Με αγάπη για τους μαθητές και τις μαθήτριές μου.

Όλη τη νύχτα στριφογύριζα στο στρώμα. Ύπνος δεν μου κολλούσε. Δεξιά και αριστερά τα αδέλφια μου κοιμόταν του καλού καιρού. Μα πώς ήταν δυνατόν;
Δεν είχαν αγωνία; Ανησυχία; Φόβο;
Βέβαια δε είχαν. Τι σκέφτομαι; Δεν ήταν η πρώτη μέρα στο σχολείο γι΄ αυτούς. Ο Γιώργης, ο μεγάλος, ήταν τελειόφοιτος, θα πήγαινε στην τετάρτη δημοτικού και ο Σήφης στη δευτέρα.
Όλη τη μέρα τριγύριζαν χαρούμενοι. Αύριο θα ξεκινούσε το σχολείο. Τέρμα οι δουλειές στα χωράφια και τα ζώα, τουλάχιστον για κάποιες ώρες.
Ξύπνησα!!! Μα πότε κοιμήθηκα; Δεν θυμάμαι. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι το ροχαλητό του Γιώργη. Σηκώνομαι, πάω να νιφτώ και καλημερίζω τους γονείς μου.
Ο πατέρας μου χαμογελάει πίσω από τη μουστάκα του. Δεν θυμάμαι να τον έχω δει ποτέ να χαμογελάει.
Η μάνα μου λέει να βάλω το γιορτινό πουκαμισάκι. Τώρα αρχίζω να ανησυχώ πραγματικά. Η μητέρα δεν μας αφήνει να φοράμε τα καλά μας, παρά μοναχά στην εκκλησία και σίγουρα δεν είναι Κυριακή.
Βγαίνουμε στην αυλή. Τα αδέλφια μου έχουν γίνει καπνός. Η μάνα με σταυρώνει με το βασιλικό και μου βάζει το σταυρουλάκι μου. Σκύβει και με φιλά.
Ο πατέρας παράμερα φωνάζει. Πρέπει να φύγουμε.
Βγαίνουμε απ΄ την αυλή μας, περνάμε το μεγάλο πλάτανο στην πλατεία, όταν νιώθω το χέρι του πατέρα πάνω στο δικό μου. Τι συμβαίνει; Πού πάω; Ανατριχίλα διαπερνά το κορμί μου. Ο πατέρας το νιώθει και τραβά το χέρι του.
Κοντεύουμε ήδη στο σχολείο...
Πόσο μεγάλο χτίρι. Είναι πάντα έτσι; Ξαφνικά ορθώνεται μπροστά μου τεράστιο.
Έχει....
Η ιστορία της Ειρήνης
Έχει δύο ορόφους. Είναι τεράστιο. Πού να είναι η τάξη μου; Πού πρέπει να σταθώ; Πού να πάω; Όλοι μου φαίνονται μεγάλοι.
Μάνα; Πού είσαι; Αγγίζω το μικρό μου σταυρουλάκι και παίρνω θάρρος. Ευτυχώς μου το έδωσε η μάνα. Μυρίζομαι το βασιλικό και προχωρώ.
Κάποιος με σπρώχνει. Πού πας μικρέ; αγιασμό
Βγαίνω έξω και βλέπω ξανά το κτίριο. Δύο όροφοι μεγάλοι. Τεράστια παράθυρα που βλέπουν όλα στη μεγάλη αυλή.
Μπαίνω μέσα με προσοχή . Να μη με δεις κανείς. Οι αίθουσες είναι πολύ μεγάλες. Τα θρανία ξύλινα, πράσινα με μεγάλους πάγκους. Σίγουρα θα κάθονται πέντε-έξι παιδιά. Μπορεί και δέκα. Σκέφτομαι ότι μπορώ να κρυφτώ ανάμεσά τους.
Βγαίνω έξω βιαστικά. Στο κέντρο της αυλής ο γεροπλάτανος. Σκέφτηκα ότι θα τον είδαν ο πατέρας, ο παππούς, ο προπάππος μου...
Συγκεντρωθήκαμε όλοι γύρω από το γέρο πλάτανο και περιμέναμε τον παπά-Μιχάλη για να κάνει τον αγιασμό.....
Έφτασε. Το ράσο του ήταν σκονισμένο. Λες να ήρθε απ΄ το χωράφι ; Ωραία , θα κάνει τον αγιασμό και θα φύγει γρήγορα. Θα γλυτώσουμε το κήρυγμα. Τι μας περιμένει άραγε;
Ένας ηλικιωμένος κύριος στέκεται στο πλατύσκαλο και χτυπά μια βαριά κουδούνα. Έφτασε η ώρα.
Τρέχω παίρνω τη σειρά μου μαζί με τα άλλα πρωτάκια...
Το πρώτο που είδαμε μόλις άνοιξε η πόρτα ήταν η βέργα που κρατούσε.....
Η ιστορία του Θάνου από το Α3 για το μικρό Νίκο
Τα μάτια μου άνοιξαν αργά. Ήμουν ακόμη μισοκοιμισμένος. Ένιωθα την ζεστή κουβέρτα να με σφιχταγκαλιάζει. Γύρισα από την άλλη και προσπάθησα να αποκοιμηθώ. Μάταια όμως. Το στομάχι μου ήταν δεμένο κόμπους. Το μυαλό μου πήγαινε συνεχώς στην μεγάλη μέρα που με περίμενε. Είχα γίνει μεγάλος άνδρας πλέον, θα πήγαινα για πρώτη φορά σχολείο.
Μέσα σε λίγη ώρα, οι πρώτες ακτίνες του ηλίου είχαν τρυπώσει στο ταπεινό σπιτάκι όπου ζούσε ο νεαρός Νίκος. Ακούστηκε απ’ έξω ο κόκορας.’’ Ο μικρός αφουγκράζονταν τα ροχαλίσματα των δύο αδερφών που κοιμόταν μαζί του στο ίδιο δωμάτιο. Σηκώθηκε αργά ώστε να μην τους ξυπνήσει και πήγε να ντυθεί. Σε λίγο ξύπνησαν και οι γονείς του.
-Καλημέρα Νικόλα!
-Καλημέρα Μανούλα...
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE(2)
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $4.59+) -
BUY THIS BOOK
(from $4.59+) - DOWNLOAD
- LIKE (2)
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- REMIX
- Report
-
BUY
-
LIKE(2)
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!