

Μια φορά και δυο καιρούς ζούσε ένα φτωχό, ορφανό και δύσμοιρο εννιάχρονο παιδάκι. Το όνομά του ήταν Ευτύχης.Σε ηλικία 2 ετών είχε χάσει τους γονείς του σε ατύχημα. Το παιδάκι αυτό το εκφόβιζαν μερικά πλουσιόπαιδα αποκαλώντας το μικρό, κοντό και του πετούσαν σκουπίδια. Ο Ευτύχης όμως τα πετούσε στον κάδο, γιατί είχε οικολογική συνείδηση.
Από την άλλη πλευρά του δρόμου ήταν η πιο όμορφη περιοχή της πόλης. Εκεί ζούσε ένας πλούσιος και
ευτυχισμένος παππούς, που είχε χάσει όμως τη γυναίκα του. Τον έλεγαν Οδυσσέα και ήτανε ψηλός, γεματούλης με καστανά μάτια και άσπρα μαλλιά.
Μία μέρα ο παππούς πέρασε στην άλλη πλευρά του δρόμου για να πετάξει τα σκουπίδια του στον κάδο, που ήταν δίπλα στο στέκι του μικρού Ευτύχη. Παρατήρησε το μικρό ορφανό και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Από τότε του πήγαινε κάθε μέρα φαγητό και χρήματα.
Όταν αντιλήφθηκε ότι ο μικρός υφίστατο εκφοβισμό
από τα άλλα παιδιά έλαβε άμεσα μέτρα. Λίγες μέρες μετά και αφού υπέγραψε τα κατάλληλα χαρτιά, ανέλαβε την ανατροφή του μικρού Ευτύχη.
Είχε περάσει ο καιρός και κόντευαν Χριστούγεννα. Την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς ετοίμασε μια έκπληξη για τον Ευτύχη, ο οποίος είχε πάει για κάλαντα με τους καινούργιους του φίλους από το σχολείο.Όταν γύρισε πίσω ο Ευτύχης αντίκρισε ένα πανέμορφο σπίτι γεμάτο λαμπάκια και στολίδια. Μόλις μπήκε μέσα, αυτό που έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το τεράστιο και εκθαμβωτικά στολισμένο δέντρο, κάτω από το οποίο μπορούσε κανείς να διακρίνει πληθώρα δώρων. Ήταν τόσο συγκινημένος που αγκάλιασε αυθόρμητα τον θετό πατέρα του.
Αφού άνοιξε τα δώρα του και ευχαρίστησε τον Οδυσσέα, βγήκε μαζί του στην αυλή και αντίκρισαν τον Άγιο Βασίλη να πετάει με τον έλκηθρό του.
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΟΝΑΜ

Μια φορά και έναν καιρό εκεί στην μακρινή Λαπωνία ζούσε ο Σόναμ μαζί με τον πατέρα, τη μητέρα και τη μικρή αδελφή του. Ο πατέρας έλειπε από μέρες προσπαθώντας να εντοπίσει τους ταράνδους της φυλής και να τους γυρίσει σε νέα βοσκοτόπια. Οι τάρανδοι είναι βασικό μέσο επιβίωσης της φυλής. Πολλές φορές διασχίζουν πάνω από 100 χιλιόμετρα και οι βοσκοί καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι αρκτικές νύχτες ήταν ατελείωτες. Ο Σόναμ ήξερε πως έπρεπε να βγει για κυνήγι, αν ήθελαν να έχουν φαγητό στο τραπέζι τους. Οι ανάγκες της οικογένειας πρέπει να καλυφθούν τώρα που λείπει ο πατέρας , σκέφτηκε.
Δεκάδες φορές είχαν κυνηγήσει με τον πατέρα."Να παίρνεις μόνο ό,τι σου χρειάζεται, τα υπόλοιπα είναι ασέβεια, θεός και φύση πανε μαζί", του έλεγε. "'Υπομονή, επιμονή και πειθαρχία' επαναλάμβανε συχνά, "η φύση, σου δίνει να φας, σε προστατεύει αρκεί να την προστατεύεις και εσύ,μα πάνω από όλα να την σέβεσαι."
Ο Σόναμ στόλισε το ξυλόσπιτο με τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια που τόσο αγαπούσε η μικρή του αδελφή και έβαλε τις όμορφες χρυσαφένιες μπάλες στο έλατο, που είχαν τοποθετήσει δίπλα στη φωτιά. Σκέφτηκε πως με τα λεφτά από το κυνήγι θα της αγόραζε εκείνο το όμορφο βιβλίο με τις ζωγραφιές που της άρεσε στο εμπορικό κέντρο στην πόλη. 'Θα' μαι πίσω τα Χριστούγεννα' είπε σιγανά στη μητέρα, που μάλλον δεν τον άκουσε στον ύπνο της και βγήκε ακροπατώντας έξω.
Φόρτωσε το έλκηθρο, πήρε μαζί του το αγαπημένο του Χάσκι και ξεκίνησε το ταξίδι στην παγωμένη νύχτα. Το κανό του ήταν κάμποσα χιλιόμετρα μακριά από το έλκηθρο. Πήγαινε γρήγορα γλιστρώντας στο χιόνι κα τα μάγουλα του κοκκίνιζαν από το κρύο. Ο Δεκέμβρης είναι ο τελευταίος και ο πιο σκοτεινός μήνας του χρόνου, μα φτάνει στο τέλος του.Υπομονή, επιμονή και πειθαρχία». 'Υπομονή ,επιμονή και πειθαρχία' ψιθύριζε περπατώντας.
Έφτασε γρήγορα στον όρμο και αποφασιστικά πήδηξε μέσα στο κανό του, αφήνοντας το χάσκι να φυλάει το έλκηθρο.
"Οι πάγοι λιώνουν με γρηγορότερο ρυθμό φέτος, πρέπει να είμαι δύο φορές πιο προσεκτικός" μουρμούρισε και κωπηλατώντας βρέθηκε ανοιχτά στο πέλαγος.Τα χέρια του Σονάμ κουράστηκαν, σταμάτησε για να παρατηρήσει τη θάλασσα και να αφουγκραστεί τους ήχους. Θα ήταν πολύ τυχερός αν έπεφτε πάνω σε ένα κοπάδι από πέρκες. Είναι η εποχή τους. «Θα αγοράζα και στη μητέρα εκείνες τις όμορφες μπότες από γούνα» σκέφτηκε.
Κωπηλάτησε λίγο ακόμη και στο κουπί του βρέθηκε ένα μεγάλο μπερδεμένο κουβάρι από δίχτυα και πλαστικά μπουκάλια. "Απομεινάρια ενός πολιτισμού που δεν σέβεται τη φύση", του έλεγε ο πατέρας, "και ό,τι δε σέβεται τη φύση την απειλεί".
Με γρήγορες κινήσεις τράβηξε το κουβάρι στο κανό του. Μέσα στα δίχτυα ήταν μπλεγμένη μια μικρή φώκια, τραυματισμένη, αλλά ζωντανή, πάλευε να ξεφύγει. Τα δίχτυα κόντευαν να την πνίξουν. Με υπομονή, επιμονή και πειθαρχία ο Σονάμ ξεμπέρδεψε τη φώκια από τα δίχτυα και εκείνη σταμάτησε να φωνάζει και αφέθηκε στη φροντίδα του.
"Χριστούγεννα είναι, είπε, πρέπει όλοι να κάνουμε καλές πράξεις, η φύση θα μου το ανταποδώσει", και έδωσε στη φώκια να φάει λίγο ψωμί και παστό κρέας, που είχε κρατήσει στο σάκο του. Μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτό το κομμάτι από τα δίχτυα που βρήκα, σαν δώρο, σαν να μου χαρίστηκε.
Έριξε τα δίχτυα στη θάλασσα και ως εκ θαύματος, όταν τα τράβηξε, ήταν γεμάτα από τις πολυπόθητες πέρκες, που θα έδιναν στην οικογένεια του μιαν ανάσα, μέχρι να γυρίσει ο πατέρας.
Η φύση ξέρει να ανταμείβει!!
Η παράξενη επισκέπτρια

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χωριό έλαμπε από φώτα και στολίδια. Οι κάτοικοι, όπως κάθε χρόνο, ετοίμαζαν τη γιορτή, αλλά όλοι ήταν απορροφημένοι στις δικές τους προετοιμασίες. Κανείς δεν πρόσεξε τη γυναίκα με το κουρασμένο βλέμμα που μπήκε στο χωριό λίγο πριν πέσει η νύχτα. Η γυναίκα ήταν ντυμένη απλά και κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό σακίδιο. Χτύπησε την πόρτα του πρώτου σπιτιού και είπε: "Καλησπέρα σας, είμαι ταξιδιώτισσα και χρειάζομαι λίγο φαγητό και ένα μέρος να μείνω απόψε. Μπορείτε να με βοηθήσετε;"
Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού την κοίταξε διστακτικά και είπε: "Λυπάμαι, αλλά δεν έχουμε αρκετό χώρο, ίσως κάποιος άλλος μπορεί να σας βοηθήσει". Το ίδιο συνέβη και στα επόμενα σπίτια. Άλλοι φοβήθηκαν, άλλοι βρήκαν δικαιολογίες, κανείς δεν άνοιξε την πόρτα του. Η γυναίκα τελικά κάθισε σε ένα παγάκι μόνη μέσα στο κρύο. Μόνο η μικρή Ελένη που περπατούσε με τη γιαγιά της την πρόσεξε. "Γιαγιά, γιατί κάθεται εκεί αυτή η γυναίκα; Είναι μόνη της τα Χριστούγεννα;" είπε.
Η γιαγιά κοίταξε τη γυναίκα και είπε: "Έλα Ελένη, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε." Την πλησίασαν και την κάλεσαν στο σπίτι τους. Η γυναίκα δέχτηκε με ευγνωμοσύνη. Η γιαγιά τής έδωσε ζεστό τσάι, ένα πιάτο φαγητό και μια κουβέρτα. Καθώς έτρωγαν μαζί, η γυναίκα χαμογέλασε. " Είμαι εδώ για να δω αν το πνεύμα των Χριστουγέννων ζει ακόμα. Μου δείξατε ότι υπάρχει ακόμα καλοσύνη. Σας ευχαριστώ".
Την επόμενη μέρα, η γυναίκα είχε εξαφανιστεί αλλά στο τραπέζι τους είχε αφήσει ένα μικρό σημείο: «Η καλοσύνη σας ήταν το μεγαλύτερο δώρο των φετινών Χριστουγέννων μην τη χάσετε ποτέ».
Όταν η γιαγιά και η Ελένη βγήκαν έξω, βρήκα όλο το χωριό να μιλάς για τη γυναίκα. Όλοι μετάνιωσαν που δεν είχαν ανοίξει την πόρτα τους και από εκείνη τη χρονιά κανείς δεν έμεινε μόνο τα Χριστούγεννα στο χωριό.
Η μαγική χιονονιφάδα
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα χιονισμένο χωριό ζούσε μία μαγική χιονονιφάδα που ονομαζόταν Λίνα. Κάθε Χριστούγεννα πέταγε στον ουρανό και έφερνε χαρά σε όλους με τη λάμψη της. Μία παραμονή Χριστουγέννων είδε τη μικρή Μαρία να κλαίει δίπλα στο άδειο χριστουγεννιάτικο δέντρο. «Γιατί λυπάσαι;» τη ρώτησε. «Δεν έχω χρήματα για δώρα» απάντησε η Μαρία. Τότε η Λίνα με ένα μαγικό άγγιγμα γέμισε το δέντρο με αστραφτερά στολίδια και το σπίτι με ζεστασιά. «Το καλύτερο δώρο είναι η αγάπη» είπε η χιονονιφάδα και το χωριό γέμισε με φως και χαμόγελα.

Μία φορά και έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό οι κάτοικοι και ετοίμαζαν τη γιορτή των Χριστουγέννων. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι, αλλά υπήρχε ένα μικρό αγόρι, ο Γιάννης, που ήταν λυπημένος, γιατί η οικογένεια του δεν είχε χρήματα για να αγοράσει δώρα ή να διακοσμήσει το σπίτι.
Κάθε βράδυ ο Γιάννης και έβλεπε τα φωτισμένα σπίτια των γειτόνων του και ονειρευόταν να ζήσει και αυτός τη μαγεία των Χριστουγέννων.
Μία νύχτα, καθώς περπατούσε στο δάσος, συνάντησε ένα γέρο, με μία μακριά άσπρη γενειάδα. Ήταν ο άγιος Βασίλης! Ο Άγιος Βασίλης είδε τη λύπη του Γιάννη και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Του είπε λοιπόν ότι η αληθινή μαγεία των Χριστουγέννων δε βρίσκεται στα δώρα, αλλά στη χαρά της προσφοράς και της αγάπης. Έτσι, μαζί άρχισαν να φτιάχνουν δώρα από υλικά που βρήκαν στη φύση και μοίρασαν χαρά στα παιδιά του χωριού.
Όταν ήρθε η παραμονή των Χριστουγέννων ο Γιάννης και οι φίλοι του γιόρτασαν με γέλια και τραγούδια, κατανοώντας ότι η πραγματική μαγεία των γιορτών είναι η αγάπη και η αλληλεγγύη.
Από εκείνη τη χρονιά ο Γιάννης δεν ήταν ποτέ λυπημένος, γιατί είχε ξαναβρεί το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων!
Το πνεύμα των Χριστουγέννων
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ο Νικόλας, ένα αγόρι που αγαπούσε τα Χριστούγεννα. Φέτος όμως το χωριό του ήταν θλιμμένο και χωρίς χιόνι. Ένα βράδυ, είδε ένα αστέρι να πέφτει και ακολούθησε το μονοπάτι του μέχρι το σπίτι του Αη Βασίλη. Ο Άγιος Βασίλης του είπε: «Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο για να παίρνουμε δώρα, αλλά για να δίνουμε αγάπη και να τους βοηθάμε άλλους.»
Ο Νικόλας το κατάλαβε και γύρισε στο χωριό του για να οργανώσει μία μεγάλη γιορτή.
Μοιράστηκε φαγητό, παιχνίδια και αγάπη με όλους.
Μέσα στη νύχτα, το χιόνι άρχισε να πέφτει και το χωριό γέμισε φως και χαρά. Ο Νικόλας κατάλαβε πως τα αληθινά Χριστούγεννα είναι αυτά που μοιράζεσαι με τους άλλους. Έτσι το πνεύμα των Χριστουγέννων ζωντάνεψε ξανά.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Το μαγικό αστέρι
Σε ένα όμορφο χωριό κάθε παραμονή Χριστουγέννων ένα λαμπερό αστέρι κατέβαινε από τον ουρανό, για να στολίσει το μεγάλο δέντρο της πλατείας. Το φως του ήταν τόσο δυνατό που ζέσταινε τις καρδιές όλων και γέμιζε το χωριό με αγάπη και χαρά.
Μια χρονιά όμως το αστέρι δεν εμφανίστηκε και οι κάτοικοι ήταν πολύ προβληματισμένοι και στεναχωρημένοι. Χωρίς το φως των Χριστουγέννων, τίποτα δεν έμοιαζε το ίδιο!
Ένα μικρό καλό κορίτσι η Άννα, αποφάσισε να βρει τι είχε συμβεί. Καθώς κοιτούσε τον ουρανό, είδε το αστέρι κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο. «Αστέρι μου, φώναξε,γιατί δεν έρχεσαι φέτος στο δέντρο μας;» Το αστέρι απάντησε: «Οι άνθρωποι στο χωριό σας έχουν ξεχάσει τη σημασία των Χριστουγέννων! Τσακώνονται, βρίζονται, σκέφτονται μόνο τα δώρα! Η αγάπη και η καλοσύνη των κατοίκων έχουν χαθεί!».
Η Άννα με το που γύρισε στο χωριό εξήγησε σε όλους τι της είπε το αστέρι. Οι κάτοικοι ντράπηκαν και αποφάσισαν να αφήσουν στην άκρη τις διαφορές τους και να γεμίσουν το χωριό με χαμόγελα και αγάπη.
Όταν το αστέρι είδε την αλλαγή, κατέβηκε ξανά και στόλισε το δέντρο με το φως του. Ήταν πιο λαμπερό από ποτέ και οι άνθρωποι έμαθαν πως η πραγματική μαγεία των Χριστουγέννων δε βρίσκεται στα δώρα, αλλά κρύβεται στην αγάπη και στη φροντίδα μας για τους άλλους.
Ο Μιχάλης και το Χριστουγεννιάτικο Αστέρι
Ο Μιχάλης ήταν ένα αγόρι με μεγάλα καστανά μάτια που έλαμπαν από θλίψη. Ζούσε σε ένα μικρό σπιτάκι στις παρυφές του χωριού, μαζί με τη γιαγιά του, μια γλυκιά γυναίκα με λευκά μαλλιά και ένα ζεστό χαμόγελο. Τα Χριστούγεννα έρχονταν, αλλά φέτος δεν έφεραν μαζί τους τη συνήθη χαρά. Η μητέρα του Μιχάλη είχε φύγει για πάντα και ο πατέρας του δούλευε σε μια μακρινή πόλη, στέλνοντας μόνο γράμματα και μικρά δώρα.
Τα παιδιά στο σχολείο τον κορόιδευαν για την απώλεια της μητέρας του και τον αποκαλούσαν "τον μικρό ορφανό". Ο Μιχάλης ένιωθε μόνος και απομονωμένος.
Κάθε βράδυ, κοιτάζοντας το σκοτεινό ουρανό, αναρωτιόταν πού ήταν η μαμά του και αν τον θυμόταν.
Μια μέρα, βρήκε ένα παλιό κουτί στο πατάρι της γιαγιάς του. Μέσα, υπήρχε ένα χάρτινο αστέρι που είχε φτιάξει η μητέρα του όταν ήταν μικρός. Το αστέρι ήταν φθαρμένο από το χρόνο, αλλά το χαμόγελο της μητέρας του ήταν ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Ο Μιχάλης αποφάσισε να φτιάξει ένα νέο αστέρι, ένα αστέρι που θα φωτίσει όχι μόνο το σπίτι του, αλλά και τις καρδιές όλων όσων ένιωθαν μόνοι.
Ξεκίνησε να μαζεύει ξύλα από το δάσος, καρφιά και χρώματα. Η γιαγιά του τον βοήθησε όσο μπορούσε, αλλά τα χέρια της ήταν τρεμάμενα και δεν μπορούσε να κάνει πολλά. Ο Μιχάλης δούλεψε με υπομονή και αγάπη, φτιάχνοντας ένα μεγάλο, λαμπερό αστέρι.
Όταν το αστέρι ήταν έτοιμο, ο Μιχάλης το κρέμασε στο παράθυρο του σπιτιού του. Το φως του άστρου έλαμψε στο σκοτάδι, φωτίζοντας όλο το χωριό. Οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους για να δουν το θαύμα. Τα παιδιά που τον κορόιδευαν, ένιωσαν τύψεις και πλησίασαν τον Μιχάλη.
Εκείνο το βράδυ, ο Μιχάλης ένιωσε πραγματικά ότι δεν ήταν μόνος του για πρώτη φορά. Κατάλαβε ότι η αγάπη της μητέρας του θα ήταν πάντα μαζί του και ότι μπορούσε να μοιραστεί αυτή την αγάπη με τους άλλους.

Τα τμήματα Α3 και Α4 του 6ου Γυμνασίου Καλαμαριάς σας εύχονται από καρδιάς ΚΑΛΑ και ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ με υγεία, χαρές και πολλά χαμόγελα!


Καλές γιορτές!
Χαρά, ευτυχία και αγάπη σε όλο τον κόσμο!

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $6.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $6.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!