Το βιβλίο αυτό γράφτηκε από : την Ζέφη , την Ξ΄ένια , τον Ρίκλι και τον Γιάννη.


Κάποτε, σε ένα πυκνό δάσος και σε μια απόμερη γωνιά, είχαν στήσει το σπιτικό
τους μια οικογένεια ποντικών.
Ο μπαμπάς ποντικός, η μαμά ποντικίνα και τα δυο μικρά ποντικάκια,
ο Τζέρι και ο Χάρι.

Ένα πρωί, ο Τζέρι ο ποντικούλης, σηκώθηκε, έφαγε το πρωινό του και βγήκε έξω
στο δρόμο να πάρει τον αέρα του.
Όλο το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί. Σκεφτόταν ότι μεγάλωσε πια και ότι ήταν καιρός
να φύγει από το σπίτι. Να ανοίξει τη δική του φωλιά.
Κάποια στιγμή περνώντας δίπλα από ένα μεγάλο δέντρο, είδε κάτω στο
χώμα, κοντά στις ρίζες του, μια μεγάλη τρύπα.
- Α, μια έτοιμη φωλιά. Εδώ, σκέφτηκε, θα μπορούσα να εγκατασταθώ.
Πήγε να μπει μέσα στην τρύπα, όμως άκουσε μια άγρια φωνή να λέει:
- Κάποιος είναι εκεί έξω ή κάνω λάθος;
Τρόμαξε και δεν μίλησε.
- Είναι κανείς εκεί έξω; ρώτησε τώρα γλυκά η φωνή.
- Ναι. Εγώ είμαι.
- Ποιος εγώ;
- Ο Τζέρι ο ποντικός.
- Ποντικός; Ακούστηκε τώρα πιο γλυκιά η φωνή. Κι εγώ ποντικός είμαι. Τι
κάνεις εκεί έξω;

-Περπατούσα και σκεφτόμουν να ανοίξω μια δική μου φωλιά, γιατί
μεγάλωσα.
- Δεν έρχεσαι μέσα; Έλα να μοιραστούμε τη δική μου, αν θέλεις.
- Είσαι πολύ καλός, αλλά δεν είναι σωστό.


- Αηδίες. Έλα τουλάχιστον προσωρινά. Θα σε βοηθήσω εγώ να φτιάξεις τη
δική σου φωλιά. Να, τώρα δεν βγαίνω έξω, γιατί κάνω κάτι επισκευές εδώ
μέσα. Αν έρθεις εσύ, θα μεγαλώσω και το χώρο. Θα γίνουμε δυο πολύ
καλοί φίλοι εμείς οι δυο.
- Φίλοι; Ναι, θέλω. Ωραίο είναι να έχεις φίλους.
- Κάτι μου λέει ότι ταιριάζουμε πολύ. Θέλεις να στο αποδείξω;
- Ναι, θέλω.
- Σου αρέσουν τα παιχνίδια, Τζέρι μου;
- Ουου, πάρα πολύ.
- Και το τυράκι, σου αρέσει το τυράκι;
- Ουου, αν μου αρέσει λέει. Και σε ποιον ποντικό δεν αρέσει;
- Σωστά. Και τι κάνεις τις ελεύθερες ώρες σου;
- Παίζω με τον αδελφό μου.
- Τέλεια! Τώρα θα παίξεις και με μένα. Είδες πως ταιριάζουμε;
- Έχεις δίκιο, ταιριάζουμε πολύ, είπε ο Τζέρι.
Είσαι πολύ καλός κι έχεις τόσο γλυκιά φωνή.
Με τη συζήτηση πέρασε η ώρα..
- Πω, πω άργησα και θα ανησυχούν οι δικοί μου. Φεύγω.
- Θα 'ρθεις πάλι αύριο, φιλαράκο μου;
- Ναι. Θα 'ρθω την ίδια ώρα. Να με περιμένεις, είπε το ποντικάκι και έφυγε
τρέχοντας.
Όταν έφτασε στο σπίτι του, είδε όλη την οικογένεια να κάθεται στο τραπέζι.
- Άργησες και το φαγητό σου σε περιμένει, είπε αυστηρά ο πατέρας ποντικός
- Συγγνώμη, είπε ο μικρός και κάθισε μαζί τους.
Άργησα, γιατί έκανα έναν καινούριο φίλο.
- Καινούριο φίλο; Να προσέχεις! συμβούλεψε ο πατέρας.
- Θα προσέχω, μπαμπά. Και βέβαια θα προσέχω.
Είμαι μεγάλος πια, είπε ο Τζέρι και άρχισε να τρώει το φαγητό του.
Την άλλη μέρα, την ίδια ώρα, ο μικρός φεύγει από τη φωλιά του και πάει να βρει
τον καινούριο του φίλο.
-Καλημέρα, φίλε, φώναξε μόλις έφτασε.
-Καλή σου μέρα, φώναξε από μέσα η φωνή. Σου έχω ένα δωράκι εκεί έξω. Το
είδες;

-Α! ένα μεγάλο κομμάτι τυρί. Για μένα είναι;
-Για σένα, τον φίλο μου, απάντησε η φωνή.
-Σ' ευχαριστώ, είπε χαρούμενος ο ποντικούλης. Θα το πάρω στο σπίτι να το
μοιραστώ με τον αδελφούλη μου, τον Χάρι.

-Όχι, δεν χρειάζεται να το πάρεις στο σπίτι σου. Τρελός είσαι; Φάτο και μην το
πεις σε κανέναν. Αυτό θα είναι το μυστικό μας.
-Το μυστικό μας; Μ' αρέσει, φώναξε χαρούμενος ο Τζέρι και καταβρόχθισε το τυρί.
Δεν θα το πω σε κανέναν.
-Τελικά, τι αποφάσισες; Θα έρθεις να μείνεις μαζί μου;
-Το αποφάσισα. Αλλά περιμένω να βρω την ευκαιρία να φύγω από το σπίτι.
-Σωστά.
-Δεν βγαίνεις έξω να σε γνωρίσω, φιλαράκο μου; είπε ύστερα ο Τζέρι.

-Δεν έχω τελειώσει ακόμα τα μαστορέματα. Αν έρθεις θα πρέπει να μεγαλώσω και
τον χώρο, φώναξε και πρόσθεσε:
Θα γνωριστούμε όταν με το καλό έρθεις να εγκατασταθείς εδώ.
-Καλά λες. Φεύγω τώρα.
-Θα σε περιμένω αύριο, είπε η φωνή

Και ο ποντικούλης ξεκίνησε για το σπίτι του. Όταν έφτασε, τους βρήκε
πάλι όλους στο τραπέζι.
-Κάτσε να φας μαζί μας, είπε ο πατέρας του μόλις τον είδε.
-Δεν πεινάω, απάντησε ο Τζέρι.
-Πώς κι έτσι; Έφαγες κάτι άλλο; ρώτησε η κυρία ποντικίνα.
-Όχι, πονάει λίγο το στομάχι μου, είπε ψέματα ο μικρός, θέλοντας να
κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον καινούριο του φίλο.
Την άλλη μέρα, φτάνοντας έξω από την φωλιά, φώναξε:
-Έφτασα, τι έγινε φίλε; Τέλειωσες τα μαστορέματα;
-Σε λίγη ώρα όλα θα είναι έτοιμα. Έχω φτιάξει ένα χώρο,
αριστούργημα!
Δεν πας να φέρεις τα πράγματά σου, να εγκατασταθείς
εδώ και να σε γνωρίσω επιτέλους;
-Καλά λες, φώναξε χαρούμενος ο Τζέρι. Κάποια στιγμή, όταν έχεις
καιρό, θα με βοηθήσεις να φτιάξω τη δική μου φωλιά;
-Και βέβαια θα βοηθήσω. Στο υπόσχομαι. Είμαι φίλος εγώ, όχι αστεία.
-Τέλεια! Φεύγω τώρα. Πάω να το πω και στους γονείς μου και να φέρω
τα πράγματά μου, είπε και έφυγε τρέχοντας.
-Στους γονείς σου; Γιατί; Ωχ καημένε, αν το πεις στους γονείς σου
θα αρχίσουν τις ανιαρές συμβουλές. Μη το ένα, μη το άλλο. Δεν
βαρέθηκες να ακούς τα ίδια και τα ίδια; είπε αυτή τη φορά η φωνή.
Αλλά ο Τζέρι δεν άκουσε τα τελευταία λόγια γιατί, όπως είπαμε, είχε
ήδη φύγει. Τρέχοντας έφτασε στο σπίτι του.
- Πού ήσουνα Τζέρι,΄Πώς τόσο νωρίς σήμερα; ρώτησε ο πατέρας ποντικός μόλις είδε τον γιο
του να μπαίνει στη φωλιά.
- Ήρθα να πάρω τα πράγματά μου, πατερούλη, είπε ενθουσιασμένος
εκείνος.

Νιώθω ότι μεγάλωσα. Ο καινούριος μου φίλος, είναι ένας
ποντικός τόσο γλυκομίλητος. Σε πειράζει να πάω να ζήσω μαζί του για
λίγο; Και μετά θα με βοηθήσει να φτιάξω το δικό μου σπιτικό.
Μου το
υποσχέθηκε. Είναι πραγματικός φίλος.
- Δεν νομίζω να μεγάλωσες τόσο, ώστε να φύγεις από το σπίτι μας,
γιε μου, είπε τότε ήρεμα ο πατέρας.
Κι ύστερα, ποιος είναι αυτός που
τόσο εύκολα τον ονομάζεις φίλο; Πού τον γνώρισες; Και γιατί θα σε
βοηθήσει να φτιάξεις τη φωλιά σου; Τι θα κερδίσει;
Δε μου άρεσαν
όλα αυτά, που μου είπες.
- Ουφ, μωρέ μπαμπά, πολύ καχύποπτος είσαι. Αφού σου λέω, είναι
φίλος. Έχουμε τα ίδια ενδιαφέροντα. Έχει καλούς τρόπους. Μιλάει
τόσο ωραία.
- Και λοιπόν; Αν δεν τον δω εγώ ο ίδιος, αν δεν μιλήσω μαζί του,
δεν είμαι σίγουρος ότι είναι όλα έτσι όπως τα λες.
- Τέλος πάντων. Πάμε να τον γνωρίσεις τότε, για να δεις ότι
είναι
πολύ καλός, Εγώ δεν πέφτω έξω. Είπε το ποντικάκι.
- Να πάμε, βέβαια να πάμε, να τον γνωρίσω, αυτό είναι το σωστό,
είπε ο μπαμπάς
Έτσι, το ίδιο απόγευμα, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, πατέρας και γιος
βρέθηκαν κοντά στο μεγάλο δέντρο.
- Να, εδώ είναι η φωλιά, πατέρα, Πάμε μέσα. Είπε ο Τζέρι
- Όχι μέσα. Πρώτα θα κρυφτούμε κάπου εδώ κοντά. Να περιμένουμε να
βγει ο φίλος σου. Να δούμε ποιος είναι.
- Δεν σε καταλαβαίνω. Μα με περιμένει μπαμπά. Έχει πολλή δουλειά
μέσα και μπορεί να μη βγει καθόλου. Θέλεις να τον φωνάξω καλύτερα
να βγει, να τον δεις, να τελειώνουμε;
- Όχι βέβαια. Είμαι σίγουρος ότι θα βγει, για να αναζητήσει την τροφή
του. Εκεί, απέναντι στο δέντρο έχει ένα πεταμένο καρότο. Θα κρυφτούμε
πίσω από μια ρόδα και θα περιμένουμε, είπε ο μπαμπάς.
Κάποια στιγμή
θα βγει και θα τον δούμε τον φίλο σου τον ποντικό.
Έτσι και έγινε. Πατέρας και γιος κρύφτηκαν και περίμεναν. Πέρασε λίγη
ώρα. Ξαφνικά ένα περίεργο σφύριγμα ακούστηκε και αμέσως μετά...

-Τι είναι αυτό;
Πάγωσαν. Ένα πελώριο φίδι βγήκε μέσα από τη φωλιά.
Ο μικρός έτρεμε ολόκληρος. Κάποια στιγμή, όταν συνήλθε...
-Τι πήγα να πάθω! . Μια μπουκιά θα με έκανε το φίδι, αν έμπαινα
εκεί μέσα, ψέλλισε και χώθηκε στην αγκαλιά του πατέρα του.
-Κατάλαβες τώρα, γιε μου, γιατί ήμουν καχύποπτος;
-Ναι, πατέρα, κατάλαβα.
-Κατάλαβες ότι πρέπει να προσέχουμε τις παρέες μας;

-Κατάλαβα.
-Κατάλαβες ότι δεν πρέπει να ονομάζουμε φίλους μας, κάποιους μόνο
και μόνο γιατί μας γλυκομιλούν και μας τάζουν πράγματα;
-Ναι.
-Καταλαβαίνεις ότι πρέπει σε κάθε κίνηση να συμβουλεύεσαι τους γονείς
σου που είναι μεγαλύτεροι και ξέρουν περισσότερα από σένα;
-Καταλαβαίνω, μπαμπάκα μου.
Όταν έφτασαν στο σπίτι ο μπαμπάς είπε:
- Κάτσε εσύ τώρα ασφαλής στο σπίτι μας, γιε μου, μαζί με τη μαμά
σου και τον αδελφό σου κι εγώ θα φύγω για λίγο.
- Πού πας; Ρώτησε ο μικρός, βλέποντας τον πατέρα του να φεύγει
από τη φωλιά τους.
- Πάω στην ΠΟΝΤΙΚΟΑΣΤΥΝΟΜΙΑ.
- Γιατί;
- Για να βρω τον αστυνόμο.
Πάω να του μιλήσω για το πονηρό φίδι, γιατί εσύ φέρθηκες έξυπνα
και μου μίλησες. Όμως άλλα ποντικάκια μπορεί να μη το πουν
στους γονείς τους, να φύγουν απ' το σπίτι και να πέσουν
στην παγίδα αυτού του κακού φιδιού.
- Έχεις δίκιο μπαμπά. Πήγαινε γρήγορα, είπε ο Τζέρι.
- Και κάτι άλλο. Ελπίζω να κατάλαβες ότι η θέση σου είναι ακόμα
εδώ, μαζί μας.
Όταν έρθει ο καιρός, εγώ ο ίδιος θα σου πω ότι
πρέπει να φύγεις και εγώ ο ίδιος θα σε βοηθήσω να σκάψεις τη δική
σου φωλιά, είπε ο μπαμπάς ποντικός και έφυγε.
- Πηγαίνετε να πλύνετε τα χέρια σας και ελάτε γρήγορα να φάτε,
Από ότι κατάλαβα, ο μπαμπάς σας έχει να
κάνει μια πολύ σοβαρή δουλειά και θα αργήσει. Δεν θα φάμε σήμερα
όλοι μαζί. είπε η μαμά ποντικίνα.
Το
φίδι είναι αυτός που κάνει τον φίλο, ενώ είναι ένας μεταμφιεσμένος
εχθρός. Μιλάει γλυκά και ωραία και παριστάνει πως είναι κάποιος που
στην πραγματικότητα δεν είναι.
Για να παρασύρει κάθε αθώο παιδί και
να πετύχει τον σκοπό του.
Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο
εργαλείο, φτάνει να το χειρίζεσαι σωστά.
Το διαδίκτυο είναι ένας παράδεισος επικοινωνίας και διασκέδασης.
Αλλά συγχρόνως είναι και ένας κόσμος ανοιχτός σε όλους. Και σε
κακούς και σε καλούς.
Γι' αυτό προσέχουμε πολύ, ώστε να γνωρίσουμε μόνο την καλή του
πλευρά.
Σε κάθε μας κίνηση καλό θα είναι να συμβουλευόμαστε τους γονείς
μας, που μας αγαπούν και σίγουρα ξέρουν κάτι περισσότερο από μας.
Δεν κρατάμε μυστικά.
Δεν εμπιστευόμαστε κανέναν ξένο.
Και κάτι ακόμα: Μπαίνουμε στο διαδίκτυο, αλλά με μέτρο.
Είμαστε παιδιά, δεν γίνεται να καθόμαστε σε μια καρέκλα.
Σηκωθείτε, λοιπόν, από τον υπολογιστή
και ζήστε την αληθινή ζωή.
ΤΩΡΑ που είμαστε ακόμα ΠΑΙΔΙΑ.
ΤΕΛΟΣ

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $10.19+) -
BUY THIS BOOK
(from $10.19+) - DOWNLOAD
- LIKE
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS