


Ερμής και ξυλοκόπος
Κάποτε, όταν οι Έλληνες πίστευαν στους 12 θεούς και σε πολλούς άλλους μικρότερους θεούς και θεές, ένας ξυλοκόπος έκοβε ξύλα κοντά σ΄ ένα ποτάμι.
– Δυστυχία μου!!!
Η φωνή του ξυλοκόπου αντήχησε μέσα στο δάσος και η στενοχώρια του τον έκανε να κλαίει σωριασμένος στην ακροποταμιά. Τότε ο θεός Ερμής, που περνούσε από κει, άκουσε τα κλάματα και τις φωνές και θέλησε να μάθει τι συνέβαινε στον δυστυχισμένο ξυλοκόπο.
– Τι να σου λέω τώρα, άνθρωπέ μου! Καθώς χτυπούσα με το τσεκούρι μου κείνο το μεγάλο δέντρο που βλέπεις στα δεξιά του ποταμού, μου ξέφυγε το τσεκούρι από τα χέρια και έπεσε στο νερό. Πάει το τσεκούρι μου, πάει κι η δουλειά μου, πάει και το μεροκάματο για τα παιδιά μου!
Στ’ απελπισμένα λόγια του ξυλοκόπου, ο θεός Ερμής, που ο ξυλοκόπος μας βέβαια δεν είχε καταλάβει ποιος ήταν, του υποσχέθηκε πως θα βουτήξει στο νερό και θα του φέρει
το τσεκούρι του. Και πράγματι, ο θεός βούτηξε στο ορμητικό ποτάμι και βγάζει ένα χρυσό τσεκούρι μέσα από το νερό.
– Μακάρι να ήταν αυτό! Ο ξυλοκόπος μας, τίμιος καθώς ήταν, δεν αναγνώρισε για δικό του το χρυσό τσεκούρι.
Κι όταν ο θεός Ερμής ξαναβούτηξε στο ποτάμι και του έφερε ένα ασημένιο τσεκούρι:
– Ούτε αυτό είναι δικό μου, είπε πάλι.
Ο θεός Ερμής τελικά βούτηξε για τρίτη φορά στο ποτάμι και τώρα του έφερε το δικό του τσεκούρι.
– Αυτό είναι το δικό μου! Τα μάτια του ξυλοκόπου άστραψαν από χαρά, μα και τα μάτια του θεού Ερμή γέμισαν συγκίνηση για τον τίμιο αυτόν άνθρωπο! Και γι’ αυτήν ακριβώς την τιμιότητα του χάρισε και τα άλλα δύο τσεκούρια, το χρυσό και το ασημένιο.
Ο ξυλοκόπος, όταν γύρισε σπίτι του, χαρούμενος, περιέγραφε στην οικογένεια και τους φίλους του όλα όσα έγιναν. Κάποιος από τους φίλους του τότε, σκέφτηκε να κάνει το ίδιο κοντά στο ποτάμι και έριξε επίτηδες το τσεκούρι του στο νερό του ποταμού. Άρχισε μετά να κλαίει και να φωνάζει για το δήθεν χαμένο τσεκούρι του. Νάτος και πάλι ο θεός Ερμής, παρουσιάζεται πρόθυμος να του φέρει το τσεκούρι του. Όταν όμως του προσφέρει ένα χρυσό τσεκούρι, που έβγαλε από το ποτάμι:
– Ναι, αυτό είναι το δικό μου, φώναξε ενθουσιασμένος ο ξυλοκόπος μας με περισσή ψευτιά!
Όμως ο θεός Ερμής μπροστά σε τόση ψευτιά αλλά και το περισσό θράσος, όχι μόνο δεν του χάρισε το χρυσό αλλά ούτε και το δικό του τσεκούρι δεν του έδωσε!
– Η τιμιότητα είναι ο καλύτερος δρόμος φίλε μου και συ δεν τον ακολούθησες, ήταν τα τελευταία λόγια του θεού Ερμή, πριν εξαφανιστεί για πάντα από τα μάτια του ψεύτη ξυλοκόπου.



Το λιοντάρι και το ποντίκι
Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει από το προηγούμενο βράδυ ένα ολόκληρο βόδι είχε πιει και μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί σε έναν ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια Ξαφνικά ένιωσε στον ύπνο του πως κάτι το γαργαλούσε. Σαν να περπατούσε κάτι πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει Ένα ποντίκι! Ένα τόσο δα ποντίκι που χαλούσε τον ύπνο του. Θύμωσε τότε το λιοντάρι, που ένα τόσο μικρό και ταπεινό πλάσμα τολμούσε να του χαλάσει τον ύπνο του κι αρπάζοντάς το με το μπροστινό του πόδι το έφερε μπροστά στα μάτι του και ετοιμάστηκε να το κάνει μια μπουκιά. Το ποντικάκι όμως άρχισε να κλαίει και να παρακαλάει:
-Άφησε με βασιλιά μου να ζήσω, σε παρακαλώ! Κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις.
Το λιοντάρι που ήτανε και χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει τίποτα άλλο , γέλασε με τα λόγια του ποντικού και του είπε:
-Με έκανες και γέλασα!! Σου χαρίζω γι’ αυτό τη ζωή αν και δεν πρόκειται ποτέ εσύ ένα μικρό ποντικάκι να μπορέσει να σώσει εμένα το βασιλιά των ζώων !
Το ποντικάκι τον ευχαρίστησε και το έβαλε γρήγορα στα πόδια και εξαφανίστηκε.
Πέρασε καιρός και το λιοντάρι είχε ξεχάσει το περιστατικό με το ποντίκι. Κάποτε όμως ο βασιλιάς των ζώων έπεσε σε ένα λάκκο – παγίδα που είχαν στήσει κάτι κυνηγοί και παγιδεύτηκε μέσα στη παγίδα από σχοινί και δεν μπορούσε να ξεφύγει. Όσο και να προσπαθούσε το λιοντάρι ό,τι και να έκανε δεν μπορούσε να ελευθερωθεί. Ύστερα από λίγη ώρα έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά. Είδε το λιοντάρι και το αναγνώρισε.
-Κάποτε μου χάρισες τη ζωή, είπε το ποντικάκι. Τώρα κι εγώ θα σε ελευθερώσω για να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες!
-Εσύ θα με ελευθερώσεις; Πώς; αναρωτήθηκε το λιοντάρι.
Άρχισε τότε το ποντικάκι να ροκανίζει με τα σουβλερά δοντάκια του το σχοινί και να το κόβει. Πέρασαν κάποιες ώρες και το ποντικάκι άνοιξε μια αρκετά μεγάλη τρύπα και το λιοντάρι κατάφερε να ξεφύγει και να βγει από την παγίδα με ένα πήδημα.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ! του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
-Σου είχα υποσχεθεί πως θα ερχόταν η στιγμή που θα σου ξεπλήρωνα το καλό που μου έκανες. Τότε γέλασες μαζί μου και δεν πίστευες ότι εγώ το μικρό ποντίκι θα καταφέρω να σώσω εσένα το βασιλιά των ζώων. Θα πρέπει να ξέρεις όμως πως οι πιο αδύναμοι μπορούν να κάνουν καλό στους πιο δυνατούς και δεν πρέπει να περιφρονούμε κανένα!



Η κότα και τα χρυσά αυγά
Ένας άνθρωπος είχε κάποτε μία κότα, που γεννούσε κάθε μέρα ένα αυγό χρυσό!
Ο άνθρωπος πήγε να τρελαθεί απ’ τη χαρά του. Μάζευε τα χρυσά αυγά και τα έκρυβε κι όλο λογάριαζε πόσο πιο πλούσιος γινόταν κάθε μέρα.
«Για να γεννάει η κότα μου ένα αυγό χρυσό κάθε μέρα, θα πει πως έχει στην κοιλιά της ολόκληρο χρυσωρυχείο».
Κι επειδή ήταν πολύ φιλάργυρος, έσφαξε την κότα για να πάρει το χρυσωρυχείο της και να μην περιμένει κάθε μέρα κι από ένα αυγό. Μέσα στην κοιλιά της κότας όμως, δε βρήκε τίποτα και τότε μετάνιωσε πικρά, αλλά ήταν πια πολύ αργά.
Έτσι την παθαίνει πάντοτε ο φιλάργυρος, που θέλει να τα κερδίζει όλα και δεν ευχαριστιέται με κείνα που έχει.




Ο Βοριάς και ο Ήλιος
Μια φορά κι έναν καιρό ο Ήλιος και ο Βοριάς έπιασαν την κουβέντα για το πώς ήταν πιο δυνατός από τους δύο.
- Εγώ, έλεγε ο Ήλιος.
- Όχι εγώ, έλεγε ο Βοριάς.
Κι είχαν τόσο πείσμα ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε και δεν έκανε πίσω. Έτσι όμως δεν έβγαινε συμπέρασμα, ούτε και θα ‘βγαινε ποτέ, τόσο πεισματάρηδες ήταν και οι δυο τους.
-Σου προτείνω ένα στοίχημα! Είπε τέλος ο Βοριάς.
-Τι στοίχημα; Ρώτησε ο Ήλιος.
- Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει να του βγάλει την κάπα του εκείνος θα ναι κι ο δυνατότερος.
- Το δέχομαι το στοίχημα! είπε ο Ήλιος.
Σε λίγο φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος που πήγαινε ολομόναχος.
Άρχισε τότε ο Βοριάς να φυσάει δυνατά. Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος και τυλίχτηκε στην κάπα του πιο πολύ, για να προφυλαχθεί από τον αέρα.
Ο Βοριάς, φύσηξε πιο δυνατά κι ο διαβάτης , κουμπώθηκε ακόμη πιο πολύ κι επειδή ο βοριάς δυνάμωνε το φύσημα του ο άνθρωπος έβγαλε και μια μάλλινη κουβέρτα που είχε μαζί του και τυλίχτηκε και μ’ αυτήν , για να μην ξεπαγιάσει.
Στο τέλος ο Βοριάς είδε κι αποείδε και σταμάτησε να φυσάει. Γύρισε τότε στον Ήλιο και του είπε:
-Εγώ δεν τα κατάφερα, η σειρά σου τώρα να προσπαθήσεις.
Ο Ήλιος πρόβαλε στον ουρανό , μόλις σταμάτησε να φυσάει ο Βοριάς κι αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την μάλλινη κουβέρτα και την έβαλε πίσω στην τσάντα του.
Δυνάμωνε τη λάμψη του ο Ήλιος και ο διαβάτης άρχισε να ζεσταίνεται. Αλλά ο Ήλιος δυνάμωνε όλο και πιο πολύ τη λάμψη του, ώσπου ο διαβάτης άρχισε να ιδρώνει κι έτσι άρχισε να ξεκουμπώνει την κάπα του, ώσπου την έβγαλε τελείως. Στη συνέχεια, έκανε στην άκρη του δρόμου που βρήκε ένα δέντρο κι έκατσε από κάτω για να ξαποστάσει και να δροσιστεί στον ίσκιο του.
Εσύ είσαι ο δυνατότερος! Παραδέχτηκε ο Βοριάς κι αποχαιρέτησε τον Ήλιο.


Ο αετός και ο σκαραβαίος
Ένας αετός κυνηγούσε κάποτε έναν λαγό με τόσο μεγάλη ταχύτητα και επιδεξιότητα που όλα έδειχναν ότι το άτυχο ζώο δεν θα αργούσε να πέσει στα νύχια του.
Κατατρομαγμένος, απελπισμένος και κουρασμένος από το τρέξιμο ο λαγός συνάντησε ξαφνικά στον δρόμο του ένα μικροσκοπικό σκαθάρι και προσπέφτοντας στα πόδια του είπε:
"Σε παρακαλώ, προστάτεψέ με από τον αετό και βοήθησέ με να γλιτώσω τη ζωή μου." Το σκαθάρι λυπήθηκε τον λαγό, του έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε ότι θα του συμπαρασταθεί. Πράγματι, όταν ο αετός πλησίασε το θήραμά του το σκαθάρι μπήκε ανάμεσα σε αυτόν και το λαγό και του φώναξε:
Απελπισμένος, ο αετός απευθύνθηκε στο Δία του οποίου ήταν το σύμβολο και ζήτησε την προστασία του. Ο Δίας λοιπόν πήρε τα αυγά του αετού στην αγκαλιά του και υποσχέθηκε να τα προστατεύει μέχρι αυτά να εκκολαφθούν και να προσέχουν πλέον μόνα τους τον εαυτό τους.
Το σκαθάρι όμως δεν πτοήθηκε ούτε από τον νέο γιγαντιαίο και ισχυρό προστάτη των αυγών. Μάζεψε μια μικρή μπάλα κοπριά, πέταξε μέχρι τον Όλυμπο και την έριξε πάνω στο μπράτσο του Δία. Εκνευρισμένος τότε εκείνος έπιασε τον βόλο αυτής της βρωμιάς με το άλλο του χέρι και τον πέταξε μακριά. Πάνω στη βιασύνη του όμως, ξέχασε τα αυγά του αετού που κρατούσε και αυτά έπεσαν κάτω, σπάζοντας για άλλη μια φορά.
"Αυτό το πλάσμα είναι υπό την προστασία μου. Άσε το να ζήσει και ψάξε κάπου αλλού για την τροφή σου."
Ο αετός όμως ακούγοντας τα γενναία λόγια του σκαθαριού και βλέποντας το μικρό μέγεθός του, γέλασε αυτάρεσκα, έκανε μια χαψιά το λαγό και πέταξε μακριά, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες του μικροσκοπικού εντόμου.
Το σκαθάρι όμως πήρε πολύ βαριά αυτή την προσβολή. Ανέβηκε λοιπόν στην απόκρημνη φωλιά όπου προστάτευε τα αυγά του o αετός και τα έσπρωξε όλα στον γκρεμό για να σπάσουν. Από τότε ο αετός δεν κατάφερε να ξαναποκτήσει παιδιά γιατί, όσο καλά και αν προστάτευε τη φωλιά του, κάθε φορά που γεννούσε αυγά και απομακρυνόταν για να βρει τροφή, το σκαθάρι ανέβαινε πετώντας μέχρι εκεί και του τα έσπαγε όλα.




H αλεπού και ο τράγος
Κάποτε μια αλεπού τριγυρνούσε νύχτα σ΄ένα χωριουδάκι αναζητώντας τροφή σε κανένα κοτέτσι. Μες στο σκοτάδι όμως γλίστρησε κι έπεσε σ΄ένα αφύλαχτο πηγάδι. Μέχρι να ξημερώσει έκλαιγε απαρηγόρητη για το πάθημά της κι απελπισμένη για τη σωτηρία της.
Το πρωί ένας τράγος, που ‘χε ξεφύγει απ’το κοπάδι του, διψασμένος έσκυψε στο στόμιο του πηγαδιού.
«Πολύ βαθύ το βλέπω», μουρμούρισε στενoχωρημένος.
Η αλεπού αμέσως συνέλαβε μια έξυπνη ιδέα. «Φίλε μου, το νερό είναι δροσερό και θα το ευχαριστηθείς πολύ. Πήδα, πιες κι ύστερα ανεβαίνουμε μαζί».
Ο άμυαλος τράγος έπεσε στην παγίδα της αλεπούς. Στο λεπτό δίνει έναν πήδο και βρίσκεται μέσα στο πηγάδι. Ήπιε και ξεδίψασε κι ευχαριστήθηκε στ΄αλήθεια. «Τώρα τι κάνουμε; Πώς θα βγούμε από δω μέσα;», ρώτησε την αλεπού.
«Μη στεναχωριέσαι, φίλε μου, έχω σχέδιο. Στήσε τα μπροστινά σου πόδια στο τοίχωμα του πηγαδιού. Θα πατήσω στην πλάτη σου, θα σκαρφαλώσω και θα βγω πρώτη εγώ κι ύστερα θα σε τραβήξω και σένα».
Χωρίς να πολυσκεφτεί πάλι ο τράγος έκανε ό,τι του είπε η πονηρή αλεπού κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκαρφάλωσε στην πλάτη του, πάτησε και στα χοντρά στριφτά του κέρατα και πήδηξε έξω από το πηγάδι.
«Τώρα σειρά σου να με βοηθήσεις», της φώναξε ο τράγος.
«Δεν θα ‘σαι καλά, μου φαίνεται! Πώς μπορώ εγώ τόσο μικροκαμωμένη να σε τραβήξω επάνω; Δεν βλέπεις το μπόι και το βάρος σου;», του απάντησε η αλεπού κοροϊδευτικά. «Σε χαιρετώ, φίλε μου. Ας είχες περισσότερο μυαλό, τουλάχιστον τόσο όσες είναι οι τρίχες στο πηγούνι σου, κι ας σκεφτόσουν πριν κατέβεις με ποιον τρόπο θα μπορούσες να ξανανέβεις», του φώναξε κι έφυγε μακριά γελώντας ευχαριστημένη με την εξυπνάδα της και το ανόητο πάθημα του τράγου.
Κι εκείνος έμεινε εκεί βελάζοντας για πολλές ώρες, ώσπου ο αφέντης του, που τον αναζητούσε, τον άκουσε και βρήκε τον τρόπο να τον βγάλει.



Ο ψεύτης βοσκός
Ήταν κάποτε ένας βοσκός που είχε ένα κοπάδι με αρκετά πρόβατα και ένα μαντρί έξω από το χωριό του. Κάθε πρωί, οδηγούσε τα πρόβατα σε ένα καταπράσινο λόφο κοντά στο μαντρί και τα άφηνε να βοσκήσουν με την ησυχία τους.
Συνήθως περνούσε την ώρα του παίζοντας με τη φλογέρα του, αλλά να που μια μέρα την ξέχασε στο μαντρί. Μη έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους συγχωριανούς του. Ανέβηκε σε ένα βράχο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού. «Βοήθεια συγχωριανοί, λύκοι στα πρόβατα μου. Τρέξτε. Βοήθεια!»
Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν να βοηθήσουν τον βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημά τους.
Ο βοσκός, όπως φαίνεται, βρήκε πολύ αστείο αυτό που έκανε, αφού το
επανέλαβε 2-3 φορές ακόμα και κάθε φορά οι συγχωριανοί του έτρεχαν να τον βοηθήσουν.
Να όμως που μια μέρα, μια αγέλη πεινασμένων λύκων όρμησαν στο κοπάδι του βοσκού και άρχισαν να το ξεκληρίζουν. Τρομαγμένος ο βοσκός έβαλε τις φωνές και καλούσε σε βοήθεια: «Βοήθεια συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Τρέξτε. Βοήθεια!» Κανείς όμως δεν πήγε να τον βοηθήσει αφού όλοι νομίζανε ότι για άλλη μια φορά ήθελε να γελάσει μαζί τους.
Εκείνη την φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι. Βρήκαν πρώτης τάξεως φαγητό και το έφαγαν με την ησυχία τους. Μόνο ένας άνθρωπος εκεί κοντά κάτι φώναζε αλλά όπως είναι γνωστό οι λύκοι δεν γνωρίζουν την ανθρώπινη γλώσσα για να καταλάβουν τι έλεγε και έτσι συνέχισαν ανενόχλητοι το φαϊ τους .
Αυτά παθαίνει λοιπόν, όποιος λέει ψέματα!


Οι δύο φίλοι και η αρκούδα
Δυο καλοί φίλοι βαδιζαν στον ιδιο δρομο. Περπατουσαν σε εναν ερημο και αγνωστο δρομο, μεσα απο βουνα και κοιλαδες. Παρολο που βαδιζαν σε ενα μερος αγνωστο, ο αντρας ένιωθε ηρεμος και ασφαλης γιατί, ηταν μαζί με τον φίλο του και ο,τι και να συνεβαινε θα το αντιμετωπιζαν μαζί.
Εκεί λοιπον που περπατουσαν και συζητουσαν, ξαφνικα εμφανίστηκε μπροστα τους μια μεγαλη αρκουδα. Ο ενας αντρας, ετρεξε γρηγορα και σκαρφαλωσε σε ενα δεντρο. Η αρκουδα δεν τον εβλεπε και ετσι γλυτωσε. Ο αλλος αντρας, εμεινε ακινητος και μετα επεσε στο εδαφος για να υποκριθεί οτι είναι νεκρος.
Η αρκουδα, ετρεξε αμεσως να αρπαξει τον αντρα που ηταν στο εδαφος γιατί πεινουσε πολυ. Σηκωσε τον αντρα απο το εδαφος και τον κουνησε. Εκείνος ομως απο το φοβο του ηταν ακίνητος και είχε παγωσει τοσο πολυ που η
αρκουδα νομιζε πως ηταν πραγματικα νεκρος.
Έτσι, παρα την μεγαλη της πείνα, τον πεταξε κατω και εφυγε για να βρει φαγητο.
Όταν ο αλλος αντρας βεβαιωθηκε οτι η αρκουδα είχε φυγει μακρια και ηταν πλεον ασφαλης, κατεβηκε απο το δεντρο που είχε σκαρφαλωσει και πλησίασε τον φίλο του.
Ήθελε να κανει τον εξυπνο και είπε στο φιλο του με ανεση:
«Πες μου καλε μου φίλε, οταν ησουν ξαπλωμενος, τρεμοντας απο τον φοβο σου, τι ακριβως σου είπε η αρκουδα;»
Και ο αντρας του απαντησε απογοητευμενος:
«Μου είπε να διαλεγω καλυτερα τους φίλους μου και αλλη φορα να μην ταξιδευω με φίλους που με εγκαταλείπουν την ωρα που τους χρειαζομαι».





- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $9.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $9.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!