στν αδελφό μου

Ο ΠΟΡΤΟΚΑΛΗΣ ΗΛΙΟΣ
Το πλοίο "πορτοκαλής ήλιος" έφυγε από τον Πειραιά με προορισμό τα νησιά του Σαρωνικού. Σε μια άκρη του πλοίου, δύο παιδιά συζητούσαν για το περσινό τους καλοκαίρι. Ήταν ο Αλέξης και ο Κλού. Ο Κλού καταγόταν από την Γαλλία και ερχόταν κάθε χρόνο στην Ελλάδα για διακοπές. Ο Αλέξης αναπολούσε τις περσινές διακοπές του στον Πόρο ενώ ο Κλού προσπαθούσε να του φτιάξει την διάθεση. Η μητέρα του Αλέξη η κυρία Ζωή, καθώς μιλούσε στην κόρη της Λίνα, αναγνώρισε την παιδική της φίλη την Βέρα και τον γιό της τον Άγγελο.
Και οι δύο οικογένειες πήγαιναν στην Αίγινα για διακοπές. Τα τρία αγόρια ήταν φίλοι από μικροί. Ο Αλέξης και ο Κλού θαύμαζαν τις γνώσεις του Άγγελου από πιτσιρικάδες. Όταν αποβιβάστηκαν από το πλοίο, πήραν ένα ταξί και ο Άγγελος άρχισε να δείχνει τις γνώσεις του μιλώντας για την Αίγινα , ώσπου έφτασαν στο ξενοδοχείο του Μούντι. Εκεί θα διέμενε η Βέρα με τον Άγγελο.
ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΖΑΜΙΑ
Όταν το ταξί έφτασε στο Μούντι, τα παιδιά αποφάσισαν να συναντηθούν αργότερα στην παραλία. Φτάνοντας οι υπόλοιποι στο σπίτι όπου θα διέμεναν γνώρισαν και τον Καζαμία, τον σπιτονοικοκύρη. Αφού τακτοποιήθηκαν , πήγαν αμέσως στην παραλία όπου θα συναντούσαν μια άλλη παλιά φίλη της κυρίας Ζωής τη Σάσω και τις κόρες της . Ο Αλέξης αμέσως άρχισε να παραπονιέται ότι η μητέρα του τον βάζει να κάνει παρέα με όποιον θέλει εκείνη ενώ ο Κλού τον παρηγορούσε.
Στην συνέχεια τα αγόρια προσπαθώντας να φανταστούν την νέα παρέα των κοριτσιών δεν κατάλαβαν την ύπαρξη τους και τις σχολίαζαν περιφρονητικά. Και εκείνες άρχισαν με τη σειρά τους να τους περιεργάζονται. Όταν τα αγόρια ανακάλυψαν πως τα κορίτσια βρίσκονταν πίσω τους, σάστισαν και πήγαν για κολύμπι προκειμένου να αποκρυφτούν. Δημιουργήθηκε αρχικά ένα κλίμα αμφισβήτησης στην παρέα. Η κυρία Ζωή προσπάθησε να συμφιλιώσει τα παιδιά ενώ τους ανακοίνωσε τον ερχομό μίας νέας άφιξης στην παρέα αυτή της Νικόλ.

Η ΝΙΚΟΛ
Η Νικόλ ήταν μια ζωηρή δεκαεξάχρονη που καταγόταν από την Γαλλία και ερχόταν κάθε χρόνο για διακοπές στην Ελλάδα. Την συνέδεε η καλή φιλία με την μητέρα του Κλού. Είχε σπουδάσει ψυχολογία και δούλευε στο ψυχιατατρείο του γιατρού Σπακ. Ήρθε στην Αίγινα μαζί με τον πατέρα του Αλέξη και τον σύζυγο της Σάσως. Και οι δύο πατεράδες ήταν φίλοι από τα παλιά και είχαν να συναντηθο΄΄υν πολλά χρόνια.
Στον δρόμο συζητούσαν με την Νικόλ η οποία τους αποκάλυψε ότι ήρθε στην Αίγινα για έναν ειδικό λόγο. Στο λιμάνι τους περιμέναν τα παιδιά γεμάτα ανυπομονησία να δουν επιτέλους την Νικόλ. Η γαλλίδα χαιρέτησε όλα τα παιδι΄΄α και κατευθύνθηκε πρός το μέρος όπου βρισκόταν η φίλη της Ζωή.
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΗΜΑΤΑΡΙΑ
Στο σπίτι που διέμεναν τα παιδιά η κυρία Δέσπω , η σύζυγος του Καζαμία, ετοίμαζε φαγητό όσο τα παιδιά συζητούσαν με την Νικόλ και τους γονείς τους. Κατά την διάρκεια της συζήτησης η Νικόλ αποκάλυψε τον λόγο για τον οποίο ήρθε στην Αίγινα. Πιο συγκεκριμένα είχε αναλάβει να μάθει για την ιστορία ενός γερμανού ασθενούς με γενική αμνησία από τα χρόνια της κατοχής στην Αίγινα . Τον είχε χτυπήσει νάρκη και από τότε δεν θυμάται τι είχε συμβεί.
Ύστερα από ναρκοληψία που του έγινε ο γερμανός ασθενής ονόματι Χάνς Σούλτ έλεγε συνέχεια την λέξη Βαγία , το οποίο ήταν ένα χωριό της Αίγινας. Κατά σύμπτωση σε αυτό το χωριό πέρασε η Ζωή τα παιδικά της χρόνια.Τα παιδιά ενθουσιασμένα από την ιστορία της Νικόλ αποφάσισαν να τη βοηθήσουν πηγαίνοντας στην Βαγ΄ια την επόμενη μέρα μάλιστα.
Η ΒΑΓΙΑ
Όταν η παρέα έφτασε στην Βαγία, η Ζωή θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια και στεναχορήθηκε καθώς το χωριό είχε αλλάξει πολ΄υ. Στην συνέχεια πήγε στο σπίτι που διέμενε όταν ήταν μικρή και βρήκε την παιδική της φίλη την Ιουλία.΄ Και οι δύο έκλαψαν από χαρά μόλις αναγνώρισε η μια την άλλη. Άρχισαν να αναπολλούν για τα υπέροχα καλοκαίρια που περάσαν μαζί.Η Νικόλ ρώτησε τα αδέρφια της Ιουλίας σχετικά με τον γερμανό ασθενή της Νικόλ και αν γνώριζαν τίποτα για αυτόν.
Όμως ενώ αρχικά ούτε τα αδέρφια αλλά ούτε και η κυρά Ιουλία θυμήθηκαν κάτι για αυτόν μόλις άκουσαν για χτύπημα από νάρκη τον αναγνώρισαν.Θυμήθηκαν πως έμενε στο σπίτι του Γιάννη του Χαλδαίου. Τα παιδιά αμέσως έφυγαν για εκεί.
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΑΡΙΑΣ
Μόλις τα παιδιά έφτασαν στο σπίτι του Γιάννη του Χαλδαίου η Νικόλ χτύπησε την πόρτα. Απάντησε μία γριά απορημένη, ονόματι κυρά Μαρία. Η γριά απορημένη ρώτησε τι ήθελαν από αυτήν. Αυτά ζήτησαν να μάθουν για τον γερμανό και η γριά τους είπε να περάσουν μέσα στο σπίτι της. Η μικρή Λίνα είπε στην κυρά Μαρία ότι είναι κόρη της Ζωής και αυτό τη προκάλεσε έντονη συγκίνηση. Η Νικόλ ρώτησε για λεπτομέρειες. Η κυρά Μαρία άρχισε να προσεύχεται στον θεό να συγχωρήσει τον γερμανό Χάνς. Στη συνέχεια τους εξιστόρισε τι είχε διαδραματιστεί στην κατοχή.
Πιό συγκεκριμένα οι Γερμανοί είχαν επιτάξει ένα δωμάτιο από το σπίτι της για τον Χάνς. Λίγες μέρες πριν τον μεταθέσουν εκείνος έκλεψε 203 λίρες που φύλαγε η κυρά Μαρία σε ένα μπαούλο. Την νύχτα που θα έφευγε, πάτησε μία νάρκη και από τότε δεν ξαναάκουσαν για αυτόν. Τα παιδιά ευχαρίστησαν την κυρά Μαρία και αυτή τους έδωσε ένα σημειωματάριο του Χανς.
H ΝΙΚΟΛ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΣΧΕΔΙΟ
Ήταν Δευτέρα και τα παιδιά μαζί με την Νικόλ συζητούσαν για τον Γερμανό και την κυρά Μαρία. Το προηγούμενο βράδυ τα παιδιά είχαν σκεφτεί να βοηθήσουν την κυρά Μαρία βρίσκοντας τις λύρες τη.Σκέφτηκαν ότι αφού ο Χάνς είχε κλέψει τις λύρες θα έβρισκε και αυτός την μνήμη του αν έβρισκαν τον θησαυρό. Λίγο πρίν πάνε στην παραλία ανακοίνωσαν την απόφαση τους στην Νικόλ η οποία την καλοδέχτηκε. Έφερε το σημειωματάριο του Χάνς και κατάλαβαν ότι πλροφορίες οδηγούσαν στις λύρες.
Στη συνέχεια ο Αλέξης σε μία προσπάθεια συμφιλίωσης με τα κορίτσια πήγε στην παραλία να τα συναντήσει. Η συνέχεια τους βρίσκει μονιασμένους να μελετούν στοιχεία του σημειωματάριου. Ο Άγγελος θεωρεί ότι οι λύρες πιθανών βρίσκονται στην παλιαχώρα, στον ναό της Αφαίας, καθώς στο σημειωματάριο έγραφε λέξεις όπως επισκοπή, Αφαία, πηγάδι (υπήρχε μέσα στην επισκοπή που ήταν εκκλησάκι του ναού της Αφαίας). Αποφάσησαν να πάνε την επόμενη μέρα κιόλας
στον ναό.
Στην Παλιαχωρα
Τα παιδια με τις μητερες επιτελους συμφώνησαν. Θα επερναν λεωφορείο από το Μουντι το απόγευμα,προς το λιμανι και από εκεί το λεωφορείο της Αφαίας που θα πηγαινε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Τα παιδιά και οι γονείς ειχαν ολοι μαζευτεί το απόγευμα στον δρομο για να πάρουν το λεωφορείο. Καποια στιγμή ρωτάει η Λίνα τον Άγγελο για την Επισκοπή. Ο Άγγελος άρχισε μα μιλάει σαν μια εγκυκλοπαίδεια λέγοντας για την ιστορια της Επισκοπής. Η παρέα αποβιβάστηκε και έκανε μια στάση περιμένοντας το επόμενο λεωφορείο.
Η διαδρομή ήταν μικρότερη από 30 λεπτα. Όταν ολοι κατέβηκαν οι μητέρες αποφάσισαν να πάνε να δούνε τις εκκλησίες ενώ τα παιδιά με την Νικόλ άρχισαν με γρήγορους ρυθμούς να βρούν την Επισκοπή. Μεσα ήταν ένας φύλακας και μια Γαλλίδα γυναίκα. Εξερεύνησαν το ιερό και τότε ο Κλου ρώτησε ευγενικά τον φύλακα αμα είναι δυνατόν να τους ξεναγήσει στις διπλανές εκκλησίες. Ο φύλακας με χαρά προσφέρθηκε. Όλα τα παιδιά βγήκαν έξω ενώ ο Αλέξης και η Ράνια έμειναν μέσα να δούνε μήπως βρούνε τις λίρες. Οι δυο φίλοι κρύφτηκαν και όλα πήγαιναν καλά μέχρι το σημείο όπου ο φύλακας κλείδωσε την πόρτα της Επισκοπής. Η Ράνια άρχισε να φοβάται αλλά η Αλέξης την καθησύχασε και της είπε να βιαστούν να ψάξουν ολο το δωμάτιο.
Τα παιδιά αρχίσαν να χαϊδεύουν όλους τους τοίχους και πατώματα για καμιά ανωμαλία. Δυστυχώς δεν βρήκαν τίποτα.
Κάποια στιγμή ακούστηκαν οι φωνές των μητέρων τους. Αφού έφτασαν στην πόρτα της Επισκοπής, την είδαν κλειδωμενη. Εκείνη την στιγμή ακούγεται η φωνή του Αλέξη λέγοντας πως τους ξέχασε ο φύλακας μέσα. Η μητέρα του δεν το εχαμψε το ψέμα και κατάλαβε πως κάτι γίνετε. Την συζήτηση τους την διέκοψαν τα παιδιά που έρχονταν με τον φύλακα από την ξενάγηση τους στις εκκλησίες. Η Ζωή ζήτησε να δεί την Επισκοπή και όταν μπήκε μέσα μαζί με όλα τα υπόλοιπα παιδιά μιλώντας δυνατά , χωρίς να το καταλάβει κανείς έβγαλαν τον Αλέξη και την Ράνια. Η παρέα κατέβαινε τον λόφο χωρίς να μιλάει.
Η Ζωή περίμενε την κατάλληλη στιγμή όταν θα είναι μόνη της με τα παιδιά για να ζητήσει εξηγήσεις.Η Ζωή ρώτησε τον Αλέξη νευριασμένη τι έγινε. Πριν καν προλάβει να μιλήσει ο Αλέξης πετάχτηκε η Νικόλ και τα εξήγησε όλα. Μετά για να ησυχάσει τις μητέρες και ειδικά την Ζωή, τις καλόπιασε. Τα παιδιά υποσχέθηκαν στην μητέρες τους να μην ξανασχοληθουν με τον Χάνς και τις λίρες.
Η Βερα τους πρότεινε να επισκεφθούν τον ναό της Αφαίας. Τα παιδιά ένιωθαν όλα άβολα και δεν μίλησαν καθόλου
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors
Μία γνήσια περιπέτεια ,όπου οι ήρωες δεν είναι μεγάλοι αλλα παιδιά. Ο θησαυρός βρίσκεται στη Αίγινα και μάλιστα στην βαγία.Η Ζωή είναι πάλι στην Αίγινα, όπως παλια , οχι παιδί ανέμελο ,
απλά μεγάλη . Καλοκαίρι με έναν θησαυρο που περιμένει να βρεθεί.Ένα βιβλίο για παιδιά και νέους.Και προσοχή ένα ελληνικό βιβλίο περιπέτειας.

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(2)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $8.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $8.39+) - DOWNLOAD
- LIKE (2)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- REMIX
- Report
-
BUY
-
LIKE(2)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!