Η εργασία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια προγράμματος της UNICEF:" Γράφω για τα δικαιώματά μου"
"Να σας γνωρίσω τους φίλους μου, τα παιδιά του κόσμου"
This book was created and published on StoryJumper™
©2015 StoryJumper, Inc. All rights reserved.
Publish your own children's book:
www.storyjumper.com


ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ
Όλα τα παιδιά του κόσμου έχουν το δικαίωμα να ζουν καλά.
Πρέπει οι μεγάλοι να τα προσέχουν και τα στέλνουν στο σχολείο,
για να γίνουν στο μέλλον καλοί πολίτες. Η τηλεόραση μας έδειχνε
κάποτε ντοκιμαντέρ για τα παιδιά του κόσμου που πεινούν και δεν
είχαν ούτε ψωμί να φάνε, ούτε νερό να πιουν, ξυπόλητα μέσα στις
λάσπες συγκινούσαν τον κόσμο που έσπευδε να βοηθήσει από το
υστέρημά του.
Έτσι δημιουργήθηκε η UNICEF. Ένας οργανισμός για να
προστατεύει τα παιδιά όλου του κόσμου. Μόνοι τους όμως δε θα τα
καταφέρουν. Για αυτό πρέπει όλοι να βοηθάμε. Όχι μόνο στις
γιορτές, αλλά πάντα. Γιατί όλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα στη ζωή.
Να ζουν καλά!

Τρίτη 14/10/2012 - Ινδία
06:00π.μ.
Η Αρουντάτι σηκώνεται, ντύνεται με ένα από τα
δύο φορέματα που έχει και ξεκινάει για τα χωράφια
της οικογένειάς της για να πιάσει δουλειά.
07:00π.μ.
Η Αρουντάτι έχει φτάσει επιτέλους στο χωράφι των
γονιών της και αρχίζει το μάζεμα του ρυζιού.
08:00π.μ.
Διάλειμμα λίγων λεπτών ίσα για μια γουλιά νερό
και η δουλειά συνεχίζεται.
11:00π.μ.
Η Αρουντάτι διακόπτει το μάζεμα του ρυζιού για να
πάει να φέρει με τη στάμνα νερό από τη βρύση που
απέχει μισή ώρα περπάτημα από το χωράφι. Καθώς
περπατά σκέφτεται τα τυχερά εκείνα παιδιά που
αυτή την ώρα είναι στο σχολείο. Και τι δεν θα’ δινε
να μπορούσε κι αυτή να μάθει γράμματα, αλλά η
δουλειά στα χωράφια απαιτεί χέρια και το σχολείο
είναι πολυτέλεια.
Τρίτη 14/10/2012 – Γερμανία
06:00π.μ.
Η Χέλγκα κοιμάται ακόμα τυλιγμένη με το ζεστό
πάπλωμά της. Στον κάτω όροφο η μαμά ετοιμάζει
το πρωινό, αυγά με μπέικον και γάλα.
07:00π.μ.
Η Χέλγκα σηκώνεται και ψάχνει στη ντουλάπα της
τι να φορέσει. Δυσκολεύεται να διαλέξει ρούχα.
08:00π.μ.
Χαιρετά τους γονείς της και τρέχει να προλάβει το
σχολικό λεωφορείο.
11:00π.μ.
Η Χέλγκα βαριέται το μάθημα. Και η γλώσσα και
τα μαθηματικά την κουράζουν. Περιμένει το
διάλειμμα και την ώρα των καλλιτεχνικών για να
διασκεδάσει λίγο.
ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

14:00μ.μ.
Διάλειμμα για φαγητό. Λίγο ρύζι με κάρυ για όλη
την οικογένεια και μερικά φρούτα.
18:00μ.μ.
Η Αρουντάτι επιστρέφει με τους δικούς της στο
σπίτι. Ο μπαμπάς κι η μαμά είναι σκεφτικοί και
λυπημένοι. Οι βροχές και φέτος δεν ήρθαν στην ώρα
τους κι όταν ήρθαν ήταν καταρρακτώδεις κι έκαναν
ζημιά αντί για καλό. Δεύτερη χρονιά που γίνεται
αυτό. Πέρυσι για όλο το χρόνο είχαν μόνο 380€,
σχεδόν 1€ τη μέρα. Πως θα τα βγάλουν πέρα;
21:00μ.μ.
Μόλις που πρόλαβε να παίξει λίγο με τα δυο πιο
μικρά αδερφάκια της καθώς τα φρόντιζε ενώ η μαμά
μαγείρευε. Ώρα για ύπνο γιατί αύριο θα σηκωθεί
νωρίς κι η μέρα θα είναι πάλι κουραστική. Ξαπλώνει
στην ψάθα μέσα στη σκηνή τους.
14:00μ.μ.
Επιστροφή στο σπίτι. Η Χέλγκα διαμαρτύρεται
για το φαγητό. Ούτε η σούπα ούτε το σνίτσελ
της αρέσουν. Ευτυχώς έχει στρούντελ για
γλυκό.
18:00μ.μ.
Κάνει μια βόλτα στα μαγαζιά, στο εμπορικό
κέντρο της πόλης, μαζί με τη μαμά της.
Κοιτούν ρούχα και παιχνίδια. Η Χέλγκα
βρίσκεται σε δίλλημα. Να πάρει το κόκκινο
φόρεμα των 80€ ή εκείνο το μπλε κι ας κάνει
120€;
21:00μ.μ.
Μάλλον πρέπει να τελειώνει με το παιχνίδι
στο tablet και να πάει για ύπνο. Ρίχνει μια
τελευταία ματιά στα μαθήματά της και χώνεται
στο μαλακό ζεστό κρεβάτι της.
Ήταν μια μέρα δυο δωδεκάχρονων κοριτσιών στην Ινδία και στη Γερμανία.
Νομίζετε πως έχουν ίσα δικαιώματα αυτά τα παιδιά; Και αν ναι τα απολαμβάνουν το
ίδιο;



ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ
Χθες το απόγευμα μας επισκέφθηκε μια φίλη μου , η οποία πριν από λίγη ώρα
βρισκόταν στο κέντρο φροντίδας παιδιού και οικογένειας. Αμέσως μόλις ήρθε μας
διηγήθηκε μια ιστορία ενός παιδιού από τη Συρία. Το παιδί και η οικογένεια του
βρισκόταν στο δρόμο για το σπίτι και ξαφνικά μία βόμβα έσκασε δίπλα τους. Μόλις
συνήλθε το παιδί έψαχνε τους γονείς του αλλά δεν τους έβρισκε πουθενά, οπότε
μαζί με άλλους τραυματίες μεταφέρθηκε σε ένα αυτοσχέδιο νοσοκομείο. Βέβαια
εκεί δεν ασχολήθηκε κανείς μαζί του, γιατί δεν ήταν βαριά τραυματισμένο.
Μετά από λίγες μέρες τον πήγαν στο διπλανό χωριό και το έβαλαν να ζήσει με
αγνώστους. Είχε την ελπίδα ότι θα ζήσει καλύτερα όμως και εκεί η τροφή , το νερό,
τα ρούχα και τα φάρμακα ήταν περιορισμένα. Το δικαίωμα στην υγεία, στη στέγαση
και σε μία αξιοπρεπή ζωή χάθηκε για το παιδί, όπως γίνεται και για χιλιάδες άλλα
παιδιά σε αυτές τις χώρες. Ευτυχώς μετά από λίγες μέρες βρέθηκαν οι γονείς του
και ξεκίνησαν μια νέα ζωή.



ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΙΔΙΑΤΕΡΟΤΗΤΕΣ
Στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο υπάρχουν παιδιά που έχουν το προνόμιο
να είναι υγιή και αρτιμελή. Όμως υπάρχουν και παιδιά με ειδικές ανάγκες, που έχουν
και αυτά δικαίωμα στη ζωή. Σε ένα τέτοιο παιδί αναφέρεται και η ιστορία μου.
Έχω ένα φίλο, σε κοντινό στο Σουφλί χωριό που αρκετές φορές νιώθει πως οι
γύρω του δεν του δίνουν το δικαίωμα να είναι ίσος μαζί τους. Του στερούν τη χαρά
να έρθει σε επαφή με τα υπόλοιπα παιδιά σε χώρους ψυχαγωγίας και παιδικές χαρές
γιατί δεν υπάρχει τρόπος να πάει εκεί λόγω της αναπηρίας του και έτσι είναι
δύσκολο να γνωρίσει καινούρια παιδιά.
Φυσικά ούτε υπάρχει τρόπος να ασχοληθεί με τον αθλητισμό, γιατί δεν υπάρχουν
ειδικοί δάσκαλοι να τον εκπαιδεύσουν, αλλά και τα γήπεδά μας δεν είναι
προσβάσιμα. Έτσι είναι συνεχώς στεναχωρημένος και απαισιόδοξος.
Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια προσφέρονται κάποιες διευκολύνσεις σ’ αυτά τα
παιδιά, ώστε να μπορούν να πάνε σχολείο, να παρακολουθούν μαθήματα, να
κινούνται στους δρόμους και τα πεζοδρόμια, αλλά και να ενταχθούν μαζί με εμάς
που άλλωστε ποτέ δεν πάψαμε να τα αγαπάμε.
Και εγώ αγαπώ πολύ αυτόν το φίλο μου, τον υποστηρίζω σε ότι κάνει στη ζωή του,
γι’ αυτό και όσο μπορώ θα αγωνίζομαι για τα δικαιώματά του.



Η ΜΥΡΤΩ
Στο διπλανό από το δικό μας σπίτι μένει η οικογένεια της Μυρτώς που είναι
συμμαθήτριά μου. Το σπίτι τους είναι παλιό, άβαφο και σε μερικούς τοίχους οι
σοβάδες είναι έτοιμοι να πέσουν. Η Μυρτώ δεν έρχεται κάθε μέρα στο σχολείο.
Κάποιες μέρες πάλι έρχεται αχτένιστη και τα ρούχα της φαίνονται λερωμένα. Συχνά
έρχεται αδιάβαστη. Δε μιλάει με τα άλλα παιδιά και δεν κάνει εύκολα φιλίες. Όταν
τελειώνει το σχολείο φεύγει γρήγορα και πάει στο σπίτι της.
Μια μέρα η Μυρτώ ήρθε στο σχολείο με έναν επίδεσμο στο χέρι και μια πληγή
στο μάγουλο. Όταν τη ρώτησε ο κύριος τι έπαθε, εκείνη είπε ότι έπεσε από τη σκάλα
του σπιτιού της. Φάνηκε ότι ο δάσκαλος δεν την πίστεψε.
Γυρνώντας από το σχολείο έτρεξα και την πρόλαβα στο δρόμο. Πρόσεξα ότι
ήταν δακρυσμένη και τη ρώτησα γιατί. Τότε η Μυρτώ σταμάτησε και άρχισε να μου
διηγείται την ιστορία της. Ο μπαμπάς της είναι αλκοολικός, χαρτοπαίχτης και έχασε
όλα τα χρήματά του στα χαρτιά. Υπάρχουν μέρες που ο πατέρας της γυρίζει στο σπίτι
μεθυσμένος και δέρνει τη μητέρα της και αυτήν. Δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν
τρόφιμα, ρούχα και να πληρώσουν τους λογαριασμούς και αναγκάζουν τη Μυρτώ
κάθε απόγευμα να πουλάει χαρτομάντιλα στο δρόμο.
Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ και της πρότεινα να γίνουμε φίλες. Αυτή όμως δεν
μου απάντησε και έφυγε γρήγορα για το σπίτι της. Γυρνώντας σπίτι μου και εγώ, το
είπα στη μητέρα μου και αυτή μου εξήγησε ότι η Μυρτώ είναι ένα από τα πολλά
κακοποιημένα παιδιά που υπάρχουν στις μέρες μας.


Ανοίξαμε το διαδίκτυο και
βρήκαμε πολλές ιστοσελίδες που
ασχολούνται με το θέμα των
παιδιών που κακοποιούνται από
τους γονείς τους και προσπαθούν
να τα προστατέψουν.
Η μητέρα μου μου
υποσχέθηκε ότι θα κάνουμε ό,τι
μπορούμε για να βοηθήσουμε τη
Μυρτώ να ζήσει μια καλύτερη
ζωή. Όλα τα παιδιά δικαιούνται
μια ευτυχισμένη ζωή.

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΙΖΕ
Τώρα που πλησιάζει το καλοκαίρι θυμάμαι πώς πέρασα πέρυσι τέτοιο καιρό.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά δυο συγκεκριμένες εβδομάδες, αυτές που πήγα στην
ξαδέρφη μου στην Κέρκυρα.
Την πρώτη ημέρα το απόγευμα η ξαδέρφη μου κι εγώ βγήκαμε έξω στη γειτονιά για
να παίξουμε με τα άλλα παιδιά. Παίζαμε αρκετή ώρα πολύ ωραία, όταν είδα από το
απέναντι σπίτι ένα κορίτσι να ανοίγει την κουρτίνα, να μας κοιτάει με θλίψη και
ξαφνικά ένα χέρι να κλείνει την κουρτίνα βιαστικά. Εγώ δεν έδωσα πολλή σημασία και
συνέχισα να παίζω.
Την επόμενη ημέρα η κουρτίνα άνοιξε και πάλι και το ξανθό κεφάλι του κοριτσιού
ξεπρόβαλε. Μας κοίταζε και τα μάτια της γέμιζαν με δάκρυα. Το ίδιο χέρι πάλι, όπως
και χθες, έκλεισε την κουρτίνα βιαστικά και θυμωμένα. Εγώ ρώτησα την ξαδέρφη μου:
_ Πως το λένε αυτό το κορίτσι και γιατί δεν βγαίνει να παίξει μαζί μας;
_ Τη Μαργαρίτα λες. Αυτή έχει διάβασμα και οι γονείς της δεν την αφήνουν να
παίξει.
Στεναχωρήθηκα και εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα αφού τη σκεφτόμουν συνεχώς.
Έβλεπα μπροστά μου εκείνα τα δυο γλυκά και θλιμμένα μάτια.
Το άλλο πρωί όταν η Μαργαρίτα άνοιξε την κουρτίνα, δεν έχασα την ευκαιρία και
σήκωσα το χέρι μου να τη χαιρετήσω. Και εκείνη δειλά σήκωσε το δικό της και με
χαιρέτισε. Μετά το κατέβασε και φοβισμένη χάθηκε στο δωμάτιό της. Τότε εγώ πήγα

και χτύπησα το κουδούνι του σπιτιού της.
Τα άλλα παιδιά μου λέγανε πως είναι χαμένος κόπος και πως άδικα θα προσπαθήσω.
Εμένα δε με ενδιέφερε. Εμείς στο Σουφλί όταν θέλουμε κάποια φίλη πάμε και τη
φωνάζουμε από το σπίτι. Όταν άνοιξε η πόρτα μια καλοντυμένη κυρία με ρώτησε τι
ήθελα. «Αναρωτιέμαι» της είπα, «αν αφήνετε την Μαργαρίτα να παίξει μαζί μας.»
Εκείνη είπε «όχι» ψυχρά και ετοιμάστηκε να κλείσει την πόρτα. Εγώ είπα βιαστικά:
«μα είναι παιδί». Η κυρία άνοιξε και εγώ συνέχισα: «Είναι παιδί και τώρα έχουμε
καλοκαίρι. Μην την κρατάτε φυλακισμένη».
_ Τον Σεπτέμβριο έχει εξετάσεις και πρέπει να διαβάσει πολύ σκληρά αν θέλει να
πετύχει και να μην είναι μια αποτυχημένη.
_ Όχι δεν θα είναι αποτυχημένη, απλά ίσως να μην έχει πάει τόσο καλά, και όπως το
θέτετε εσείς, θέλετε το παιδί σας να είναι δυστυχισμένο; Αφήστε την μόνο λίγο.
_ Μαργαρίτα, εσύ τι θέλεις; Ρώτησε η μητέρα τη Μαργαρίτα που ήταν κρυμμένη
πίσω από μια πολυθρόνα και είχε παρακολουθήσει όλη τη συζήτηση.
_ Ναι, μητέρα, αν μου το επιτρέπεις και εσύ.
_ Εντάξει, αλλά μόνο μισή ώρα και ούτε λεπτό περισσότερο.
_ Εντάξει μητέρα, σε ευχαριστώ πολύ.
Η Μαργαρίτα δεν το πίστευε πως έπαιζε αντί να διαβάζει. Όταν πέρασε η μισή ώρα,
η πιο γρήγορη μισή ώρα στην ιστορία, πήγε στο σπίτι πολύ χαρούμενη.

Την επόμενη μέρα πήγα πάλι και η
μητέρα της της επέτρεψε να παίξει
μαζί μας, μια ώρα αυτή τη φορά,
αλλά και κάθε μέρα από εδώ και
πέρα ο χρόνος που η Μαργαρίτα
έπαιζε μαζί μας αυξανόταν, αφού
όπως έλεγε η μητέρα της η
Μαργαρίτα διαβάζει καλύτερα τώρα
που χαίρεται το παιχνίδι.
Όταν έφυγα η Μαργαρίτα
στεναχωρήθηκε πολύ, όμως ήταν
χαρούμενη που με γνώρισε και πλέον
μπορεί να παίζει ελεύθερα. Από τότε
μιλάμε συχνά στο τηλέφωνο και ποτέ
δεν την ακούω θλιμμένη. Μια μέρα
Σεπτεμβρίου μου τηλεφώνησε
ιδιαίτερα χαρούμενη. Είχε περάσει
στις εξετάσεις με 100%.


ΕΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι που οι γονείς του δεν το αφήναν να παίζει
με τους φίλους του και να ασχοληθεί με κάτι που το ήθελε ο ίδιος, αντιθέτως τον
έβαζαν να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Αυτό γινόταν για πολύ καιρό ώσπου μια
μέρα πήγε στο σπίτι του ο θείος. Όταν μπήκε ο θείος μέσα στο σπίτι, είδε το παιδάκι
να σφουγγαρίζει και παραξενεύτηκε πολύ. Μόλις το παιδάκι τελείωσε το
σφουγγάρισμα άρχισε να πλένει τα πιάτα. Μετά από λίγο άρχισε να πλένει τα τζάμια.
Όταν τελείωσε και τα τζάμια ρώτησε τους γονείς του αν μπορεί να βγει έξω για να
παίξει με τους φίλους του αυτοί όμως του είπαν να πάει στο δωμάτιο του και να
κάτσει ήσυχα. Όταν ο θείος του παιδιού αποφάσισε να φύγει φώναξε το παιδί να
έρθει, για να τον συνοδεύσει ως το αυτοκίνητο του.
Καθώς περπατούσαν ο θείος του τον ρώτησε για ποιο λόγο καθάριζε αυτός το σπίτι
και όχι οι γονείς του; Αυτός του απάντησε πως δεν ξέρει αλλά δεν τον αφήνουν να
βγει έξω και κάνει όλες τις δουλειές σπιτιού. Ο θείος του είπε να πάει και να πει
στους γονείς πως θα έφευγε μαζί του.
Πήγαν στο «Χαμόγελο του Παιδιού» και εξήγησαν το πρόβλημα τους. Ένας
κοινωνικός λειτουργός πήγε στο σπίτι του παιδιού και έκανε μια συζήτηση με τους
γονείς. Εκείνοι κατάλαβαν τι λάθος έκαναν και ζήτησαν να επανορθώσουν. Από τότε
όλα πήγαν καλά και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
Το 1937 γεννήθηκε ο παππούς μου. Μεγάλωσε σε μία οικογένεια με τα άλλα
έξι αδέρφια του μέσα σε φτωχικό μεν αλλά γεμάτο αγάπη και φροντίδα
περιβάλλον. Ο πατέρας του, όπως και κάθε άλλος πατέρας εκείνη την εποχή, ήταν ο
μόνος που δούλευε για να βγάλει τα προς το ζην και έτσι να καλύψει τις ανάγκες
της πολυμελούς οικογένειάς του. Για αυτό τον λόγο, χρειαζόταν και τα αγόρια
κυρίως της οικογένειας να τον βοηθούν στο κοπάδι. Αυτό φυσικά δεν το έκανε
από έλλειψη αγάπης, αλλά ήταν αναγκασμένος λόγω των τραγικών συνθηκών
εκείνης της εποχής. Τα χρόνια έγιναν πιο δύσκολα όταν στην Ελλάδα ξέσπασαν οι
πόλεμοι και οι εμφύλιες διαμάχες. Ο παππούς μου ήταν ένας επιμελής μαθητής και
αγαπούσε τα γράμματα. Στεναχωριόταν όποτε αργούσε να πάει στο σχολείο επειδή
ξυπνούσε χαράματα για να πάει στο κοπάδι. Αργά το βράδυ διάβαζε, ενώ ήταν
αρκετά κουρασμένος χωρίς την βοήθεια κανενός, γιατί οι γονείς του ήταν
αγράμματοι. Παρόλα αυτά ο παππούς μου αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο
στην Τετάρτη δημοτικού, για να σταθεί στο πλευρό του πατέρα του στο κοπάδι.
Συνεχίζει μέχρι και σήμερα να κάνει αυτή την δουλειά, μετανιωμένος για το
γεγονός ότι δεν μορφώθηκε. Έτσι με συμβουλεύει πάντα να διαβάζω και να δίνω
βάση στα μαθήματά μου προκειμένου να πετύχω στη ζωή μου.



ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ
Πριν 3 χρόνια στην γειτονιά μου είχε μετακομίσει ένα κοριτσάκι, με την
οικογένειά του, που το έλεγαν Κατερίνα. Η Κατερίνα ήταν ένα πολύ καλό και
ευγενικό παιδί κι έτσι γίναμε αμέσως φίλες.
Κάτι όμως που είχα παρατηρήσει στην Κατερίνα και δεν με ενθουσίαζε και
πάρα πολύ ήταν ότι πάντα είχε μελανιές στα πόδια, στα χέρια και γενικά σε όλο της
το σώμα. Όταν την ρωτούσα τι έπαθε, αυτή μου έλεγε ότι έπεσε από τα σκαλιά,
χτύπησε στην ντουλάπα, στο γραφείο της και άλλες τέτοιες δικαιολογίες.
Μια μέρα όμως που πήγα να φωνάξω την Κατερίνα για να παίξουμε την
άκουσα να κλαίει και να λέει στην μαμά της να σταματήσει να την χτυπάει και να
την αφήσει ήσυχη. Τότε γύρισα τρέχοντας στο σπίτι μου και είπα στην μητέρα μου
ό,τι είχα ακούσει. Αφού το συζητήσαμε, αποφασίσαμε να πάρουμε τηλέφωνο σε ένα
κέντρο στήριξης των κακοποιημένων παιδιών. Αυτοί μας είπαν αρχικά να
καλέσουμε την αστυνομία. Η αστυνομία ήρθε γρήγορα και η Κατερίνα παραδέχτηκε
ότι οι γονείς της την χτυπούσανε. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί κάλεσαν μια
κοινωνική λειτουργό. Αυτή ήρθε στο σπίτι της Κατερίνας και την πήρε μαζί της.
Από τότε δεν την έχω ξαναδεί, αλλά ελπίζω να είναι καλά και να περνάει
ωραία.



Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΖΩΗ
Γνώρισα μια φίλη της μαμάς μου που μου διηγήθηκε μια ιστορία για μια
οικογένεια στην Αιθιοπία.
Η οικογένεια αυτή είναι πάρα πολύ φτωχή δεν έχει σπίτι σαν τα δικά μας αλλά
μένουν σε ξύλινη καλύβα που όταν βρέχει το νερό μπαίνει μέσα. Τα παιδιά δεν
έχουν ρούχα να φορέσουν, ούτε παπούτσια, και σχεδόν ούτε φαγητό να φάνε. Το
νερό είναι λιγοστό και έτσι το μαζεύουν όταν βρέχει ή από το πιο κοντινό ποτάμι που
περπατούν για αρκετή ώρα αλλά και αυτό είναι βρόμικο.

Φάρμακα και εμβόλια είναι λιγοστά και οι
αρρώστιες είναι πολλές. Η εκπαίδευση για
τα παιδιά αυτά που μένουν τόσο μακριά
από την πόλη είναι αδύνατη. Δεν μπορούν
να πάνε στο σχολείο με αποτέλεσμα να
μην ξέρουν να γράφουν και να διαβάζουν.
Όλα τα παιδιά του κόσμου είναι ίδια,
έχουν και αυτά δικαίωμα να ζήσουν, να
μεγαλώσουν με υγεία σε ένα σπίτι με τα
απαραίτητα, να μορφωθούνε όσο
μπορούνε, να παίξουνε ξένοιαστα, να
χαρούνε τα παιδικά τους χρόνια, που δεν
ξαναγυρίζουν πίσω.


Η ΣΑΛΩΜΗ
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα παιδάκι που το έλεγαν Σαλώμη. Από μικρή είχε
ορφανέψει γιατί τους γονείς της τους είχαν σκοτώσει στον πόλεμο. Έτσι, η μικρή
ζούσε σε ένα γιαπί και όλη τη μέρα ζητιάνευε. Κάθε βράδυ ονειρευόταν τους γονείς
της που της έλειπαν και πάντα φορούσε ένα φυλαχτό τη μητέρας της αφού αυτό ήταν
το μόνο που της είχε απομείνει από τους γονείς της. Το φυλαχτό είχε επάνω την
Παναγία «για να την φυλάει» όπως έλεγε η μαμά της. Η μικρή Σαλώμη έψαχνε κάθε
μέρα να βρει μια δουλειά για να ζήσει «αξιοπρεπώς». Κάποια μέρα πήγε σε ένα
τσαγκάρη για να δουλέψει. Είχε μάθει πως έψαχνε για κάποιον βοηθό.
-Καλημέρα σας! Είπε.
-Καλημέρα, της απάντησε ο τσαγκάρης σα να ήταν θυμωμένος.
-Έμαθα πως ψάχνετε για κάποιον βοηθό.
-Ναι, ψάχνω για κάποιον.
-Θα μπορούσα να γίνω εγώ ο βοηθός σας;
-Τι δουλειά ξέρεις να κάνεις; Ρώτησε ο τσαγκάρης.
-Ξέρω κάπως να ράβω και να καθαρίζω, τίποτα άλλο του απάντησε.
- Έτσι ε; Τι να σε κάνω τότε; Μμμ… Ωστόσο ίσως σε χρειαστώ για τις παντόφλες
που έχω να κάνω. Ναι, καλά θα σε πάρω αλλά θα κάνεις ό,τι σου λέω, δε θέλω, δε
μπορώ, δεν ξέρω…..!
-Ω! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ είπε.
-Αρχίζεις από αύριο.

Έτσι το παιδάκι πήγε χαρούμενο στο γιαπί του εκείνο το βράδυ μη ξέροντας τι την
περιμένει. Το επόμενο πρωί άρχισε τη δουλειά. Όμως η δουλειά ήταν δύσκολη. Δεν
της έδινε να φάει. Κι όταν αυτή έλεγε:
-Μήπως μπορείτε σας παρακαλώ να μου δώσετε λίγο ψωμί;
Εκείνος της απαντούσε:
-Ποια είσαι εσύ που θα μου ζητήσεις και ψωμί να φας; Πιάσε δουλειά αχάριστο
παιδί! Και πάλι την έδερνε. Το κυριότερο δεν την πλήρωνε. Η Σαλώμη δούλευε
σκληρά για το άπληστο αφεντικό της. Μέχρι που μια μέρα ήρθε στο τσαγκαράδικο
ένας κύριος Λανκόμ:
- Καλημέρα σας κύριε Έντιρ!
- Ω! Καλημέρα σας κύριε Λανκόμ. Τι κάνετε; Είστε καλά;
- Μια χαρά εσείς; Μα τι βλέπω αποκτήσατε νέα βοηθό;
-Βέβαια! Τι θα θέλατε να σας κάνουμε;
-Θα ήθελα να μου φτιάξετε τις σόλες των παπουτσιών να τα διορθώσετε και να μου
τα γυαλίσετε.
-Αμέσως κύριε Λανκόμ. Αχάριστο πλάσμα πιάσε δουλειά ψιθύρισε στη Σαλώμη και
ό,τι και να σε ρωτήσει δεν θα του απαντήσεις. Κατάλαβες;
- Μάλιστα κύριε Έντιρ, του απάντησε εκείνη χαμηλόφωνα και άρχισε να δουλεύει.
Όμως τα παπούτσια ήταν παλιά και δύσκολα τα έραβε. Τα χέρια της είχαν ματώσει
από τη βελόνα. Ο κύριος Λανκόμ πλησίασε το κοριτσάκι και το ρώτησε:
-Πώς σε λένε;

Αμέσως ο κύριος Έντιρ την κοίταξε άγρια. Το κορίτσι δεν είπε το όνομά του αλλά
ούτε και ο κύριος Λανκόμ επανέλαβε την ερώτηση. Κατάλαβε πως ο κύριος Έντιρ
δεν ήθελε οικειότητες.
Όταν η Σαλώμη έφτιαξε τα παπούτσια είπε:
-Ορίστε κύριε Λανκόμ.
-Ευχαριστώ πολύ παιδί μου είπε. Γυρίζοντας προς τον κύριο Έντιρ ρώτησε:
-Τι σας οφείλω;
-30 δραχμές είπε εκείνος.
-Ορίστε τα χρήματα.
-Σας ευχαριστώ.
-Γεια σας κύριε Έντιρ.
-Γεια σας κύριε Λανκόμ.
Όμως ο κύριος Λανκόμ όσο απομακρυνόταν σκέφτονταν πόσο δυστυχισμένη
φαίνονταν η Σαλώμη και πόσο δύσκολα περνούσε στο τσαγκαράδικο. Ο κύριος
Λανκόμ από τότε πήγαινε κάθε μέρα για να δει το παιδί δίνοντας κάθε μέρα άλλα
παπούτσια μαζί με κουλούρια και σοκολάτες για τη Σαλώμη. Δυστυχώς βέβαια ο
κύριος Έντιρ που είχε το βλέμμα του συνεχώς πάνω στη Σαλώμη μόλις έφευγε ο
κύριος Λανκόμ έπαιρνε τα κουλούρια και τις σοκολάτες λέγοντας:
-Αυτά δεν είναι για σένα τεμπέλα, πρέπει να δουλεύεις και το βράδι για να τα αξίζεις.

Έτσι η ζωή της Σαλώμης συνέχισε να είναι μαρτυρική παρά τις προσπάθειες του
κυρίου Λανκόμ για να τη βοηθήσει. Γι’ αυτό κάθε μέρα μαράζωνε όλο και
περισσότερο. Ο κύριος Λανκόμ αν και δε μιλούσε έβλεπε τα δακρυσμένα μάτια της,
μέχρι που μια μέρα αφού το συζήτησε με τη γυναίκα του αποφάσισαν να την
υιοθετήσουν. Πήγε λοιπόν πάλι στο τσαγκαράδικο και φώναξε τον κύριο Έντιρ:
-Κύριε Έντιρ είπε: Μπορώ να σας πω κάτι;
-Βεβαίως κύριε Λανκόμ. Τι θέλετε;
-Θα ήθελα να υιοθετήσω το κοριτσάκι.
-Ποια, τη Σαλώμη; Γιατί;
-Γιατί εγώ και η γυναίκα μου θέλουμε εδώ και χρόνια ένα παιδί αλλά δε μπορούμε να
αποκτήσουμε.
-Μάλιστα κύριε Λανκόμ αλλά η Σαλώμη είναι πολύτιμη για εμένα. Πόσα θα μου
δώσετε για να με αποζημιώσετε;
-Όσα θέλετε, μέχρι και 5.000 δραχμές δίνω για τη Σαλώμη.
-Μόνο τόσα λίγα αξίζει η Σαλώμη;
-Όχι δεν είπα κάτι τέτοιο, απλά το θεώρησα μεγάλο ποσό.
-Θα έλεγα να τα κάνουμε 10.000 δραχμές γιατί την εκπαίδευσα και μπορεί να σας
φανεί χρήσιμη σε πολλά.
-Καλά, κατάλαβα, εντάξει θα σας φέρω αύριο 10.000 δραχμές και θα πάρω τη
Σαλώμη. Συμφωνείς;
-Ναι συμφωνώ. Αύριο ναι;
-Βέβαια, αύριο το πρωί.

Έτσι την επόμενη μέρα ήρθε ο κύριος Λανκόμ με τα χρήματα και ο κύριος Έντιρ,
αφού πήρε τα χρήματα φώναξε τη Σαλώμη.
-Σαλώμη έλα εδώ παιδί μου. Έχει κάτι να σου πει ο κύριος Λανκόμ.
-Μάλιστα κύριε Έντιρ. Πηγαίνοντας προς τον κύριο Λανκόμ είπε:
- Κύριε Λανκόμ, τι θέλετε να μου πείτε;
-Θα ήθελα παιδί μου να σε υιοθετήσω. Θα ήθελες να γίνω ο πατέρας σου;
-Βέβαια κύριε Λανκόμ!
-Όχι πλέον κύριε Λανκόμ! Μπαμπά θα με λες.

Έτσι ο κύριος Λανκόμ πήρε τη
Σαλώμη στο σπίτι του. Μόλις άνοιξαν
την πόρτα η γυναίκα του τους
καλωσόρισε με χαρά. Το παιδάκι
έμεινε έκπληκτο που είδε πως είχε….
ένα ολόκληρο δωμάτιο δικό του.
Πρώτη φορά η Σαλώμη έφαγε σε
τραπέζι μαζί με τους καινούργιους της
γονείς και μπορούσε να πηγαίνει στο
σχολείο. Έτσι η Σαλώμη έζησε
ευτυχισμένη μα ποτέ δεν ξέχασε τις
άθλιες μέρες που περνούσε στο
τσαγκαράδικο του κυρίου Έντιρ!!!

ΕΙΡΗΝΗ, Η ΖΩΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑΣ
Η Ειρήνη βλέποντας τις φωτιές να έχουν περικυκλώσει το χωριό της έφυγε
τρέχοντας να σωθεί. Ήταν πεινασμένη, κανένας δεν ενδιαφερόταν γι' αυτό το
μικρό κορίτσι. Έχοντας φύγει λοιπόν από τον τόπο της ήταν χαμένη μέσα στο
δάσος. Εκεί που περπατούσε είδε ένα μικρό χωριό και δύο ανθρώπους να
κάθονται σε ένα παγκάκι. Εκείνοι της είπαν θυμωμένοι ότι δεν θα έπρεπε να ήταν
εδώ και κάλεσαν την αστυνομία για να την συλλάβουν. 'Έτσι η Ειρήνη τρέχοντας
τρομαγμένη χάθηκε στο δάσος. Για καλή της τύχη ξεγέλασε την πείνα της με
καρπούς δέντρων που βρήκε. Η ταλαιπωρία της ήταν ζωγραφισμένη πολύ έντονη
στο πρόσωπό της και αποφάσισε να ξεκουραστεί αγκαλιάζοντας τον κορμό ενός
δέντρου νιώθοντας την ανάγκη για ζεστασιά.
Την επόμενη μέρα ξεκίνησε πάλι το ταξίδι της αναζήτησης για στέγη και
τροφή. Βρέθηκε σε ένα χωριό που στην αρχή την δέχτηκαν με χαρά. Η μικρή
Ειρήνη με παγωμένο βλέμμα τους ζήτησε τροφή, οι χωριανοί όμως μόλις
κατάλαβαν ότι η προφορά της μικρής ήταν διαφορετική από την δική τους την
έδιωξαν από το χωριό.

Έχοντας πάντα στο μυαλό της τους γονείς της, που έχασε στη φωτιά, τα δάκρυά
της δεν σταματούσαν να τρέχουν από τα πράσινά της μάτια. Το επόμενο χωριό που
βρήκε την εντυπωσίασε γιατί ήταν πλούσιο. Μεγάλες κατοικίες εμφανίζονταν
μπροστά της και οι άνθρωποι ήταν όλοι καλοντυμένοι. Ήταν τόσο πλούσιοι μέχρι
και τον σκύλο τους τον τάιζαν με το ίδιο το φαγητό. Βρέθηκε μπροστά σε δυο κυρίες
που μιλούσαν μεταξύ τους, όλο ευγένεια άπλωσε το μικρό της χεράκι και ζήτησε
λίγο φαί. Οι καλοντυμένες όμως κυρίες το κοίταξαν με περιέργεια και του είπαν για
να του δώσουν τροφή θα έπρεπε να δουλέψει στο σπίτι τους ως υπηρέτρια. Το
κοριτσάκι δέχτηκε. Λίγες μέρες αργότερα και μετά από πολλή εκμετάλλευση και
άσχημη συμπεριφορά, ένα βράδυ έφυγε κρυφά. Σκεφτόταν συνέχεια πως σε ένα
τόσο πλούσιο χωριό να υπάρχουν τόσο άκαρδοι άνθρωποι.
Αφού την βρήκε και πάλι το ξημέρωμα στο δρόμο βρέθηκε μπροστά στο πιο
παράξενο θέαμα. Κάποιος κύριος με μυστήρια ρούχα σαν κλόουν την φώναξε πάνω
από ένα δέντρο! Είχε φτιάξει εκεί το σπίτι του με την δικαιολογία να είναι
απομακρυσμένος από τους μυστήριους ανθρώπους. Έτσι καθισμένος στο παράθυρο
και τρώγοντας μία μεγάλη φέτα ψωμί την καλωσόρισε και την κάλεσε στο σπίτι του
για να την φροντίσει. Ο παράξενος όμως οικοδεσπότης έμενε εκεί με την οικογένειά
του και τα δυο παιδιά του. Ή μικρή Ειρήνη βέβαια εγκαταστάθηκε μόνιμα στο
σπιτικό αφού ο κύριος Σοφός, έτσι λεγόταν, της ζήτησε να μείνει μαζί τους και να
την προσέχει όπως τα παιδιά του.
You've previewed 27 of 42 pages.
To read more:
Click Sign Up (Free)- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(11)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
- DOWNLOAD
- LIKE (11)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
LIKE(11)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!