ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Περιγράφει τις περιπέτειες ενός μικρού προσφυγόπουλου, το οποίο κουβαλάει μέσα του τη θλίψη, τον πόνο, το όνειρο για μια καλύτερη ζωή. Θρέφει την ελπίδα όλων εκείνων που δίνουν την καθημερινή τους μάχη για επιβίωση, για ένα καλύτερο αύριο, ένα νέο ξεκίνημα σε μια νέα πατρίδα.
Μέσα στο βιβλίο εσωκλείονται τα συναισθήματα του μικρού προσφυγόπουλου .Η αγάπη, ο πόνος ,η χαρά , ευτυχία αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της μικρής μου ιστορίας.
Αποτυπώνοντας τις πτυχές της ανθρώπινης ψυχής, σκέψεις και συναισθήματα αποτελούν αποτυπώματα ψυχής, όχι μόνο ενός μικρού προσφυγόπουλου για ένα λαό ,αλλά και μέσα έκφρασης όλων των λαών που βιώνουν τα καταστροφικά αποτελέσματα της προσφυγιάς.
ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ΔΗΜΗΤΡΑ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΟΥ








ΑΦΡΙΚΗ
Βρισκόμαστε στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Μια χώρα στην οποία καθημερινά γίνονται βίαιες συγκρούσεις .
Μια χώρα η οποία βιώνει έναν εμφύλιο πόλεμο.
Κύριοι πρωταγωνιστές του εμφυλίου πολέμου είναι οι άνθρωποι δύο οργανώσεων με διαφορετικό θρήσκευμα.
Χριστιανοί και μουσουλμάνοι βρίσκονται σε διαρκεί σύγκρουση.




ΑΦΡΙΚΗ
Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα σπίτια του για να γλιτώσει από τις βίαιες συγκρούσεις των ανταρτών.Η χώρα καθημερινά βιώνει τον τρόμο, τον πόνο, τη δυστυχία, την πείνα το θάνατο. Τα μεγαλύτερα όμως θύματα είναι τα μικρά παιδιά. Δύο στα τρία παιδιά χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Όσοι παραμένουν δοκιμάζονται καθημερινά. Ζουν απλή ζωή και χαίρονται με τα απλά πράγματα, μια τέτοια ζωή ζούσε και μικρή μας προσφυγοπούλα Αλ ,με την οικογένειά της.




Ο πατέρας, Λέο η μαμά Σήλια και η μικρή Αλ, ζούσαν ευτυχισμένοι στο μικρό αχυρένιο τους σπίτι. Μπορεί να μην είχαν όμορφα και λαμπερά πράγματα όπως οι κάτοικοι του σύγχρονου κόσμου ,είχαν όμως λαμπερά όμορφα μάτια που έπαιρναν φως μέσα από την αγάπη τους.
Η ζωή της οικογένειας ήταν γλυκιά και απλή.
















Ο πατέρας κάθε μέρα εκτός από την Κυριακή πήγαινε στη δουλειά του σε ένα μικρό εργαστήρι όπου κατασκεύαζε αφρικανικές μάσκες, τις οποίες και πουλούσε στους ξένους τουρίστες .
Ο Λέο ήταν ένας από τους καλύτερους τεχνίτες της περιοχής του. Έμαθε την ξυλογλυπτική στο εργαστήρι του παππού του. Από πολύ μικρός έπαιρνε ένα κομμάτι του έδινε σχήμα και μορφή. Αρκετά χρόνια μετά πήρε θέση τεχνίτη πραγμάτων μα και οικιακών αντικειμένων όπως ξύλινες κούπες γουδιά .


















Η μητέρα Σήλια μόλις ξυπνούσε έφτιαχνε ένα απλό πρωινό και μετά συνόδευε τη μικρή Αλ στο σχολείο. Μετά μαγείρευε το μεσημεριανό φαγητό της οικογένειας , που συνήθως ήταν λαχανικά, ρίζες και αφού τελείωνε, ξεκινούσε το ράψιμο. Ήταν μοδίστρα.
Την τέχνη της ραπτικής τη διδάχτηκε από τη μητέρα της και αυτή από τη γιαγιά της .Στην οικογένεια της ήταν ανήκουστο να μη γνωρίζει μια γυναίκα να ράβει.
Το ράψιμο και η μεταποίηση των ρούχων έφερναν πάντα έσοδα στο σπίτι. Από μικρή τυλιγότανε με τα πολύχρωμα υφάσματα που έφερνε η γιαγιά στο σπίτι. και μαγευότανε καθώς κοίταζε τα αμέτρητα γεωμετρικά σχήματα που είχαν πολλά φορέματα και καπέλα.









Ονειρευότανε από μικρή σα μεγαλώσει να γίνει ένα μοντέλο, σαν αυτά που έβλεπε σε κανένα ξεχασμένο περιοδικό στο τουριστικό περίπτερο.
Όμως η Σήλια έμεινε μόνο στα όνειρα ,γιατί η πραγματικότητα ήταν σκληρή και η επιβίωση σκληρότερη. Αρκέστηκε λοιπόν στην τέχνη της μοδιστρικής και μέσα σε λίγα χρόνια είχε γίνε η καλύτερη μοδίστρα όλης της περιοχής. Η φήμη της είχε φτάσει σε όλα τα γύρω χωριά και η πελατεία της καθημερινά μεγάλωνε. Μέσα της έλπιζε πως με τα χρόνια θα είχε δίπλα της την Αλ ως μια βοηθό. Ήθελε να την εκπαιδεύσει μετά το σχολείο, και να της ανοίξει ένα μεγαλύτερο ραφείο .








Οι γυναίκες της φυλής της αγαπούσαν τα έντονα χρώματα. Χρώματα, ναι, χρώματα ,έντονα ,μαγικά, γέμιζαν τα όνειρά της κάθε φορά που τυλιγότανε με ένα ύφασμα.
Η φτώχια της όμως ήταν τόσο μεγάλη που βολευότανε με δύο όλα κι όλα φορέματα. Είχε όνειρα, πολλά όνειρα και έλπιζε πως μια μέρα θα πραγματοποιήσει ένα από αυτά.










Η μικρή Αλ ήταν οχτώ χρονών και μάθαινε τα πρώτα της γράμματα σε ένα υπαίθριο σχολείο. Ο δάσκαλός της ο κύριος Λίνο ήταν ψηλός και είχε μαύρα σγουρά μαλλιά. Ήταν πολύ καλός και ευγενικός και πάντα τους μιλούσε για τις αξίες τις ζωής.
Μα πιο πολύ τελευταία τους μιλούσε για την Ειρήνη και για τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου. Τους μιλούσε για την αγάπη και τις αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους σε διαμάχες και πολέμους.
Σχεδόν καθημερινά ο κύριος Λίνο έβαζε σε ένα κύκλο όλα τα παιδιά και με μεγάλο πάθος τους μιλούσε τους για τη σπουδαιότητα της Ειρήνης.





































Η ΕΙΡΗΝΗ ήταν το αγαπημένο θέμα του κυρίου Λέο,τελευταία του μιλούσε όλο και πιο πολύ για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Πρόσφυγες έλεγε είναι αυτοί που δεν επιλέγουν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους με ειρηνικό τρόπο,αλλά αυτοί που εξαναγκάζονται με πολλούς τρόπους.
Μια αιτία είναι και ο πόλεμος.
Μετανάστες είναι αυτοί που επιλέγουν να εγκαταλείψουν τη χώρα για ένα καλύτερο μέλλον.
Η μικρή Αλ στην αρχή κουραζόταν κάθε φορά να ακούει τα ίδια και τα ίδια. Όσο όμως περνούσαν οι μέρες ο κύριος Λίνο έκανε το μάθημα ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Ο κύριος Λέο άρχιζε να χρωματίζει την ειρήνη και τον πόλεμο, την αγάπη και το μίσος, με τα χρώματα της παλέτας ,ποτισμένη με τα αληθινά χρώματα της ζωής ,της ευτυχίας και της δυστυχίας .
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα και ο χρόνος κυλούσε πολύ γρήγορα στο σχολείο.
Η μικρή Αλ ρουφούσε σα σφουγγάρι καθημερινά τη γνώση που τις πρόσφεραν τα καθημερινά μαθήματα. Η κάθε μέρα στο σχολείο ήταν και μια γιορτή για τη μικρή Αλ.











ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Το σχολείο της μικρής Αλ ήταν ένα διαφορετικό σχολείο. Αντί για λουλούδια και φυσικούς φράχτες είχε συρματοπλέγματα και πάνω σε αυτά σπασμένα μπουκάλια , έτσι για να αφήσει τους ανεπιθύμητους απ’ έξω.Έτσι της απάντησε ο πατέρας της .
Βολεύτηκε με αυτήν την απάντηση και δεν ξαναρώτησε ποτέ για αυτόν τον παράξενο φράχτη.








ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Με την καλοσύνη του δασκάλου της κατάφερνε καθημερινά να υπερνικά όλες τις δυσκολίες .
Δεν είχε βγει ποτέ από το χωριό της. Συχνά έκλεινε τα μάτια της και ταξίδευε με τη φαντασία της σε έναν κόσμο σύγχρονο .




























ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Διάβαζε για τα μεταφορικά μέσα της γης και του ουρανού , άκουγε για την τηλεόραση και έβλεπε συχνά το δάσκαλό της να μιλά με ένα μικρό τηλέφωνο. Όλα ήταν πού παράξενα γι’ αυτήν. Μόνο ως εικόνες βιβλίων της ήταν γνωστά.
Πολλές φορές ευχότανε να μπορούσε να ταξιδέψει με τους γονείς της, να δοκιμάσει νέες γεύσεις, να φορέσει όμορφα ρούχα και να παίξει με όμορφα παιχνίδια.
Μα όλα αυτά ήταν όνειρα ,που δυστυχώς δεν κράτησαν πολύ γιατί τη θέση τους πήρε ο τρόμος ,η πείνα ο φόβος.





























Μια μέρα λοιπόν η μικρή Αλ πηγαίνοντας στο σχολείο είδε μια ασυνήθιστη κίνηση στους δρόμους, αυτοκίνητα στρατιωτικά έτρεχαν σαν τρελά, γεμίζοντας σκόνη τον κόσμο που κοιτούσε απορημένος.
Πανικόβλητη έτρεξε να κρυφτεί όταν άκουσε τις άγριες φωνές και τους πυροβολισμούς μα δεν πρόλαβε και πολύ γρήγορα βρέθηκε περικυκλωμένη από τους αντάρτες της περιοχής.
Όλα ξαφνικά έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν πρόλαβε να ζητήσει βοήθεια από το δάσκαλό της ,δεν πρόλαβε να αντιδράσει.




































Ξαφνικά βρέθηκε σε ένα στρατιωτικό καμιόνι μαζί με τα άλλα παιδιά του σχολείου και της γειτονιάς της .Μέσα σε λίγες ώρες βρέθηκε φυλακισμένη σε ένα στρατόπεδο γυναικόπαιδων στην άλλη άκρη της χώρας. Σε ένα στρατόπεδο όπου κυριαρχούσε ο τρόμος, η πείνα ,η ανθρώπινη εκμετάλλευση , ο πόνος ,ο θάνατος.
Η μικρή Αλ βρέθηκε ξαφνικά μακριά από την οικογένειά της. Οι γονείς έμειναν πίσω. Ποιος ξέρει τι να απέγιναν;
Οι μέρες περνούσαν και η ελπίδα να βρει τους γονείς της έσβηνε μέρα με τη μέρα. Η μικρή Αλ θυμότανε τις κουβέντες του δασκάλου της για πίστη και ελευθερία και όλο πείσμωνε περισσότερο να βρει μια λύση στο πρόβλημά της. Η λύση όμως δεν ερχόταν από πουθενά.





Έτσι εδώ και πολύ καιρό καθόταν άπραγη και παρακολουθούσε τα αυτοκίνητα των ανταρτών να μπαινοβγαίνουν στο στρατόπεδο. Εδώ και μερικές μέρες ένα μικρό φως τρύπωσε στο μυαλό της καθώς παρατηρούσε ήταν διαφορετικό από τα άλλα.
Αυτό ήταν υπερυψωμένο και είχε μια πλαϊνή μικρή πορτούλα, ίσα που χωρούσε εκεί μέσα σκέφτηκε και σηκώθηκε να το δει καλύτερα από κοντά.



















Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά και η μικρή Αλ αισθανότανε έναν κόμπο να τυλίγει το λαιμό της. Αισθανόταν πως δεν άντεχε άλλο ήθελε να αποδράσει. Πώς όμως θα το κατόρθωνε αυτό; Μα φυσικά πώς δεν το είχε σκεφτεί μέχρι τώρα; Όπως μπήκε έτσι και θα έβγαινε. Αυτή τη φορά κρυφά ,αλλά θα έβγαινε. Θα χωνότανε έτσι μικροκαμωμένη μέσα στο καμιόνι σε μια μικρή κρύπτη που είχε ανακαλύψει στην πίσω μεριά .
Εκεί φύλαγαν το νερό και τα τρόφιμα. Ναι ,εκεί θα κρυβότανε.
Μέρες σχεδίαζε την μικρή της απόδραση. Θα σκεπαζότανε με το πλαστικό κάλυμμα και μόλις έβγαινε το καμιόνι από το στρατόπεδο θα έβγαινε και θα κρυβόταν στα δέντρα. Πράγματι ένα βράδυ πήρε την απόφαση να τολμήσει τη μεγάλη απόδραση.








Αφού σιγουρεύτηκε πως δεν είναι κανείς έξω άνοιξε τη μικρή πόρτα και έτσι όπως ήταν μικροκαμωμένη μπήκε μέσα .
Οι στρατιώτες πήγαν στην πόλη, όπως συνήθιζαν κάθε βράδυ.
Η μικρή Αλ αθόρυβα τρύπωσε μέσα στο καμιόνι και έτσι αθόρυβα βγήκε και κρύφτηκε πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων.
Στη μέση ενός άγνωστου τροπικού δάσους με οδηγό το φεγγάρι και συντροφιά τ’ αστέρια ξεκίνησε ένα ταξίδι στο άγνωστο. Το σκοτάδι ποτέ δεν τρόμαζε τη μικρή Αλ , μα τώρα τη φόβιζαν οι φωνές των ξωτικών πουλιών, οι νυχτερίδες και τα παράξενα ουρλιαχτά των ζώων της ζούγκλας.
Κουρασμένη,μα και συνάμα τρομαγμένη μπήκε στην κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου.




























Βήματα μικρών παιδιών άκουγε να πλησιάζουν, μα ήταν τόσο κουρασμένη που χωρίς να το καταλάβει βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο. Εκείνα την κοίταξαν απορημένα και αποκαμωμένα ξάπλωσαν δίπλα της. Ήταν παιδιά που είχαν την ίδια μοίρα με την μικρή Αλ, ήταν θύματα του εμφυλίου πολέμου.
Ονειρεύτηκε τους γονείς της ,της έλειπαν όλο και πιο πολύ. Έξι μήνες έμεινε στο στρατόπεδο. Πού να βρίσκονται άραγε; Μα δεν πρόλαβε να συνεχίσει το όνειρο να πάει πιο πέρα ,γιατί οι αχτίνες του ηλίου μαζί με τις φωνές και τα γέλια των μικρών παιδιών την ξύπνησαν.
- Ναι, ήταν δύο κορίτσια και ένα αγόρι δίπλα της. Ποιοι ήταν αυτοί και πώς βρέθηκαν κοντά της;









Γρήγορα σηκώθηκε και βρέθηκε απέναντί τους με αμυντική διάθεση, ήταν και αυτά παιδιά από τα γειτονικά χωριά , έτσι της είπαν, πως σαν είδαν τα καμιόνια κρύφτηκαν στο δάσος και γλίτωσαν το στρατόπεδο. Μήνες τώρα περπατούσαν και κρύβονταν μέσ' στα δέντρα.
Τρέφονταν με τους καρπούς των δέντρων και άλλοτε έμεναν νηστικοί για μέρες ολόκληρες. Μα το μεγαλύτερο μαρτύρια από αυτά που περνούσαν ήταν η δίψα, η ζέστη και το κρύο . Την ημέρα καίγονταν από τον ήλιο και το βράδυ να κρύωναν. Το ταξίδι τους προς την ελευθερία είναι μακρύ και δύσκολο. Ο δρόμος ανηφορικός ,με εμπόδια γεμάτος, μα η ελπίδα δυνατή και άσβεστη.

























Πολύ γρήγορα της εξήγησαν το σχέδιό τους και της έδειξαν τη διαδρομή επάνω σ΄ έναν χάρτη που βρήκαν σε έναν καταυλισμό ο οποίος πρόσφερε ανθρωπιστική βοήθεια στα γυναικόπαιδα παιδιά.
Νερό, εμβόλια, φροντίδα είναι τα αγαθά που προσφέρει μια μεγάλη ανθρωπιστική οργάνωση με σκοπό να βοηθήσει όλα τα παιδιά του κόσμου UNICEF μου είπανε πως τη λένε μου είπε ένα μικρό παιδί.










Μόλις τελειώσει το μεγάλο δάσος πρέπει να να φτάσουμε στη θάλασσα .
Από εκεί θα ανεβούμε σε μια βάρκα για να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ και από εκεί μέσα από τα βουνά θα περάσουμε στην Τουρκία και μετά θα προσπαθήσουμε να πάμε στην Ελλάδα. Υπάρχει ένα νησί ,το πιο κοντινό για εμάς που δέχεται όλους τους πρόσφυγες Σάμο το λένε νομίζω ,είπε το αγόρι ,εκεί θα βρούμε πολλούς συμπατριώτες μας.















- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors


- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $10.19+) -
BUY THIS BOOK
(from $10.19+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!