Το βιβλίο αυτό, αποτελεί μια προσωπική προσπάθεια συλλογής κεφαλονίτικων παραμυθιών από προφορικές αφηγήσεις.
Αφιερώνεται στους γονείς μου, με αγάπη και ευγνωμοσύνη...
Μίνα Παπαδάτου- Νηπιαγωγός

Συλλογή κεφαλονίτικων παραδοσιακων παραμυθιών:
1) Το πιο γλυκό ψωμί
2) Σαν το αλάτι
3) Ο γέρος, η γριά και η συκιά
4) Η δρακοντοσπηλιά
5) Ο Πιέρος Πιερούτσος (ή Τζωρτζουλής)
...
"Κάτσε γιε μου να σου πω,
παραμύθι μυθιακό"
Κόκκινη κλωνά δεμένη,
στ' ανεμούρι τυλιγμένη,
δώσε τση κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν' αρχινίσει
Το πιο γλυκό ψωμί
Μια φορά κι έναν καιρό εζούσε ένας βασιλιάς πολύ πλούσιος. Ξαφνικά έπαθε μια ανορεξιά για όλα τα φαγιά. Ήρτανε του κόσμου οι γιατροί μα τίποτις δεν εκάμανε. Κι εκειός δεν ήθελε να φάει και ήτανε μεσα στη φαωμάρα.
Μία των ημερών, επαρουσιάστηκε μπροστά του ένας γέρος, φτωχός και διακονιάρης. Τονέ ρώτησε άμα κουράζεται, αν έχει σκοτούρες, αν έχει κάτι που δεν μπόριε να έβρει....Ο βασιλίας απάντησε ΄σε όλα οχι.
Τότε έβγαλε τη γνώμη ο γέρος, ότι ο βασιλιάς δεν έιχε τίποτα σοβαρό, για όλα έφταιγε το ψωμί που του σερβίριζαν. Αμέσως, ο βασιλιάς εδιάταξε να του σερβίρουν το πιο γλυκό ψωμί. Στρατιές όλοκληρες φουρναραίων επήαιναν στο παλάτι, αλλά τίποτα δεν άρεσε στον βασιλιά...Νευριασμένος, απειλούσε και εφώναζε.
Ο γέρος τ΄ότενες του πρότεινε να τον ακολουθήσει για τρεις μέρες και του υποσχέθηκε ότι μαζί θα έβρισκαν το πιο γλυκό ψωμί. Ο βασιλιάς δέχθηκε, εντύθηκε φτωχικά, εποδέθηκε παλιοπάπουτσα και εκινήσανε σε ένανε σπαρμένο κάμπο. Επήανε στην καλύβα που καθότανε ο γέρος, επήρανε ένα δρεπάνι και ολημερίς στο λιοπύρι θερίζανε. Το βράδυ επέσανε νηστικοί και ξέπνοοι. Την άλλη μέρα, σηκωθήκανε και ολημερίς αλωνίζανε. Το βράδυ, ήπιανε μια στάλα νερό από την στέρνα και κοιμήθηκαν. Την τρίτη μέρα, σηκωθήκανε και επήανε να αλέσουνε. Φορτώθηκε ο βασιλιάς τα σακιά και ανέβηκε το βουνό και τα επήε στο μύλο. Εγυρίσανε στον κάμπο μεσημέρι και επιάσανε να ζυμώνουνε το αλέυρι και το κάμανε ζυμάρι. Εκόψανε ξύλα από το λογγό και το κοντόβραδο ανάψανε φωτιά. Εβάλανε τα καρβελάκια και επεριμένανε να ψηθούνε. Εμοσχοβολάγανε όταν τα ξεφουρνίσανε και ο βασιλιάς σα λιμασμένος έπεσε πάνω τους. Από την καρδιά του εφώναξε ότι ετούτο ήτανε το πιο γλυκό ψωμί.

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα κάστρο της Κεφαλονιάς εζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις θυγατέρες του. Μια μερα τσι εκάλεσε μπροστά του και τσι ερώτησε πόσο τον αγαπάνε. Η πρ΄ωτη απάντησε, σαν τα διαμάντια. Η δεύτερη, σαν το χρυσάφι και η τρίτη θυγατέρα απάντησε, σαν το αλάτι.
Ποιος είδε το βασιλιά και δεν τον εφοβ΄ήθηκε. Άναψε και κόρωσε και έδιωξε την κοπέλα από το κάστρο. Εκείνη, περιπλανήθηκε στο δάσος τρία μερόνυχτα, ώσπου τηνε βρήκε ένα πριγκηπόπουλο με τσου υπηρέτες του. Η βασιλοπούλα του είπε την ιστορία της και ε΄κείνος την επήρε στο παλάτι του και της ζήτησε να παντρευτούν. Η βασιλοπούλα δέχθηκε και ζήτησε να καλέσουν και τον πατέρα της στο γάμο, αλλά να μην του πουν ποια είναι η νύφη.
Σαν το αλάτι
Πράγματι, τη μέρα του γάμου ήρτε ο βασιλιάς. Την ώρα του τραπεζιού , η βασιλοπούλα είχε ζητήσει από τους υπηρέτες να σερβίρουν στον πατέρα της ανάλατα φαγητά. Εδοκίμαζε ο βασιλιάς, αηδίαζε, μα εβαστιότουνε μη κακοκαρδίσει τσου νεόνυφους. Πριν φύγει όμως, την ώρα τση χαιρετο΄ύρας, δεν εκρατήθηκε και τσου είπε "ολά σας ωραία, αλλά εκειά τα φαγιά σας δεν ετρωγόντουνε, έτσι ανάλατα που ήτανε".
Τότενες, εγίνανε τα αποκαλυπτήρια και η βασιλοπούλα επέταξε το πέπλο της και του φανερώθηκε ..."πατέρα μου, είμαι η τρίτη σου θυγατέρα που την έδιωξες...είδες πόσο σημαντικό είναι το αλάτι στη ζωή μας;". Και ο βασιλιάς μετανοιωμένος, αγκάλιασε την κόρη του μετανοιωμένος.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμεις καλύτερα.

Ο γέρος, η γριά και η συκιά
Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ενα χωριό τση Κεφαλονιάς, εζούσε ένας γέρος και μια γριά. Παιδιά δεν είχανε, παρά μόνο ένα σπιτάκι και μια συκιά στον κήπο. Από το πρωί που εξυπνάγανε , αρκίναε η φάουσα "εριξες ψίχουλα", "εγιόμισες τον κόσμο λάσπες", "το ποκάμισ΄΄ο μου είναι ασιδέρωτο"....
Δεν επήαινε άλλο, μια μέρα αποφασίσανε να χωριστούνε. Έτσι, ο γέρος επήε στη συκιά και η γριά έμεινε στο σπίτι. Έκείνη η συκία, έβγανε κάτι σύκα, βούσκα, ζουμερά, σιροπιαστά, λαχταριστά.Ο γέρος επαίρναε θεσπέσια. Είχε στρώσει και μπόλικα φύλλα για στρώμα και απολάμβανε το ήλιο και τ' αστέρια. Η γριά εκαθότουνε στο παράυθρο κι εκοίταε...Μια μέρα, δεν εβαστήχτηκε, εβγήκε στο κατώφλι και και φώναξε του γέρου να τση δώσει ένα σύκο, αλλά μώνε, όσο και να ζητούσε ο γέρος δε τση έδινε....
Σιγά σιγά, επέρασε το καλοκαίρι και ήρτε το φθινόπωρο. Τα φύλλα λιγοστέψανε και ο γέρος δεν μπορούσε να στ΄ρώσει μαλακό στ΄ρωμα, έβρεχε, εφύσαε, έκανε κρύο, ούτε σύκα υπήρχανε πια. Ο γέρος επείναε και τουρτούριζε. Μια μέρα, εχτύπησε τση γριάς
-Είμαι ο γέρος σου, άσε με να έμπω έδεκει στην καρεκλούλα να στεγνώσω
-α γέρο, τα σύκα σου με κάψανε, απαντούσε η γρια, αλλά μετά από λίγο τον άφησε.
Μετά από λίγο...
-γριά να έρτω κοντ΄ά στη σομπούλα να ζεσταθεί το κούκαλό μου; ρώτησε ο γέρος.
-α γέρο τα σύκα σου με κάψανε, είπε η γριά αλλά μετά από λίγο τον άφησε.
Ύστερα, η γριά έβαλε να φάει λίγη σούπα.
-Γριά, ένα μπουκούνι σουπ΄ούλα που πεινάω...
-α γέρο τα σύκα σου με κάψανε, έλεγε η γριά, αλλά μετά από λίγο του έδωσε.
Ύστερα από λίγο, η γριά έστρωσε να πέσει στο ζεστό κρεββάτι της...
-Γριά να πέσω κι ε΄γω στην ακρούλα να ισιώσει το κουκαλόπλα΄το μου...
-α γέρο τα σύκα σου με κάψανε, έλεγε η γριά, αλλά τον άφησε.
Κ με τα πολλά, αποφάσισαν να φιλιώσουν και να μην ξανατσακωθούν. Κι εζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $3.19+) -
BUY THIS BOOK
(from $3.19+) - DOWNLOAD
- LIKE (1)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE(1)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!