Ο "Ξεριζωμός" είναι ένα παραμύθι που δημιουργήθηκε από τους μαθητές της Γ1' τάξης του 1ου Δημοτικού Σχολείου Σουφλίου, το σχολικό έτος 2017-2018

Κάποτε στα χρόνια του πολέμου ήταν μια οικογένεια με ένα παιδί. Ένα πρωί που ο μικρός Μπίλι πήγε στο σχολείο οι πόρτες ήταν κλειδωμένες επειδή είχε αρχίσει πόλεμος και όλες οι δουλειές είχαν σταματήσει. Τότε έτρεξε προς το σπίτι του. Όταν μπήκε μέσα βρήκε τη μητέρα του να κλαίει και τη ρώτησε:
_ Γιατί κλαις μαμά;
_ Ο πατέρας σου πήγε στον πόλεμο και ποιος ξέρει που είναι τώρα. Φοβάμαι μήπως δε γυρίσει, απάντησε η μητέρα του.
Τα λόγια αυτά έκαναν και τον Μπίλι να κλαίει.





Την άλλη μέρα πήγε να πάρει τρόφιμα και νερό. Όλος ο κόσμος έκανε ουρές για τα βασικά είδη διατροφής. Παντού ακούγοντας φασαρία και κρότοι. Φοβόταν αλλά έπρεπε να πάρει το φαγητό. Όταν γύρισε στο σπίτι του το βρήκε διαλυμένο και η μητέρα του πουθενά. Άρχισε να την ψάχνει μέσα στα χαλάσματα, να σκάβει με τα χέρια του, να πετάει τις πέτρες στην άκρη, αλλά τίποτα. Δυστυχώς δεν την βρήκε. Κατάλαβε ότι από τη μία μέρα στην άλλη δεν είχε πλέον σπίτι και το κυριότερο δεν είχε οικογένεια. Έτσι αποφάσισε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Ξεκίνησε να πάει σε άλλη χώρα.


Στο δρόμο συνάντησε πολλούς στρατιώτες και κάθε φορά τους ρωτούσε :
_ Ξέρετε κάτι για τον πατέρα μου; Μήπως έχετε ακούσει αυτό το όνομα;
_ Τον είδαμε την πρώτη ημέρα που συγκεντρωθήκαμε στο στρατόπεδο. Ξέρουμε μόνο ότι πήγε στον πόλεμο, του απάντησαν κάποιοι στρατιώτες.





















Λυπημένος συνέχισε το ταξίδι του. Περπατούσε, περπατούσε για πολλές μέρες, κουραζόταν όλο και περισσότερο ώσπου έφτασε σε μια χώρα που δεν ήξερε. Από την κούραση ξάπλωσε σε ένα παγκάκι σε πάρκο και αποκοιμήθηκε. Την άλλη μέρα μόλις ξύπνησε είδε στο παγκάκι του πολλά φαγητά, μπουκάλια με νερό και ρούχα. Έβγαλε τα ρούχα που φορούσε αφού έγιναν κουρέλια από την ταλαιπωρία και φόρεσε τα καινούρια ρούχα. Με θάρρος αποφάσισε να ψάξει να βρει δουλειά.




Ξαφνικά άκουσε φωνές που του έμοιαζαν με αυτές των εχθρών στην πατρίδα του. Μιλούσαν κάτι ακαταλαβίστικα, έβγαλαν όπλα και άρχισαν τα πυροβολούν αδιάκριτα. Ο κόσμος έτρεχε να σωθεί πανικόβλητος, αλλά μια κοπέλα σε ένα φούρνο δεν είχε που να πάει. Τρέχει ο Μπίλι μέσα στο μαγαζί, τραβά την κοπέλα από το χέρι και την ρίχνει πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού κρατώντας την εκεί μέχρι να σταματήσει το επεισόδιο. Ο τρομοκράτες αντιμετωπίστηκαν από την αστυνομία και η κοπέλα τελικά σώθηκε.
Ο πατέρας της κοπέλας που άκουσε στις ειδήσεις για το συμβάν έτρεξε έντρομος να δει τι γίνεται με την κόρη του. Πόσο χάρηκε όταν είδε πως είναι καλά.
_ Μπαμπά με έσωσε αυτό το παιδί, ο Μπίλι. Αυτός με τράβηξε και με προστάτεψε όταν κατάλαβε τι γίνεται.
_ Σ’ ευχαριστώ παιδί μου. Πως μπορώ να σε βοηθήσω και εγώ; Μήπως θες δουλειά στο φούρνο;
Ο Μπίλι ήθελε δουλειά, είχε πολλή όρεξη και σκόπευε να μαζέψει χρήματα για να νοικιάσει ένα σπίτι να μένει. Όμως όταν πήγε να γίνει η πρόσληψη στο μαγαζί υπήρχαν προβλήματα αφού ήταν παράνομος στη χώρα, χωρίς ταυτότητα.
Έτσι ο πατέρας αποφάσισε να πάνε μαζί στο δημαρχείο για να βγάλει χαρτιά και στην αστυνομία για ταυτότητα. Εκεί όταν ο αστυνόμος ρώτησε το όνομα που θέλουν να έχει η ταυτότητα ο πατέρας πρότεινε το «Σωτήρης» γιατί ήθελε πάντα να θυμάται ότι είναι ο σωτήρας της κόρης του. Το όνομα αυτό άρεσε και στο Μπίλι. Σωτήρης πλέον και με ταυτότητα.
Ο Σωτήρης λοιπόν άρχισε να δουλεύει καθημερινά στον φούρνο. Εκεί γνώρισε καλύτερα την Εύα, το κορίτσι που έσωσε, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Αφού έζησαν ευτυχισμένοι και ο Σωτήρης δέχτηκε πολλή αγάπη από την οικογένεια της Εύας, μετά από κάποια χρόνια έκαναν δυο παιδιά. Το ένα από αυτά ήταν αγόρι και το ονόμασαν Δημήτρη, όπως έλεγαν τον πατέρα του Σωτήρη και το άλλο κορίτσι και το ονόμασαν Ντανιέλα όπως τη μητέρα του. Έτσι θα θυμόταν για πάντα τους πολυαγαπημένους του γονείς.
Τα παιδιά μεγάλωσαν και πήγαιναν στο σχολείο. Επειδή ήθελαν να μάθουν και τη γλώσσα της πατρίδας του Σωτήρη τα απογεύματα πήγαιναν σε ένα πολιτιστικό κέντρο στην πόλη. Όταν τελείωναν τα μαθήματα τους έπαιρνε πάντα η μητέρα τους, η Εύα, γιατί ο Σωτήρης δούλευε στο φούρνο.
Μια μέρα που ο Σωτήρης είχε ρεπό, τον παρακάλεσαν τα παιδιά του να τους πάρει αυτός από το πολιτιστικό κέντρο για να δει την τάξη τους και να γνωρίσει τον δάσκαλό τους.
_ Είναι πολύ καλός άνθρωπος του είπαν. Είναι από τη χώρα σου, έχει χάσει και ψάχνει το παιδί του.
Όσο γινόταν το μάθημα και άκουγε τη μητρική του γλώσσα, θυμόταν τα παιδικά του χρόνια που πήγαινε στο αγαπημένο του σχολείο, τα παιχνίδια με τους συμμαθητές του, μέχρι που ο πόλεμος διέκοψε την παιδική του ηλικία και όλα καταστράφηκαν. Έχασε τους φίλους του και από τότε δεν ξανάδε κανέναν από αυτούς. Όμως η φωνή του δασκάλου κάπως γνωστή φαίνεται. Η αγωνία του Σωτήρη είναι πολύ μεγάλη. Ώσπου το τέλος του μαθήματος έφτασε τελικά.
Βγαίνουν τα παιδιά του και από πίσω ο δάσκαλος. Και όμως είναι αλήθεια! Ο δάσκαλος είναι ο πατέρας του Σωτήρη!
_ Πατέρα! Εσύ είσαι. Πόσο μου έλειψες.
_Μπίλι μου είσαι γερός! Δόξα το θεό. Σε ψάχνω τόσα χρόνια. Μάθαμε πως έφυγες για Ελλάδα και ήρθαμε να σε ψάξουμε. Όμως μας ήταν δύσκολο. Κανείς δεν ήξερε για τον Μπίλι. Όταν γνώρισα τα παιδιά σου και εγγόνια μου και τα ονόματα ταίριαζαν με τα δικά μας είχα μια κρυφή ελπίδα. Αλλά το όνομα του πατέρα τους δεν ταίριαζε ...
_Ναι πατέρα γιατί στα χαρτιά το όνομά μου είναι Σωτήρης. Είναι μεγάλη ιστορία και θα σου την πω. Όμως... είπες ήρθαμε. Ποιοι ήρθατε;

_Εγώ με τη μητέρα σου φυσικά.
_Ζει και η μητέρα; Μα εγώ είδα το σπίτι κατεστραμμένο από βόμβα.
_Ναι καταστράφηκε και η μητέρα σου ήταν για πολύ καιρό τραυματισμένη στο νοσοκομείο. Έγινε όμως καλά. Το μαράζι της ήταν που χάσαμε εσένα.
_Μπαμπά, έχουμε και άλλο παππού και άλλη γιαγιά; Δεν χάθηκαν στον πόλεμο όπως μας είπες;
_Όχι παιδιά μου δεν χάθηκαν. Έχετε και άλλους παππούδες. Πάμε τώρα να πάρουμε τη μαμά και να συναντήσουμε και τη γιαγιά. Πολλά έχουμε να διηγηθούμε. Να μαζευτούμε όλη η οικογένεια. Να δεις πατέρα πόσο καλά μου φέρθηκαν, πόσο πολύ με αγάπησαν.
Η αγκαλιές και των δύο δεν έλεγαν να ανοίξουν για να πάνε παραπέρα. Λες και ήθελαν να αναπληρώσουν το χαμένο χρόνο.
Και έζησαν αυτοί καλά ...
Ο Μπίλι ήταν ένα παιδί που έχασε τα πάντα στον πόλεμο, αλλά η μοίρα του φέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Πόσα όμως παιδιά δεν έχουν την τύχη του Μπίλι;
Μακάρι να σταματήσουν οι πόλεμοι και κανείς άνθρωπος να μη ζει σε τέτοιες καταστάσεις.
Οι μαθητές του Γ1΄ :
Γαμάγα Αθανασία Γκούντλης Ευάγγελος
Ιμπραΐμογλου Καφάζ Ιρέμ Καμέρ Γιουνούς
Καραγιάννη Ιωάννα Κεσόγλου Παναγιώτης
Κοσόγλου Γεωργία Κουτσούλα Ηλιάνα
Κουτσούλα Δήμητρα Μούτλια Αθανασία
Μηδιλάρης Παναγιώτης Μπίμπασης Γεώργιος
Μπλίτσα Ελίνα Ντούμπα Λαμπριάνα
Δάσκαλος : Ζηκίδης Ευάγγελος


- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
BUY THIS BOOK
(from $4.19+) -
BUY THIS BOOK
(from $4.19+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!