογένειας έτρεξαν στον τόπο του εγκλήματος.

Την άλλη μέρα το πρωί συγκινημένοι ετοιμάστηκαν για να πάνε στην κηδεία του Νέμπερ Κράκερ. Τη στιγμή που όλοι ήταν συγκινημένοι, ο γαμπρός έφυγε βιαστικά από την κηδεία. Όλοι πήγαν στο στοιχειωμένο σπίτι του παππού Νέμπερ Κράκερ. Όλοι αναρωτήθηκαν ποιος ήταν ο δολοφόνος, αλλά και ποιος θα έπαιρνε την κληρονομιά που είχε γράψει πριν αφήσει την τελευταία του πνοή.
Όμως εκείνη τη στιγμή η κόρη του σκέφτηκε πως η μητέρα της, μετά τον φόνο φορούσε τα κατάμαυρά της ρούχα. Η κόρη είδε στο πρόσωπο της μητέρας της ένα δάκρυ αίματος, το οποίο αποδείκνυε το ένοχο βλέμμα της. Η κόρη έψαξε για στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος, όπου βρήκε τα ρούχα της μητέρας της ματωμένα από το αίμα.



Ο δολοφόνος ήθελε μάλλον να κληρονομήσει την περιουσία του παππού Νέμπερ Κράκερ. Η κόρη κατάλαβε ότι ο δολοφόνος ήταν η μητέρα της και ήθελε την περιουσία που είχε γράψει στην διαθήκη του.

Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν δυνατόν η μητέρα της να σκότωνε τον μπαμπά της.
Και συνέχισε να ψάχνει για ενοχοποιητικά στοιχεία. Τα βρήκε στο συρτάρι, το οποίο μάλλον ο δολοφόνος είχε ξεχάσει να καθαρίσει.
Το επόμενο πρωί χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο συμβολαιογράφος που θα άνοιγε τη διαθήκη του γέρου Νέμπερ Κράκερ. Τότε αποκαλύφθηκε ότι ο παππούς κάτι ήξερε, γιατί στην γυναίκα του δεν άφησε τίποτα και όλοι βεβαιώθηκαν πως η μητέρα ήταν ο ένοχος.
Βασίλης, Κρυσταλία, Μάγδα, Παναγιώτης


Η γιαγιά μου μου αφηγήθηκε μια ιστορία για ένα στοιχειωμένο σπίτι σε έναν πολύ μεγάλο λόφο.
Ήταν πολλά χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και υπήρχε μόνο μια στάση λεωφορείου εκεί κοντά.
ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ
Μια μέρα η γιαγιά μου μπήκε σε αυτό το σπίτι, γιατί είχε μεγάλη περιέργεια να δει τι υπήρχε μέσα. Όταν τελικά μπήκε, άρχισε να οδεύει προς τις σκάλες. Όσο τις ανέβαινε, αυτές έτριζαν. Μόλις ανέβηκε, ακούστηκε ένα σύρσιμο απ' τον επάνω όροφο.
Τότε αποφάσισε να ανεβεί και τις υπόλοιπες σκάλες για να δει από πού προήρθε αυτός ο θόρυβος.
Όσο ανέβαινε τις σκάλες, ο θόρυβος δυνάμωνε. Όταν έφτασε τελικά στον τρίτο όροφο, μπήκε σε ένα δωμάτιο. Εκεί ήταν η κουζίνα. Τότε όλα τα ντουλάπια άρχισαν να χτυπάν δυνατά και πανικοβλήθηκε πάρα πολύ.
Μετά μπήκε σε μια κρεβατοκάμαρα. Εκεί αντίκρισε ένα κοριτσάκι να κάθεται στο κρεβάτι και να τραγουδάει έναν ιδιαίτερο σκοπό. Σε μια στιγμή σηκώθηκε από το κρεβάτι, την πλησίασε με ένα μαχαίρι και την τραυμάτισε.

Τότε όλα τα πράγματα άρχισαν να αιωρούνται.
Η γιαγιά μου άρχισε να πανικοβάλλεται και, για να κρυφτεί, μπήκε σε ένα τροχόσπιτο στην πίσω αυλή του σπιτιού.
Μόλις ένιωσε ασφαλής έφυγε από το σπίτι και έτσι σώθηκε.
Γιάννης Τ., Δημήτρης, Μάριος

η πρώτη και η τελευταία νύχτα γάμου
Στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, ζούσε μια νεαρή και όμορφη κοπέλα που ονομαζόταν Χριστίνα. Η Χριστίνα είχε ερωτευτεί τον ταχυδρόμο του χωριού, τον Στέλιο. Ο Στέλιος ήταν κι αυτός ερωτευμένος μαζί της. Ένα απόγευμα ο Στέλιος γονάτισε και της είπε πως ήταν η μοναδική γυναίκα της ζωής του. Τότε έβγαλε από την τσέπη του ένα όμορφο και γυαλιστερό μονόπετρο και την ρώτησε αν θέλει να τον παντρευτεί. Η Χριστίνα τού απάντησε με χαρά και αγάπη το «ΝΑΙ».


Την επόμενη μέρα η Χριστίνα και ο Στέλιος πήγαν να διαλέξουν τις μπομπονιέρες και την ανθοδέσμη. Μετά από αυτό, το ζευγάρι χωρίστηκε: ο Στέλιος πήγε να αγοράσει ένα μαύρο κουστούμι, ενώ η Χριστίνα πήγε για το νυφικό της.




Η ημέρα το γάμου έφτασε. Και ο γαμπρός ήταν έτοιμος, αλλά και η νύφη. Όταν η Χριστίνα βγήκε από το σπίτι, είδε μια τεράστια λιμουζίνα απέξω ειδικά για εκείνη.

Μπήκε μέσα και αυτή αλλά και τα οχτώ παρανυφάκια και πήγαν στην εκκλησιά.
Μόλις έγινε στέψη, ο γαμπρός και η νύφη πήγανε στην δεξίωση. Περάσανε αρκετές ώρες και ο κόσμος άρχισε να φεύγει. Τότε, κάποιος έβαλε στο κρασί του Στέλιου κάτι περίεργα φάρμακα και ο Στέλιος άρχισε να νευριάζει στα καλά καθούμενα. Όταν η Χριστίνα τον ρώτησε αν είναι καλά, αυτός νευρίασε και την πήρε και πήγαν στο σπίτι τους.

Ο Στέλιος άρπαξε ένα κοφτερό μαχαίρι από το συρτάρι της κουζίνας. Την ώρα που η Χριστίνα πήγε να ξαπλώσει, αυτός έβγαλε το μαχαίρι από την τσέπη του και την μαχαίρωσε στην κοιλιά, ενώ προσπαθούσε να ξεκουμπώσει το νυφικό. Τότε η Χριστίνα έπεσε ματωμένη στη νυφική τους παστάδα.


Μετά από λίγο, ο Στέλιος άρχισε να γίνεται καλά και να καταλαβαίνει τι είχε κάνει στην αγαπημένη του. Έκατσε στο γραφείο και έγραψε στη μητέρα της Χριστίνας ένα γράμμα, όπου έγραφε τι ακριβώς είχε συμβεί. Μετά βγήκε στην αυλή και ένα λυσσασμένο σκυλί τον δάγκωσε. Μετά από λίγο πέθανε.
Δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του, ενώ της Χριστίνας έμεινε εκεί μέσα για 20 ολόκληρα χρόνια.

Λένε πως εάν περάσεις έξω από το σπίτι, θα ακούσεις τις τσιρίδες της Χριστίνας και πως σε εκείνο το σημείο τα δέντρα κουνιούνται και έχει ένα απαλό αεράκι που σε κάνει να τρέμεις από το κρύο...
Στέφανος
η σκιά του δάσους
Κάποτε ένα ζευγάρι μετακόμισε σε ένα χωριό.Την πρώτη μέρα το ζευγάρι πήγε να δει το καινούριο του σπίτι. Την επόμενη μέρα το πρωί οι γείτονές τους τους επισκέφτηκαν, για να τους καλωσορίσουν. Τους πρόσφεραν γλυκά και έκατσαν να πουν τα νέα τους. Άρχισαν να τους λένε ιστορίες ότι στο χωριό υπήρχαν φαντάσματα. Το ζευγάρι άρχισε να γελάει ασταμάτητα, γιατί δεν πίστευε στα φαντάσματα. Μετά από λίγο οι γείτονες έφυγαν και το ζευγάρι πήγε να κοιμηθεί.
Την τρίτη μέρα το απόγευμα το ζευγάρι πήγε μια βόλτα στην εξοχή. Από την πολλή βροχή και την ομίχλη πήραν λάθος δρόμο ο οποίος τελείωνε σε ένα δάσος. Τα δένδρα ήταν ξερά και δεν υπήρχαν λουλούδια.Περπατούσαν για ώρες στο δάσος. Άκουγαν περίεργους ήχους και φοβόντουσαν.






Ξαφνικά αντίκρισαν στο βάθος ένα σαπισμένο σπίτι και μπήκαν μέσα. Άναψαν φωτιά, για να ζεσταθούν. Απο τον πολύ αέρα έτριζαν τα ξύλα.

Aπό το φως της φωτιάς είδαν μια σκιά που νόμιζαν ότι είναι άνθρωπος. Βγήκαν έξω να δουν τι είναι. Αμέσως μετά άκουσαν πάλι τον ίδιο περίεργο ήχο. Άρχισαν να τρέχουν πανικοβλημένοι. Η γυναίκα σκόνταψε σε ένα ξύλο και έπεσε. Ο άνδρας συνέχισε να τρέχει, γιατί δεν κατάλαβε ότι η γυναίκα του έπεσε.

Η γυναίκα τότε κατάλαβε ότι δε σκόνταψε σε ξύλο αλλά σ' έναν σκελετό κι άρχισε να τσιρίζει.

Ο άνδρας τότε κατάλαβε ότι η γυναίκα του δεν τον ακολουθούσε. Ο άνδρας γύρισε πίσω για να την πάρει, αλλά δεν ήταν εκεί. Μετά από 2 ώρες η ομίχλη έφυγε και ο άνδρας έφυγε από το δάσος. Από τότε σε εκείνο το δάσος δεν ξαναπήγε κανείς.
Αρντίς, Ελένη, Ιωάννα, Σταύρος

το περίεργο σπίτι
Κάποτε στη δεκαετία του '60, τέσσερα παιδιά, η Κατερίνα, η Μαρία, ο Χρήστος και ο Γιαννάκης, που έμεναν σε διαφορετικές γειτονιές, είχαν δώσει ραντεβού στην πλατεία του χωριού, για να πάνε μαζί για καφέ.

Στη διαδρομή τους προς την καφετέρια πέρασαν από έναν σκοτεινό δρόμο από τον οποίο δεν είχαν ξαναπεράσει ποτέ. Στον δρόμο είδαν ένα περίεργο και ακατοίκητο σπίτι απ' όπου ακούγονταν διάφοροι ήχοι.

Δεν έδωσαν πολλή σημασία, γιατί πίστευαν πως οι φήμες που ακούγονταν για
αυτό το σπίτι δεν ήταν αληθινές.
Μόλις φτάσανε στην καφετέρια, άρχισαν να συζητάνε για τους περιέργους ήχους που είχαν ακούσει από το σπίτι. Πρώτος πήρε τον λόγο ο Γιαννάκης και λέει:
Βρε παιδιά, να σας πω κάτι ;
Ναι, πες μας, αλλά μην πετάξεις καμιά βλακεία!
Γιατί, πότε λέω εγώ βλακείες ;
Πάντα λες, αλλά πες μας.
Τέλος πάντων, για εκείνο το σπίτι που είδαμε πριν.
Ήταν λίγο περίεργο, γιατί ακούγονταν φωνές, ενώ είναι ακατοίκητο, αλλά και γιατί η περιοχή ήταν σκοτεινή.
Ας ξαναπεράσουμε στον γυρισμό, για να είμαστε σίγουροι!
Έφυγαν από την καφετέρια και στον δρόμο γελούσανε και μιλούσανε μέχρι που έφτασαν στο μυστηριώδες σπίτι. Τα παιδιά δεν άκουσαν τίποτα, καθώς περνούσαν από εκεί και παραξενεύτηκαν.


Παιδιά δεν σας φαίνεται περίεργο που έχει τόση ησυχία;
Δίκιο έχεις, Γιαννάκη.
Ας μπούμε μέσα στο σπίτι για να δούμε τι συμβαίνει.
Εμείς δεν συμφωνούμε, διότι είναι βράδυ και πρέπει να σιγουρευτούμε αν είναι στοιχειωμένο ή όχι.
Τα παιδιά έφυγαν από το τρομακτικό σπίτι και πήγαν στα σπίτια τους, αλλά κανένα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, διότι σκεφτόντουσαν τι μπορεί να ήταν μέσα στο σπίτι που είχαν δει.

Την άλλη μέρα ξανασυναντήθηκαν και σκέφτηκαν να πάνε απέναντι από το τρομακτικό σπίτι που είχαν δει το χθεσινό βράδυ. Χτύπησαν την πόρτα και την άνοιξε μια γιαγιά.
Τι θέλετε, καλά μου παιδιά;
Θα θέλαμε να μας δώσετε πληροφορίες για το σπίτι απέναντι από το δικό σας. Να μας πείτε αν είχε συμβεί κάτι παράξενο ή άμα έχετε δει εσείς κάτι περίεργο!

Μάλιστα! Μπείτε, για να σας πω τι είχε γίνει .

Λοιπόν, περίπου πριν 20 χρόνια, ζούσε εκεί ένα ζευγάρι με 2 παιδιά. Ο πατέρας σκότωσε τη γυναίκα και τα παιδιά του, επειδή τρελάθηκε, και μετά αυτοκτόνησε. Και από τότε λένε ότι οι ψυχές τους στοιχειώνουν το σπίτι...
Τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι της γιαγιάς και πήγαν για να λύσουν αυτό το μυστήριο. Καθώς περπατούσαν στην αυλή του σπιτιού, σκέφτηκαν να μπουν μέσα στο σπίτι. Μπήκαν και άκουσαν φωνές. Κατέβηκαν στο υπόγειο και εκεί οι φωνές ακούγονταν πιο δυνατά. Καθώς περπατούσανε, βρήκαν ένα σεντούκι από το οποίο προέρχονταν οι φωνές.

Το άνοιξαν και είδαν ένα σημείωμα το οποίο έγραφε:
όλα αυτά που ακούσατε ήταν αληθινά
Γιάννης Π., Κατερίνα Π., Μαρία Τ., Χρήστος
η κούκλα της Άννας
13 Ιανουαρίου, η πιο χαρούμενη μέρα της Άννας. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα η Άννα έχει τα γενέθλιά της που τα γιορτάζει με συγγενείς και φίλους, οι οποίοι της εύχονται χρόνια πολλά και της φέρνουν δώρα.

Τα φετινά γενέθλια στην αρχή ήταν κάτι το ξεχωριστό, κάτι το απερίγραπτο. Όσο όμορφα και χαρούμενα όμως ξεκίνησαν, τόσο τρομακτικά κατέληξαν για την Άννα.


Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, την ιστορία μας από την αρχή. Όπως είπα και πριν, στις 13 Ιανουαρίου η Άννα έχει γενέθλια. Άλλοι της φέρνουν ρούχα, άλλοι σχολικά είδη και άλλοι παιχνίδια. Το πιο όμορφο δώρο που πήρε όμως ήταν αυτό των γονιών της.
Ήταν μία μεγάλη και όμορφη κούκλα.
Η Άννα, όταν είδε αυτήν την κούκλα,
χάρηκε τόσο πολύ που έτρεξε
στο δωμάτιό της,
για να παίξει μαζί της.

Την επόμενη μέρα έπαιξε με την κούκλα από το πρωί μέχρι το βράδυ, ώσπου την φώναξε η μητέρα της να φάει βραδινό. Αυτή πέταξε την κούκλα στο πάτωμα και, αφού έφαγε, ξαναγύρισε, για να παίξει πάλι μαζί της. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, είδε την κούκλα να κουνάει το κεφάλι της δεξιά και αριστερά και να ανοιγοκλείνει τα μάτια της. Η Άννα τρόμαξε τόσο πολύ που έτρεξε τσιρίζοντας στους γονείς της και τους είπε πως η κούκλα είναι ‘‘μαγεμένη’’, γιατί κουνιέται.

Οι γονείς της έφτασαν κάπως τρομαγμένοι στο δωμάτιο του κοριτσιού, για να δουν τι συμβαίνει. Όταν μπήκαν, μέσα ο πατέρας της πήρε την κούκλα και έκλεισε τον μηχανισμό της. Τότε η μητέρα της Άννας ζήτησε συγγνώμη από την κόρη της, γιατί είχαν ξεχάσει να της πουν πως αυτή η κούκλα μιλάει και κουνιέται.




Έτσι, το μικρό κορίτσι, ανακουφισμένο και χαμογελαστό, πήρε την κούκλα για να συνεχίσει το παιχνίδι της.


Αποστόλης, Κατερίνα Β., Ντόνα, Σοφία
η ταινία
χωρίς όνομα
Κάποτε, μια παρέα αποφασισμένων παιδιών, πήγαμε σε
ένα χωριό που μύθοι έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένο.
Ξαφνικά, καθώς προχωρούσαμε, το αμάξι έσβησε και τα φώτα του δρόμου ανοιγόκλειναν. Το αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα στο σπίτι που φήμες έλεγαν ότι είναι στοιχειωμένο και ότι ζούσε μια γριά μάγισσα.

Στον δρόμο εμφανίστηκε μια σκιά που κρατούσε ένα κερί. Ήταν μια γιαγιά που έμενε στο σπίτι δίπλα από το στοιχειωμένο και μας προειδοποίησε να μην μπούμε σε εκείνο το σπίτι, διότι κάθε βράδυ ακούγονται διάφοροι ήχοι από τη μάγισσα που ο θρύλος λέει ότι πέθανε τέτοια μέρα στις 12 τα μεσάνυχτα .

Μετά η γιαγιά έφυγε απότομα και παράξενα κι εμείς τρομάξαμε. Τα φώτα από το στοιχειωμένο σπίτι αναβόσβηναν 3 φορές και εμείς περάσαμε στην αυλή του στοιχειωμένου σπιτιού και τότε το φεγγάρι έλαμψε πιο πολύ και σχημάτισε έναν μεγάλο σταυρό.

Τότε ξαναήρθε η γιαγιά και μας ρώτησε αν είχαμε δει τη σκιά της μάγισσας που πήδηξε από το παράθυρο, αλλά δεν την είχαμε δει. Η γιαγιά χωρίς λόγο γέλασε και μας είπε ότι τα φώτα έσβησαν, διότι στο χωριό τους σβήνουν στις 12 τα μεσάνυχτα. Μόλις έφυγε η γιαγιά, πέρασε ένα αυτοκίνητο που δεν το οδηγούσε κάνεις. Μετά από 30 λεπτά καταφέραμε να βάλουμε μπρος το δικό μας αμάξι. Πήγαμε σε ένα πάρκο να κοιμηθούμε και όλο το βράδυ ακουγόντουσαν τσιρίδες και ένας αέρας που σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα .
Το άλλο πρωί είπαμε να πάμε να εξερευνήσουμε το δάσος και το σπίτι. Ξεκινήσαμε από το πιο κοντινό που ήταν το δάσος. Στο βάθος του δάσους ακουγόντουσαν ομιλίες και όσο προχωρούσαμε ακουγόντουσαν όλο και πιο δυνατά .
Μόλις φτάσαμε, συνειδητοποιήσαμε ότι ήταν μια ταινία με σκηνοθέτη τη γιαγιά και η γιαγιά μας είπε ότι ήμασταν πρωταγωνιστές της ταινίας, χωρίς να το ξέρουμε. Το αμάξι μας είχε σταματήσει, διότι δεν είχε βενζίνη και δυστυχώς όλα ήταν ψέμα...
Θανάσης, Μαρία Π., Ρία

the end

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(5)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $15.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $15.99+) - DOWNLOAD
- LIKE (5)
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE(5)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!