Αφιερωμένο στον καθένα εκεί έξω που έφυγε μονός και αβοήθητος, σε ένα απελπιστικά άδειο δωμάτιο νοσοκομείου, από τον αόρατο ιό.
Dedicated to everyone out there who left alone and helpless, in a desperately empty hospital room, by the invisible virus.

Και έτσι άρχισε. Ξαφνικά, αναπάντεχα μια γκρίζα μέρα οι πλατείες άδειασαν, οι δρόμοι στέρεψαν, τα περισσότερα μαγαζιά κλειστά, με μια αβεβαιότητα να πλανιέται στον αέρα, και μια φανερή ανησυχία να διαγράφεται στον ορίζοντα για το τι μέλλει γενέσθαι, απέναντι σε κάτι που λίγους μήνες πριν έμοιαζε ένα πολύ μακρινό αστείο στην μικρή Ελλάδα, αλλά τελικά ήρθε, μια αόρατη απειλή που άκουγε το όνομα κορονωιός. Και ακόμα δεν είχε δείξει τα δόντια του σε κανέναν.
And so it started. Suddenly, unexpectedly, one grey day the squares got empty, the streets dried up, most of the shops closed, a feeling of uncertainty was traveling around the air and an obvious worry was written in the horizon on what is about to happen towards something that a few months ago seemed like a joke to little Greece, but it eventually showed up, an invisible threat under the name ‘corona virus’. And it still hadn’t showed its teeth to anyone.
Σε αυτή λοιπόν την κατάσταση, εξελίσσεται η ιστορία του ήρωα μας. Πρωτοετής φοιτητής στην Αθήνα, έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο, φερμένος από την επαρχία για σπουδές, φιλοσοφική, βίωνε και αυτός την δική του καθημερινότητα μέσα στην πανδημία.
Το μετρό κλειστό, η σχολή κλειστή ήδη από τον προηγούμενο μήνα, η Αθήνα πλέον σχεδόν άδεια περίμενε υπομονετικά να περάσουν αυτές οι δύσκολες μέρες για να ξαναγεμίσουν οι μεγάλοι λεωφόροι, πράγμα που όμως φαινόταν μακρινό.
So in such a situation our hero’s story develops. He was a freshman in Athens and was staying in a small apartment in the centre of the city, brought from the province to study philosophy, he was living his own daily routine during the pandemic.
The underground was closed, the university department had already closed since last month and Athens, already almost empty, was waiting patiently these hard days to pass so that one day the big avenues to become full again, something though that seemed far away.
Του φαινόταν πολύ παράξενο αυτό στον Οδυσσέα, μολονότι λίγους μήνες στην πρωτεύουσα και τώρα, κλεισμένος στο σπίτι, με μόνη συντροφιά του τα βιβλία του, και την μουσική του, του φάνταζε δύσκολο να σκεφτεί που χάθηκε όλος αυτός ο κόσμος και η βοή. Που και που, κατέβαινε το πρωί στο δρόμο, για τα απαραίτητα, και για λίγα φάρμακα για έναν γεράκο που έμενε από πάνω του, κάπου στα εβδομήντα, μόνος του και αυτός στην μεγαλούπολη.
Although he was only a few months in the capital, all this was really strange to Odysseus and now, being locked in the house with his only company his books and his music, it looked so difficult to think of where all the people and the noise had been gone. From time to time he was going down the street to buy what was necessary and some medicines for an old man who was living on the floor above his, he was around seventy, alone in the big city too.
Λιγοστές κουβέντες στον γωνιακό φούρνο, μια καλημέρα με την ταμία στο σουπερμάρκετ, και πάλι σκυθρωπός, να γυρίσει και πάλι πίσω, να κλειστεί σε αυτούς τους ανυπόφορους τέσσερις τοίχους, για ακόμα μια ημέρα, και να το υπομείνει αυτό, όπως και χιλιάδες άλλοι εκεί έξω, ή μάλλον εκεί μέσα. Τα πράγματα ήταν δύσκολα, αλλά σύντομα θα καλυτέρευαν. Και έτσι ήλπιζε.
He was sharing few words with the people in the bakery at the corner, a ‘good morning’ with the cashier in the supermarket, and again with the head down he was returning back home to find himself locked in the unbearable four walls, for one more day, to live with ‘that’ as thousands of others out there, or better to say, ‘in’ there. Things were difficult but they would get better. Or so he hoped.
Βράδιασε. Είχαν περάσει σχεδόν τρεις ημέρες απο την τελευταία έξοδο του, κάθε μέρα η κυβέρνηση ανακοίνωνε όλο και περισσότερα κρούσματα, μεταξύ τους νέοι άνθρωποι, φτάνει πια, σκέφτηκε και έκλεισε την τηλεόραση. Δεν ήταν πολύ αργά, και σκέφτηκε να πάει στον γέρο-Δημήτρη, να δει τι κάνει, μήπως χρειάζεται τίποτα, το είχε συμπαθήσει αυτό το γεροντάκι, με την φαλάκρα του και με τα στρογγυλά γυαλιά του. Χτύπησε λοιπόν ελαφρά την πόρτα του, μα δεν έλαβε καμία απόκριση. Και πάλι, χτύπησε το κουδούνι του, μα απάντηση καμιά. « Θα κοιμάται μάλλον, καλύτερα να πηγαίνω» είπε. Αλλά έκανε λάθος.
It got dark. Three days had passed from the last time he had been out. Every day the government was announcing more and more cases, among them young people. ‘That’s enough”, he thought and turned the TV off. It wasn’t too late so he thought of going to Dimitris, the old man, to see how he was doing, if he needed anything. He was fond of this old man with the bold head and the round glasses. He knocked his door slightly but he didn’t get a response. “He must be sleeping, I better go”, he said. But he was wrong.
Γυρνώντας λοιπόν την πλάτη στην πόρτα, ξεκίνησε να κατέβει στο διαμέρισμά του, μα εκείνη την στιγμή, η πόρτα της σπιτονοικοκυράς του άνοιξε, και μια γέρικη καμπουριαστή φιγούρα φάνηκε, με δυο ασθενικά μάτια, και τον ρώτησε με μια ζεστή φωνή:
-Τι ζητάς παλικάρι μου, μπορώ να βοηθήσω;
-Τίποτα, απάντησε, απλώς ήθελα να δω λίγο τον κυρ Δημήτρη, να σιγουρευτώ ότι είναι καλά, αυτό μόνο. Αλήθεια, μήπως ξέρετε τίποτα εσείς;
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $3.79+) -
BUY THIS BOOK
(from $3.79+) - DOWNLOAD
- LIKE (1)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!