ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΩΝ
Υπεύθυνες καθηγήτριες:
Γιάγκου Σταυρούλα - Ιγγλέση Ευαγγελία - Ραφτούδη Δήμητρα


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Για έβδομη συνεχή χρονιά οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ τάξης του 3ου Γυμνασίου Θέρμης και στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας συνεχίζουν να ασκούνται στη δημιουργική γραφή. Τα παιδιά έτσι αναπτύσσουν τη σκέψη, τη γλώσσα, τη φαντασία και την δημιουργικότητά τους.
Γενικά στόχος μας είναι να ωθήσουμε τα παιδιά στη δημιουργική γραφή και να κατανοήσουν ότι αυτή είναι που δίνει μορφή στις ιδέες και τα συναισθήματά τους και τις εξωτερικεύει!
Φέτος οι μαθητές και οι μαθήτριές μας στη διάρκεια των μαθημάτων διδάχτηκαν Δημοτική Ποίηση και συγκεκριμένα το τραγούδι: "Του γεφυριού της Άρτας". Τα παιδιά εντρύφησαν στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Δημοτικής Ποίησης και αντιλήφθηκαν ότι αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας μας. Ζητήσαμε από τους μαθητές μας να γράψουν παραλλαγές του "Γιοφυριού της Άρτας" ή τις δικές τους παραλογές. Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε όλους!
Υπεύθυνες καθηγήτριες της παραπάνω δράσης είναι οι φιλόλογοι:
Γιάγκου Σταυρούλα, Ιγγλέση Ευαγγελία & Ραφτούδη Δήμητρα.
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - Α΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
(ατομική ή ομαδική)
*Δημιουργήστε παραλλαγή της παραλογής:
" Του γιοφυριού της Άρτας" που έχετε διδαχθεί
* Δημιουργήστε μια δική σας παραλογή
* Οπτικοποιήστε την παραλογή σας (δημιουργήστε ένα βίντεο & επενδύστε το μουσικά)
ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - Β΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
(ατομική ή ομαδική)
* Έχοντας ως βασικό θέμα: την ανάγκη της θυσίας της ατομικής ευτυχίας για την ωφέλεια του κοινωνικού συνόλου δημιουργήστε ένα ποίημα με χαρακτηριστικά μοντέρνας ποίησης
Γ1
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Αξάρης Φίλιππος
*Ανθουλάκης Νικόλαος
*Βουκάντση Αικτερίνη
*Βουτσουκάκη Μαρία -Ελένη
*Δαβίτη Αναστασία
*Αναστάση Ιωάννα - Γουλιέλμου Ευγενία
*Βαβαδέρης Ανδρέας - Ζιάμπα Ελένη
*Βλαχάβα Νικολέτα - Βασιλιάδου Αγάπη
*Γαντά Νικολέτα - Γεωργιάδου Ναταλία
*Γεωργούλας Γεώργιος - Γρηγοριάδης Χρήστος
*Γεωρτζόγλου Αγαμέμνων- Δημητρίου Βασίλης & Δίτσιος Κωνσταντίνος
*Αλεπάκης Βαλάσης - Βαρυτιμιάδης Παναγιώτης - Ζαρογιάννης Ζήσης
& Βαβουλιώτης Ιωάννης
ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ
Εξήντα πέντε μάστορες και χίλιοι δυό εργάτες
γιοφύρι θεμελίωναν στης Λάρισας τον κάμπο.
Και τρέχαν και παιδεύονταν να χτίσουν το γιοφύρι!
Εκείνο δεν εστέριωνε και όλο εγκρεμιζόταν.
Αναστενάζουν μάστορες και κλαίνε οι εργάτες
που όλο το θεμέλιωναν κι εκείνο εγκρεμιζόταν.
Κοράκι επέταξε ψηλά, στην άκρη στο γιοφύρι,
δεν έκραζε σαν τα πουλιά, μα δε μιλούσε κιόλας
μα με τα μάτια έδειχνε πως κάτι αποζητούσε.
Ξάφνου με ανθρώπινη λαλιά γυρνάει και τους λέει:
«Για να στεριώσει άνθρωποι ετούτο το γιοφύρι
θυσία του χρειάζεται με ανθρώπινη λαλίτσα
μήδε κοκόρι θέλουμε, μήδε κάποια πουλάδα
μονάχα του αρχιμάστορα την κόρη την μεγάλη.»
Και τ’ άκουσε ο αρχιμάστορας και πέφτει να πεθάνει.
Πως να χωρέσει η καρδιά την κόρη του να δώσει;
Και σκέφτεται και οδύρεται ποια απόφαση να πάρει.
Στέλνει κοράκι να της πει αργά να ανηφορίσει
να μη βιαστεί για να ντυθεί μα αργά να πάει κοντά του.
Και φεύγει το πετούμενο στην κόρη να μηνύσει:
«Ντύσου, στολίσου γρήγορα σε θέλει ο πατέρας.
Βιάζεται λέει να σε δει σε θέλει εκεί κοντά του».
Και ντύνεται σαν άγγελος και τρέχει στον πατέρα.
Την βλέπει ο αρχιμάστορας κοντά να πλησιάζει.
Και η καρδία του σκίζεται που ξέρει τι θα γίνει.
Πηγαίνει η κόρη γελαστή και τον ρωτάει με χάρη:
-Πατέρα μου τι έγινε; Προς τι τόση βιασύνη;
-Ήθελα κόρη μου καλή να με βοηθήσεις λίγο.
Μου έπεσε η βέρα μου μέσα εις τα θεμέλια.
Μα πως να μπώ και πως να βγώ εγώ για να την πάρω.
-Μη σκάς εσύ πατέρα μου εγώ θε να κατέβω.
Καλά καλά δεν έφτασε μήδε μέχρι την μέση
και αρχίσαν οι μαστόροι ντουβάρια να πετάνε.
«Μα μη πετάτε μάστοροι είμαι εγώ εδώ μέσα,
να ανέβω περιμένετε να βρώ το δαχτυλίδι.»
Μα εκείνοι δεν ακούγανε σταματημό δεν είχαν,
άλλος κρατούσε το μυστρί και άλλος την τσουγκράνα,
και με γοργό ρυθμό κοιτούσαν να τελειώνουν.
Ξάφνου ακούγεται φωνή βαριά και όλοι σταματάνε.
Γυρνάνε πίσω τι να δούν, χάμω τον αρχιμάστορα,
να κλαίει να οδύρεται και να μοιρολογάει.
«Την ξέρω εγώ την μοίρα μου, τρείς έχασα γυναίκες.
Να θυσιάζω μια ζωή αυτούς που αγαπάω,
Τη γυναίκα στης Άρτας το γιοφύρι, μάνα στην Αθήνα.
και τώρα κόρη χάνεται η μεγαλύτερή μου.
Να μην στεριώσει εύχομαι ετούτο το γιοφύρι,
να τρέμει , να γκρεμίζεται και όποιος περνάει να πέφτει»
-Πατέρα μου τέτοια κατάρα μη λέγεις και γρήγορα άλλαξε την,
κι έχω αδερφάδες άλλες τρείς μη τύχει να περάσουν.
Ετούτο το γιοφύρι εδώ σαν τα ψηλά βουνά να μένει
μην τύχει και περάσουνε οι τρείς μου αδερφάδες!
ΑΞΑΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ , Γ1
ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ
Καθώς η μέρα σώπασε και πλάκωσε ησυχία
ένα πουλάκι πέταγε, ένα πουλάκι κελαηδούσε.
Σαν ήξερε τη συμφορά, σαν ήξερε το δράμα
πενήντα επτά και άλλοι τόσοι θυσία μεγάλη εκάναν!
Και το πουλάκι πια έκλαιγε και δεν κελαηδούσε
Σαν ήξερε τη συμφορά, σαν ήξερε το δράμα,
σε παραμύθι πια δεν ήταν να δώσει συμβουλή.
Γιατί πια, μία ήταν η θλιβερή αλήθεια:
«Αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, ράγα δεν στεριώνει!»
Και χάραξε ο ουρανός και χάραξε το χώμα.
Εκατόν δεκατρείς οι άνθρωποι, αυτή ήταν η θυσία.
Και το πουλάκι έλεγε και σιγοθρηνούσε
Σαν ήξερε τη συμφορά, σαν ήξερε το δράμα,
και πια στον ήλιο ψάχνανε της μοίρας τις αλήθειες,
Εμείς να μείνουμε ασφαλείς και χιλιοευλογημένοι!
ΑΝΘΟΥΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Γ1
-
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
ολημερίς εχτίζαν το μετρό μα τελειωμό δεν είχε.
Αρχή έκανε ο δήμαρχος και έσκαψε μια τρύπα.
Καιρό πολύ έμεινε εκεί μα σκέψη άλλη καμία.
Τα χρόνια πέρασαν και οι υπεύθυνοι αποφασίσαν
πως είναι απαραίτητος ο υπόγειος συρμός
για να σωθούν οι κάτοικοι απ’ την ταλαιπωρία!
«Μα οι πόροι δεν είναι αρκετοί για την κατασκευή του.
Χωρίς πολλά κονδύλια ξανά θα ακυρωθεί.»
Τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε τη λύση
και χρήματα δοθήκαν για να γίνει το μετρό.
Κι ακόμη μια φορά οι εργασίες ξαναρχίσαν!
Μπροστά οι δύο μετροπόντικες Γιωρίκας και Κωστίκας.
Δεν είναι όμως γρήγοροι πολύ, το έργο μένει πίσω.
Και τώρα νέο πρόβλημα έχουν να αντιμετωπίσουν.
Πολύτιμα αρχαία βρέθηκαν μπροστά στους δυο εκσκαφείς.
Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν’ οι μαθητάδες:
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας.
Πάλι το έργο σταματά, τα αρχαία τι θα γίνουν;»
Λαμπρό άγαλμα τότε μίλησε μ’ ανθρώπινη λαλιά:
«Αν τ’ αρχαία δε φύγουν, μετρό ούτε στη φαντασία.
Τον τόπο που τόσα χρόνια βρίσκονται θα στερηθούν,
Όλα θα μετακινηθούν και μουσείο θα στολίσουν.»
Ένας χτυπάει με το σφυρί κι άλλος με την αξίνα
τον αρχαίο πολιτισμό να τον εξεριζώσουν.
Λέγεται πως το έργο πια κοντεύει να τελειώσει.
Αν και εγκαίνια γίνανε γι΄ αυτό πολλές φορές
Ούτε ένας συρμός στη ράγα, απλά μόνο διασυρμός!
ΒΟΥΚΑΝΤΣΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Γ1-
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ
Τριάντα χρόνια πέρασαν σ΄ αυτή εδώ τη χώρα
που υπουργός εδήλωσε : «Μετρό θα φτιάξω τώρα!»
Μα ακόμα περιμένουμε να έρθει τούτη μέρα
που σπίτι μας θα φτάνουμε χωρίς λεπτό να χάνουμε.
Πρωθυπουργοί, πολιτικοί , εδώσαν υποσχέσεις
κορδέλα θα έκοβαν μες στην τετραετία.
Και όμως το λησμόνησαν και πήραμε άλλο δρόμο
μας κούρασε η αναμονή και τούτη η φασαρία.
Αρχαιολόγοι έσκαψαν εκεί στην Βενιζέλου
ευρήματα πολλά και ψάχνουνε να τα βάλουν.
Σα δεν μας έφταναν αυτά θέλαμε φλάιοβερ!
Η πόλη γέμισε μ΄ αμάξια και γίνεται χαμός.
Τα χρήματα κι ο χρόνος μας, θυσία τόσα χρόνια!
Κι έτσι μια μέρα με σύννεφα στον ουρανό,
κουράστηκε ο κόσμος το μετρό να περιμένει!
Στους δρόμους ξεχύθηκε το παράπονο να πει,
μπας και εισακουστεί το αίτημά του για εκείνο.
Ζημιές πολλές έγιναν στο κέντρο της Σαλονίκης,
ο δήμαρχος το κεφάλι του στον τοίχο εχτυπούσε,
πως άραγε θα καθησύχαζε τ΄ άγρια τα πλήθη.
-
Τότε ένα αλλόκοτο πτηνό κάθισε κοντά του
μήτε του κελάηδησε, μήτε ζήτησε κάνα σπόρο,
παρά την λύση έδωκε στο φουκαρά τον Στέλιο.
Του ΄πε με σοβαρή λαλιά στην Νέα Ελληνική :
«Αν τα λεφτά του ο κόσμος δεν δει να παν στα έργα,
τότε ξέχνα τη θητεία στην επόμενη τετραετία!»
Τ ΄άκουσε αυτά ο Αγγελούδης και σκιάχτηκε πολύ.
Και τους εργολάβους τηλεφώνησε επί τόπου,
να επιταχύνει τις δόλιες τις διαδικασίες.
Και κάπως έτσι θα τελειώσει η ιστορία μας,
με ζημιές πολλές και μεγάλες τρύπες στα πορτοφόλια.
Αλλά σε λίγο στο υπερσύγχρονο μετρό θα κάνω βόλτα,
κρατώντας μια όχι και τόσο δα μικρή μαγκούρα!
ΒΟΥΤΣΟΥΚΑΚΗ ΜΑΡΙΑ - ΕΛΕΝΗ, Γ1
-
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Στο έδαφος του χρόνου, κτίζουμε πύργους,
Πέτρα πάνω σε πέτρα, στη φωτεινή σκιά των ονείρων μας.
Με κοφίνια γεμάτα ελπίδα, οι εργάτες του αύριο,
Στοιχειώνουν τη γη με χτίσιμο, σαν πανίσχυρο έργο.
Μπροστά στο μέλλον, στην ατέλειωτη πρόκληση,
Κατασκευάζουμε γέφυρες ανάμεσα σε αρχέγονες σκέψεις.
Κάθε στιγμή είναι λίθος, κάθε βήμα χαράζει,
Στο χτίσιμο που στοιχειώνεται, η ζωή αποκτά νόημα.
Στο ύψωμα της προόδου, με ελπίδα ως καθοδήγηση,
Δημιουργούμε χώρους για όνειρα, για αγάπη και προσμονή.
Κτίζοντας με λογοτεχνία τα βήματα της πνευματικής οδύσσειας,
Η ιστορία που στοιχειώνεται, γράφεται στις σελίδες του χρόνου.
ΔΑΒΙΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Γ1
ΜΕΤΡΌ Ή ΠΑΙΔΙ;
Ξημέρωναν χαράματα στη Σαλονίκη κάτω,
οι μάστορες κοπιάζανε πολύ για να το χτίσουν,
ολημερίς προσπάθειες έκαναν ως το βράδυ.
Άντρες και γυναίκες με αδικοχαμένους κόπους
και με παιδιά στην αγκαλιά θρηνούσαν για το έργο.
Ο φωτεινός άγγελος με λύση εκατέβη,
λέγοντας το χειρότερο που ήθελαν να ακούσουν.
"Αν παιδί δεν θυσιαστεί, μετρό δεν θα στεριώσει,
παιδί ανώτατου εργάτη πρέπει να εκλεγεί
για την επίτευξη του έργου η μόνη λύση."
Τα πόδια της μάνας κόβονται στο άκουσμα αυτό
και τα κλάματα έβαλε πάνω απ' το παιδί της.
Ωστόσο επιλογή δεν είχε παρά να δεχτεί,
εφόσον το κοινωνικό συμφέρον την έπνιγε.
Έτσι φωτιά μεγάλη άναψαν για την θυσία,
με μόνο σκοπό τον αιώνιο ύπνο του παιδιού.
Με ραγισμένη την καρδιά το έριξε η μάνα,
θέλοντας να πιστέψει ότι αυτό είναι σωστό.
Τρίλεπτο κλάμα η απάντηση του παιδιού αυτού,
με τους εργάτες και την μάνα μαζί του να θρηνούν.
ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΙΩΑΝΝΑ - ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ ΕΥΓΕΝΙΑ, Γ1
Η ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ
Η τύχη τους το όρισε ν’ ανέβουνε στο τρένο.
Τριακόσ’ πενήντα άνθρωποι μικροί μα και μεγάλοι.
Άλλοι για ταξίδι ξεκίνησαν άλλοι για σπουδές.
Μοιραία όμως θα ΄τανε αυτή η διαδρομή τους!
Γιατί τους έλαχε να γεννηθούν σ’ αυτήν εδώ την χώρα,
που οργάνωση και προσοχή σπάνια θα συναντήσεις!
Αχ μάνα Ελλάδα που τα παιδιά σου δεν προσέχεις!
Αδύνατο ήταν η σύγκρουση αυτή να αποφευχθεί.
Όμως δε μπορούσαν τα θύματα να το φανταστούν,
ούτε οι μανάδες που συνεχώς τηλεφωνούσαν.
Ωστόσο να απαντούν τα μονάκριβα παιδιά τους,
που είχαν δώσει ήδη τις ζωές τους άθελά τους.
Πενήντα εφτά τα όνειρα που ήλιος δεν τα είδε!
Μα δυο ήρωες μερικούς κατάφεραν να σώσουν,
την ζωή τους ρισκάροντας άλλους για να γλιτώσουν.
Μάνα καθόταν κ΄ έκλαιγε δίπλα απ΄τα συντρίμμια,
πουλί πετάει και κάθεται ίσια απέναντί της:
«Μάνα μη μοιρολογάς, για λόγο πήγε ο γιος σου!
Άδικα δεν χάθηκε, αυτός ούτε κι οι άλλοι!
Χάρη στη θυσία αυτή μάθημα πήρε η χώρα.
Άλλες μάνες γιους και κόρες δε θα κλάψουν.»
Με μιας την άφησε και επέταξε μακριά της
Και οργή στον πόνο δίνοντας δεν κλαίει τώρα η μάνα.
Σκέφτεται γιατί εκείνη τον γιόκα της να χάσει
για να μπορέσουν να σωθούν παιδιά άλλων μανάδων .
Σκουπίζει τα δάκρυα μα παρηγοριά δεν έχει.
Τρένο βλέπει να περνά πηδά πάνω στις ράγες
Αφού ανούσια είναι η ζωή, χωρίς τον άγγελό της!
ΒΑΒΑΔΕΡΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ - ΖΙΑΜΠΑ ΕΛΕΝΗ, Γ1
-
(ΑΠ)ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ
Mιά μάνα έχει ένα γιο , κι ένα παλικάρι ,
Τον θέλαν για γαμπρό όλες στο χωριό,
αρχίσαν να του μιλούν, μα τούτος σημασία!
Μιά μέρα η μητέρα του, βέρα είπε να λάβει.
Τούτος όμως άλλη γυναίκα ήθελε να πάρει.
Η μητέρα του το ‘μαθε, και να δεχτεί αρνήθη!
Τούτος όμως έφυγε δίχως άλλη επιλογή.
Κατσίκα τον συνάντησε με ανθρωπινή λαλιά του είπε:
«Η αγαπητικιά σου άλλον γυρεύει, πίστεψέ το!
Θυσία πρέπει να κάνεις, την μάνα να σκοτώσεις.»
Σκεπτόμενος ο γιος πήγε από κοντά και την εβρήκε.
Έφτασε και την γυναίκα του είδε να μοιχεύει.
Ταπεινωμένος ένιωσε και πολύ βαργωμισμένος!
Τσακωμός ξέσπασε κι όμως λύση δεν εβρέθη.
Σίγουρος γύρισε και με τσεκούρι την θανατώνει.
Άλλη ενυμφεύτηκε και τα παιδιά του μεγαλώνει.
Και ζήσανε αυτοί καλά και ο γιος με τη σωστή γυναίκα.
ΒΛΑΧΑΒΑ ΝΙΚΟΛΕΤΑ - ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ ΑΓΑΠΗ, Γ1
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
Εξήντα πέντε μάστορες , σαράντα μαθητάδες
ένα κάστρο εχτίζανε στου βουνού την άκρη
ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν.
Στου κάστρου τα θεμέλια πνεύμα κακό υπήρχε
του ύπουλου του άρχοντα που τώρα πια δεν ζούσε!
Μοιρολογεί ο βασιλιάς, κλαιν οι βασιλοπούλες!
“Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας
ολημερίς να χτίζεται το βράδυ να γκρεμιέται”.
Μια αλεπού εφάνηκε κι επήγε εκεί σιμά τους
την λύση τους εφώναξε με ανθρώπινη λαλίτσα:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, το κάστρο δε στεριώνει”.
Τότε ο βασιλιάς αμέσως βρήκε μία λύση ,
Την κόρη του την όμορφη να πάει να θυσιάσει.
Η κόρη του κρυφάκουσε κι εκίνησε να φύγει.
Ο βασιλιάς έδωσε άλλη εντολή αφού η κόρη εχάθη.
Διέταξε να εκτελεστεί η δεύτερη η κόρη!
Τ’ άκουσε η βασίλισσα και του θανάτου πέφτει.
Τον βασιλιά εσκότωσε με εύκολη παγίδα!
Μάνα και κόρες έζησαν πολύ ευτυχισμένες.
Το κάστρο εθεμελιώθηκε κι έφυγε η κατάρα!
ΓΑΝΤΑ ΝΙΚΟΛΕΤΑ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ ΝΑΤΑΛΙΑ, Γ1
ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΧΩΡΙΟ
Σ’ ένα χωριό στην ύπαιθρο, πέρα στην επαρχία,
Το θέρος πάλι έφτασε, οι ζέστες ξαναήρθαν.
Μα φέτος ανυπόφορο ήταν το καλοκαίρι.
Καίγονταν καλλιέργειες, ξεραίνονταν τα χόρτα,
κι οι προμήθειες τέλειωναν και θα ‘ρχονταν η πείνα.
Όμως μια νύχτα ο δήμαρχος ένα όνειρο είδε
που έδωσε απάντηση στα ερωτήματά του.
Ήτανε στα χωράφια του ένα κοράκι μαύρο,
τον κοίταξε, πλησίασε και έκατσε στο φράχτη,
Και με ανθρώπινη φωνή τού είπ’ αυτά τα λόγια:
«Σ’ αυτό το μέρος έπεσε πολύ φριχτή κατάρα,
που μόνο μια αγνή ψυχή μπορεί να την εδιώξει.
Για να σωθεί ο τόπος σου υπάρχει ένας τρόπος,
που είναι ο μοναδικός για να βρέξει και πάλι.
Την όμορφη την κόρη σου πρέπει να θυσιάσεις»!
Τα άκουσε ο δήμαρχος και γέμισε με θλίψη,
το δίλημμά του δύσκολο, τί άραγε να κάνει;
Η σύζυγός του πέθανε, κρίμα είναι κι κόρη!
Όμως για χάρη του χωριού θα πρέπει να το κάνει.
Τ’ άλλο πρωί ο δήμαρχος πήγε στις αποθήκες,
Αλλά τα αποθέματα είχαν σχεδόν τελειώσει.
Και τότε εμφανίστηκε ένα μεγάλο φίδι,
Πλησίασε, του μίλησε, με τη φωνή ανθρώπου:
«Να ξέρεις ότι άδειασαν όλες οι αποθήκες
κι όλοι σου οι κάτοικοι σύντομα θα πεθάνουν,
αφού δε θα ‘χουνε φαΐ καθόλου για να φάνε.
Γι’ αυτό κι εσύ την κόρη σου θα πρέπει να μου φέρεις.
Θα πρέπει να θυσιαστεί για τις ζωές των άλλων.
Αυτήν θα περιμένω ‘γω κάτω από τα στάχυα,
μα δε θα ‘μαι εδώ πολύ, αμέσως φώναξέ την».
Δεν ήθελ’ εξαιτίας του τόσες ψυχές να φύγουν,
γι΄ αυτό και πήγ΄ ο δήμαρχος την κόρη να φωνάξει.
«Κόρη μου, σε παρακαλώ, βοήθησε με λίγο,
Έχασα το ρολόι μου εκεί κοντά στα στάχυα.
-Μη νοιάζεσαι πατέρα μου, του είπε η κοπέλα,
Περίμενε σε δυο λεπτά θα στο ‘χω φέρει πίσω».
Και κατευθείαν έτρεξε και πήγε να το ψάξει.
Μα το ρολόι χάθηκε, είδε μόνο το φίδι.
Και τότε τούτο όρμησε, την δάγκωσε στο πόδι.
Έτσι η κόρη πέθανε, σωριάστηκε στο χώμα.
Τα είδ’ αυτά ο δήμαρχος κι έχυσε μαύρο δάκρυ!
Τότε μαζί του έκλαψαν τα σύννεφα ‘κει πάνω.
Έτσ’ η κατάρα λύθηκε και έβρεξε και πάλι
Και το χωριό του σώθηκε, τα δέντρα ξανανθίσαν.
Παρηγοριά στον δήμαρχο ήταν αυτό το πράγμα:
Ο θάνατος της κόρης του, ανάσταση της φύσης!
ΓΕΩΡΓΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Γ1
Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
Μία φορά και έναν καιρό σε ένα βασίλειο
κατοικούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός
η επιθυμία του να τελειώσει το κάστρο
ήταν ο πιο σημαντικός σκοπός στην ζωή του.
Όμως αυτό που τον κρατούσε πίσω ήταν η πύλη
την μέρα την έχτιζαν, το βράδι γκρεμιζόταν.
Μία μέρα έγινε κάτι πολύ διαφορετικό
μία αρκούδα εμφανίστηκε κι είπε στον βασιλιά:
"ο τρόπος ένας την μονάκριβη κόρη σου να θυσιάσεις
ώστε η πύλη του κάστρου να στεριωθεί για πάντα."
Η καρδιά του βασιλιά ράγισε κατευθείαν
όμως ήξερε ότι πρέπει να κάνει το σωστό
Έτσι ο βασιλιάς διέταξε τους υπηκόους όλους
την κόρη του να φέρουν στην πύλη αυτού του κάστρου.
Αυτή χωρίς να ξέρει την αιτία συμφώνησε
κι ακολούθησε τις διαταγές του ξακουστού του κύρη
έπειτα όταν έφτασε η κόρη του στην πύλη
ο βασιλιάς της είπε ότι έπεσε το στέμμα!
‘Ετσι αυτή είχε απασχοληθεί με το βασιλικό το στέμμα
και ο βασιλιάς επέταξε λίθο πολύ μεγάλο!
Τότε η πύλη φτιάχτηκε, κι 'ναι πάντα στεριωμένη!
ΑΛΕΠΑΚΗΣ ΒΑΛΑΣΗΣ - ΒΑΒΟΥΛΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ - ΒΑΡΥΤΙΜΙΑΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ - ΖΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΖΗΣΗΣ, Γ1
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ
Σε χωριό μαγικό, γέφυρα εντυπωσιακή,
«Γεφύρι της Αναστοχαστικής Φαντασίας» ονομάζεται.
Το χτίζουν με μεράκι, χαρά και παραφωνία,
κι όμως, σαν παραμύθι, σπανίζει σαν σκιά.
Κατασκευαστές, με όραμα και επιθυμία,
πάντα το ξαναχτίζουν, όνειρα σε ορχήστρα.
Σαν ανίκητος δράκος, το γεφύρι γελά,
στον χορό της ανακατασκευής, θεατής η φαντασία!
Κάθε φορά που ολοκληρώνεται, η ολίσθηση πικρή.
Μια κουκουβάγια τους ενημερώνει:
"Με θυσία ανθρώπου μόνον, το γεφύρι θα στεριώσει"
Τότε ο Δήμαρχος του χωριού, με καρδιά γεμάτη φιλοδοξία,
προσφέρθηκε να γίνει η θυσία, πράξη ευγενική.
Περπατώντας στο γεφύρι, σαν θεός ανεπηρέαστος,
κλείστηκε στο μυστικό, με σκέψη αποφασιστική.
Καθώς οι καρδιές κρατούσαν ψηλά την αναμονή,
ο Δήμαρχος, στα σκοτεινά, έδωσε τη θυσία.
Κι έτσι, ξεκλείδωσε το γεφύρι από τα δεσμά του.
ΓΕΩΡΤΖΟΓΛΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ – ΜΑΡΙΟΣ, ΔΙΤΣΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Γ1
Γ2
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Θεοδωράκης Αλέξανδρος
*Ιωακείμογλου Βασιλική
*Κάκου Δέσποινα
*Καλτσά Άννα
*Καπία Αικατερίνη
*Καραγιάννης Στέφανος
*Καραμπάση Βασιλική
*Κασάμπαλης Δημήτριος
*Κασκαμανίδου Αλίκη
*Κατραμάδου
*Κατσούφης
*Κοκοβιάδης Φίλιππος
*Κοσμαρίκος Χρήστος
*Κρυστάλλη Βικτωρία - Μιχαλακάκη Σαβίνα
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ
Εξήντα πέντε βοηθοί και άλλοι τόσοι χτίστες
Κάστρο θεμελίωναν κοντά σε ένα φαράγγι.
Δευτέρα έσκαβαν βαθιά, την Τρίτη συνεχίζαν
Τετάρτη θεμέλια στέριωναν και Πέμπτη το εχτίζαν.
Παρασκευή καμάρωναν, Σαββάτο γκρεμιζόταν.
Μοιρολογούν οι βοηθοί και κλαίνε οι χτιστάδες.
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας»
Φωνή ακούν από μακριά, φωνή απ΄ το φαράγγι
Ένα μικρούλι ξωτικό, ακούγεται να λέει:
«Αν δε στοιχειώσετε καλά του πρώτου χτίστη την κυρά
Κάστρο δε θα στεριώσετε ΄δω στο φαραγγιού την πλευρά».
Γοργά κινάει το ξωτικό και στη γυναίκα πάει.
«Σάββατο βράδυ να λουστείς και Κυριακή να στολιστείς
Πρωί Δευτέρας ξεκινάς το κάστρο να θαυμάσεις»
Χαίρεται εκείνη και γοργά το ξωτικό ακούει
Σάββατο βράδυ λούζεται και Κυριακή στολίζεται
Δευτέρα ξημερώματα στο κάστρο καταφτάνει.
Μα τίποτα δε φαίνεται, τίποτα δεν κοιτάζει
Το κάστρο που της τάξανε, δεν θα το καμαρώσει.
«Έλα στην άκρη και θα δεις, τι υπάρχει εδώ από κάτω».
Σκύβει η δόλια και γλιστρά, μες στο φαράγγι πέφτει
Και εξήντα πέντε βοηθοί και άλλοι τόσοι χτίστες
Λιθάρια ρίχνουνε βαριά για να τη στοιχειώσουν.
Και ο πρώτος χτίστης μοιρολογά και την κυρά του κλαίει.
«Μην κλαις για μένα άντρα μου, θυσία εγώ θα γίνω
Κάστρο να χτίσεις θαυμαστό και ξακουστός να γίνεις».
ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Γ2
Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ
Σαράντα πέντε μάστοροι και εξήντα μαθητάδες
πύργο ν-εθεμέλιωναν για κόρη όμορφη με χίλιους θαυμαστάδες
Ολημερίς τον χτίζανε , το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες :
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δουλεψές μας,
ολημερίς τον χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»
Ομορφόπαιδο εδιάβη και έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι
δεν μιλούσε, δε λαλούσε , μονάχα εκοιτούσε,
τότε μίλησε και είπε δυο λογάκια:
«Αν το μαλλί της κόρης δεν κοπεί, πύργος δεν σας στεριώνει
Αν στο χώμα δεν θαφτεί, άντρα δεν ζυγώνει
στον πύργο σαν ερθεί, με τον μπαλτά την πλεξούδα της κόψτε »
Άκουσε ο πατέρας της και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το όμορφο παλικάρι:
Τα μαλλιά σφιχτά, σφιχτά σε κότσο να δεθούνε
διπλά, τριπλά και τετραπλά με σκούφο να κρυφτούνε
Και το ομορφόπαιδο παράκουσε και αλλιώς επήγε και είπε:
«Τα μαλλιά κάτω ελεύθερα ανέμελα να αφεθούνε,
και δυο,τρείς, τέσσερις το άνεμο να δούνε»
Από μακριά τους χαιρετά και από κοντά τους λέει:
«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες
μα τι έχει ο πατέρας μου και είναι βαργωμισμένος;»
- Παλικάρι όμορφο μέσα έχει πέσει ,
και ποιος να μπει και ποιος να βγει το παλικάρι να ‘βρει
- Πατέρα μην πικραίνεσαι, κι είν’ το μαλλί μου γέφυρα
για το όμορφο παλικάρι.
Πριν προλάβει όλη της την πλεξούδα να ρίξει
Ένας πηχάει το ψαλίδι , κι’ άλλος το μαχαίρι ,
παίρνει κι ο πατέρας τον μπαλτά και την πλεξούδα κόβει.
« Αλίμονο στην μοίρα μας , κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες είμαστε , κι οι τρείς την ίδια μοίρα
Ως τρέμουν τα παραθυρόφυλλα, να τρέμει και ο πύργος
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα , να πέφτουν παλικάρια
- Κόρη τον λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πόχεις μονάκριβο θαυμαστή, μην τύχει και τον χάσεις»
Κι αυτή τον λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.
« Αν τρέμουν τα σκαλιά, να τρέμει και ο πύργος
κι αν τρίζουνε τα σίδερα, να πέφτουν παλικάρια
τι έχω μονάκριβο θαυμαστή στην ξενιτιά, φοβούμαι μην τον χάσω».
ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ2
ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
-Πρόλογος-
Στην προσπάθεια να χτιστεί το γιοφύρι της Άρτας, υπήρξαν πολλά προβλήματα. Το πρωί σαν χτιζόταν, ενέπνεε απαράμιλλη ομορφιά, μα το βράδυ γκρεμιζόταν αναπάντεχα. Η πρωτομαστόρισσα είχε απελπιστεί, ήταν η μόνη μαστόρισσα της γενιάς της και δεν αναγνώριζε στον εαυτό της το δικαίωμα να απογοητεύσει τον κόσμο.
Την λύση στο αδιέξοδο θα δώσει ένα όνειρο που η μαστόρισσα θα δει.
Της εξηγεί πως το γιοφύρι έχει υποστεί κατάρα.
Για να λυθεί, το παιδί της πρέπει να θυσιαστεί.
Να χτιστεί και να ξεχαστεί!
Σαν ξύπνησε, την εφιαλτική αλήθεια πολύ θα την σκεφτεί.
Από τη μια, το γιοφύρι θα χτιστεί,
μα το αθώο της παιδί θα πρέπει να χαθεί.
αλλιώς η φήμη της θα καταστραφεί!
Όμως τον άνδρα θα αφήσει μοναχό σαν το καθήκον ολοκληρωθεί,
καθώς από τον πόνο, θα πάρει και τη δική της τη ζωή!
Το σχέδιο ετοιμάστηκε και η μέρα της θυσίας πλησιάζει.
Το παιδί μετά το σχολείο πήρε το δρόμο τον μακρύ,
χωρίς να ξέρει πως διένυε την τελευταία του διαδρομή.
Όλη τη μέρα στο γιοφύρι επικρατούσε πανικός.
Μάνα και μαστόρισσα πάλευαν μέσα της συνεχώς!
Όταν όμως είδε το παιδί, ήταν ξεκάθαρη η επιλογή.
Θα έπρεπε να θυσιαστεί!
Για το σκοπό αυτό, το σπλάχνο της θα έπρεπε να ξεγελαστεί,
μα η καρδιά δεν μπορούσε να το δεχτεί.
Φώναξε στο μικρό κοντά της να σταθεί.
Και πήρε μέσα της απόφαση τρομερή.
Το πήρε αγκαλιά και έπεσε μαζί του στα θεμέλια εκείνη τη στιγμή.
Τη σιωπή σπάει της πρωτομαστόρισσας η φωνή,
που έλεγε πως το γεφύρι πρέπει να θεμελιωθεί.
Αυτή ήταν η μόνη σωστή επιλογή!
Από τότε το γεφύρι μένει άγειρτο στους αιώνες και τα χρόνια.
Λίγοι είδαν τη φοβερή σκηνή και ξέρουν το γιατί.
Θυμούνται το αδιέξοδο, στο οποίο η έρμη γυναίκα είχε βρεθεί
Πήρε του σπλάχνου τη ζωή μαζί με τη δική της, η γέφυρα για να χτιστεί.
ΚΑΚΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Γ2
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Σαρανταπέντε δάσκαλοι κι είκοσι μαθητάδες
στο σχολείο επήγαιναν στην όμορφη τη Θέρμη.
Ολημερίς διαβάζανε τη βάση μόνο παίρναν.
Μαλώνουνε οι δάσκαλοι και κλαιν οι μαθητάδες.
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στο διάβασμά μας,
ολημερίς διαβάζουμε τη βάση μόνο παίρνουμε».
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο περβάζι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί μηδέ σα χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
«Αν δεν προσέξει μαθητής, βαθμό του δε θα πάρει
και όχι να κοιμάται την ώρα του μαθήματος
μήτε να τρώει, μήτε να χασμουριέται
ό,τι του λέει η Ραφτούδη γρήγορα να το γράφει
μέχρι πόνο το χέρι του να πιάσει»
Τ’ ακούν οι μαθητές και του θανάτου πέφτουν
Και οι μαθητές εμίλησαν κι είπαν στο πουλάκι:
«Μην πεις στη Ραφτούδη για την αδιαβασιά μας,
την άσκηση δεν κάναμε, που ήταν η δουλειά μας.
Πες της αργά να ‘ρθει, το μάθημα να μάθουμε
Και το πουλί παράκουσεκι αλλιώς πήγε και είπε:
«Γρήγορα πήγαινε στη τάξη να πιάσεις τους αδιάβαστους
την άσκηση δεν έκαναν, το μάθημα δεν μάθαν»
Να τηνε κι εξανάφανεν από του Γ2 την πόρτα
τη βλέπουνε οι μαθητές και τρέμουν οι καημένοι
Από μακριά τους χαιρετά και από κοντά τους λέει:
«Θα σας δείρω!!!», μια φράση στερεότυπη, μια φράση αγαπημένη!
ΚΑΛΤΣΑ ΑΝΝΑ, Γ2
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Τρία αδέλφια εχτίζανε της Άρτας το γιοφύρι .
Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν,
γιοφύρι δεν θεμλίωσαν και άκρη δεν εβρήκαν.
Από μηχανής θεό περίμεναν η λύση να δοθεί,
κι ο θεός τους άκουσε και έδωσε λύση να σωθεί.
Ένα πουλί εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
«Α δεν στοιχειώσετε άνθρωπο , γεφύρι δεν στεριώνει ,
μη χτίσετε ξένο μη διαβάτη παρά δικό σας συγγενή!»
Εκείνοι τρομαγμένοι έψαχναν να βρουν τον συγγενή.
Γυναίκα κανείς δεν ήθελε να θυσιάσει, μήδε το παιδί τους ,
η μόνη λύση που εφάνη, ήταν οι γονείς τους.
Δίλημμα μεγάλο είχαν στην επιλογή, ανάμεσα στους δυό τους.
Η μάνα τους μαγείρευε, τους έπλενε, καθάριζε το σπίτι.
Ο πατέρας τους έμαθε τις δυσκολίες της ζωής να προσπερνάνε.
«Μα εκείνος μας οδήγησε σε αυτόν τον δρόμο
και γι’ αυτό η μοίρα θέλει να τον θυσιάσουμε»
είπε ο μικρότερος αδερφός και οι άλλοι δεν διαφωνήσαν.
Αντιθέτως και άλλους λόγους έβρισκαν, για να τον θυσιάσουν.
«Έχετε δίκιο αδέλφια μου , μα αμαρτία δεν είναι,
ο άνθρωπος που μας έθρεψε να πρέπει να πεθάνει;»
Δίλημμα μεγάλο είχαν , μα άλλη λύση δεν εβρήκαν .
Έβαλαν σε εκκίνηση το σχέδιο τους αφού τα συμφωνήσαν
και πήγε ο μεγαλύτερος να τον φωνάξει .
Δεν άντεξε όμως το ψέμα και του τα μαρτύρησε όλα .
Το πουλί όμως τα άκουσε και έτρεξε να το πεί στ’ άλλα δύο αδέλφια .
Εκείνοι αποφάσισαν να μην στοιχειώσουν τον πατέρα τους ,
αλλά τον αδερφό τους , για την προδοσία που διέπράχθη.
Όταν βρέθηκαν όλοι μαζί ,οι δύο μικρότεροι προσποιηθήκαν
ότι μετάνιωσαν την απόφαση αυτή και θλιμμένοι, απολογηθήκαν .
Μα την κατάλληλη στιγμή έριξαν στα θεμέλια τον μεγάλο αδερφό τους
«Αλίμονο σας τέκνα μου , για αυτή την αμαρτία!»
«Δεν είχαμε άλλη επιλογή , της μοίρας ήτανε γραφτό πατέρα
ΚΑΠΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Γ2
ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ - Η ΠΑΡΩΔΙΑ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γεφύρι έχτιζαν όλοι μαζί γερό, στης Άρτας το ποτάμι
Όλη μέρα το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν
και όλοι τον λόγο έψαχναν, σπαζοκεφαλιαζόταν.
Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
που εν’ τέλει ίσως δεν πληρωθούν
γιατί ολημερίς κοπιάζουνε και υπερβολικά μοχθούν
Επικρατεί ο πανικός, όλοι έχουν τρελαθεί
κι εκεί που σκεφτόταν ο πρωτομάστορας μια μέρα,
έρχεται με φόρα και με συμβουλές ένα πουλί:
“Γεια και χαρά σου πρωτομάστορα! Πώς πάει το γεφύρι;”
“Αϊ χάσου, πήγαινε κι εσύ, μη σου ‘ρθει κανά σκαμπίλι.
Τόσο καιρό είμαστε εδώ, έχουμε όλοι τρελαθεί.
Τα νεύρα μου έχω και δεν ξέρω πού θα βγει,
γιατί κάθε βράδυ γκρεμίζεται, αυτό είναι που με καίει”
είπε ο πρωτομάστορας, φανερά νευριασμένος
και του απαντάει το πουλί, αμέσως και εσπευσμένως:
“Γι’ αυτό ήρθα πρωτομάστορα, να σου προτείνω λύση,
γιατί αν αυτό συνεχιστεί, την έχουμε πατήσει.
Λέω να βάλεις μέσα στα θεμέλια την κυρά σου,
ρίζα να ‘χει το γιοφύρι και εσύ να έβρεις τη χαρά σου.
“Άντε πήγαινε από εκεί, που ήσουν πριν να με ‘βρεις
στον Άδη πριν σε στείλω να κατέβεις!
Και τότε το είδος σου θα έχει φοβερά ανακουφιστεί
γιατί άλλο ένα ντουγάνι θα ‘χει εξαφανιστεί!
Είπε ο πρωτομάστορας κι έφυγε σφαίρα το πουλί
γιατί από τον φόβο του είχε κατουρηθεί!
Τότε άλλος μάστορας καλός μπροστά του ξεπροβάλει
άλλη λύση να προτείνει , κανείς να μην μπορεί να αμφιβάλει,
κάτι που ενδεχομένως την ομάδα θα ωφελήσει,
κάτι που άλλος κανείς ως τότε δεν είχε εντοπίσει.
“Χαίρε πρωτομάστορα, τι κάνεις και πώς είσαι;”
“Δε βλέπεις; Είμαι χάλια, τόσο στραβάδι είσαι;”
“Ήρθα να προτείνω λύση, που ίσως τα χέρια να μας λύσει!
Αφού γέφυρα μοιάζει αδύνατο με επιτυχία να χτιστεί,
μπορούμε απέναντι να περνάμε, κρεμασμένοι από σχοινί”
“Έχουμε ένα εδώ δίπλα, μάλλον θα σου χρειαστεί
Είναι αυτές ιδέες τώρα; Έχουμε όλοι τρελαθεί;”
απαντάει ο πρωτομάστορας, και πιάνεται απ’ την κουπαστή.
Έρχεται η ώρα για συνέλευση, μια λύση για να βρούνε,
γιατί έφτανε η ώρα πάλι σπίτια τους να μπούνε:
“Πρέπει κάτι να κάνουμε, δεν μπορεί αυτό να συνεχιστεί
γιατί στο τέλος θα μας κάνουν παράσταση θεατρική.
Πρέπει κάποιον να θυσιάσουμε, να βάλουμε μες στα θεμέλια
Προτείνετε πρώτοι εσείς, μάστοροι αξιοσέβαστοι
Γιατί αν αποφασίσω εγώ, θα το κάνω να φανεί σαν από αμέλεια”
Κι εκείνη την ώρα, έρχεται το πουλί για να ρωτήσει:
“Τελικά μάστοροι, βρέθηκε η λύση;”
Πετάγεται ένας μάστορας και λέει:
“Φτάνει πια! Μας έχεις πρήξει με το ποιον θα θυσιάσουμε!
στο τέλος θα σε κάνουμε ψητό στο φούρνο με πατάτες να σ’ απολαύσουμε!”
“Αστον τώρα αυτόν, να τελειώνουμε, έχω να πάω για πιλάτες”
λέει ο πρωτομάστορας, και σιωπή κάνουν οι πάντες
“Λοιπόν μάστορες, το αποφάσισα! Θα κάνουμε μετρό!
Σύγχρονο και γρήγορα και αποδοτικό”.
Είπε ο πρωτομάστορας φανερά αποφασισμένος
Και πετάγετ’ ένας άλλος, αναψοκοκκινισμένος:
“Μας δουλεύεις πρωτομάστορα! Ποιος θα κάνει το μετρό;
Θέλεις να γίνουμε όλοι, ανέκδοτο κακό;”
“Τι λες καημένε μάστορα, δεν είμαστε Θεσσαλονίκη,
να περιμένεις είκοσι χρόνια και να μην ξέρεις αν θα γίνει!
Αν θέλετε έχουμε και εναλλακτική! Να κάνουμε Φλαϊόβερ”
Και όλοι μαζί αποκρίνονται και φωνάζουνε “Αυτό είναι! Ιτς οβερ!”
Κι έτσι τελειώνει η ιστορία αυτού του γεφυριού,
το φλαϊόβερ σχεδιάστηκε, μα ακόμη να χτιστεί
γιατί όλα τα μαστόρια γεράσανε πολύ
και χρόνους μας αφήσανε και γίναν αγγελάκια
και στο γιοφύρι τριγυρνούν μονάχα τα πουλάκια,
να λένε τις ιστορίες τους και όσα φανταστούν,
χωρίς ακόμη λύση καμιά να μπορούν να βρουν.
Μόνο η γυναίκα του πρωτομάστορα είναι χαρούμενη πολύ
γιατί σ' αυτή την εκδοχή της σώσαμε τη ζωή.
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Γ2
Μια παραλογή εμπνευσμένη από τον Μύθο της Περσεφόνης.
ΤΗΣ ΑΡΠΑΓΗΣ ΤΗΝ ΚΟΡΗ
Στα ξεραμένα χώματα στάχυα δε μεγαλώνουν.
Τα δέντρα χωρίς φύλλωμα απέμειναν στον κάμπο.
Αδύναμα όλα τα κορμιά, άδεια τα στόματά τους.
Και τα παιδιά δεν έχουνε γλυκό ψωμί να φάνε.
Ρωτούν οι μάνες κλαίγοντας, εξήγηση να βρούνε:
-Τι έπαθες Γη και δεν μπορείς να θρέψεις τους ανθρώπους;
Μήπως κουράστηκες και θες λίγο να ξαποστάσεις;
Αν δεν αλλάξεις σύντομα, όλοι μας θα χαθούμε.
-Δεν είμαι εγώ το πρόβλημα, γυναίκα είν’ η αιτία.
Αυτή με διέταξε ξανά καρπούς να μη σας δώσω.
Μα να’ τη τώρα έρχεται, ελάτε να τη δείτε.
Απελπισμένη στέκεται και μαυροφορεμένη.
Μάνα που της αρπάξανε αυτήν που αγαπούσε.
Δήμητρα είναι τ’ όνομα, Θεά είναι η Χάρη.
Την κόρη που δεν έχει πια, τη λένε Περσεφόνη.
Μεγάλη η λύπη στην καρδιά, ξεράθηκε όλη η Πλάση.
Πενθεί η μάνα το παιδί, πενθεί η Φύση όλη.
Ο χωρισμός του σπλάχνου της θάνατος ίδιος είναι.
Κανένας δεν τολμά να πει αλήθεια στη μητέρα.
Την βλέπει ο Ήλιος ο λαμπρός κι από συμπόνια λέει:
-Μηδέ η Κόρη χάθηκε, μηδέ θάνατο βρήκε.
Τα άνθη καθώς μάζευε στο Νύσιο Πεδίο,
τον Νάρκισσο επόθησε στα χέρια να μαζέψει.
Μα ο Πλούτωνας που από καιρό τη νέα αγαπούσε,
τη Γη στα δύο έσκισε, στην επιφάνεια βγήκε.
Στο άρμα του την άρπαξε, στον Άδη την επήρε.
Από Θεά της Βλάστησης, Θεά του Ερέβους είναι.
-Ήλιε μου φωτεινέ εσύ, που όλα τα κοιτάζεις
εκεί ψηλά απ’ τον ουρανό, στα σύννεφα απάνω,
τρέχα και μήνυσε γοργά τον Μέγα Θεό Δία,
με διαταγή του ο Πλούτωνας την Κόρη μας ν’ αφήσει.
Αλλιώς ξανά ετούτη η Γη ποτέ δεν θα ανθίσει,
τα φύλλα δε θα ξαναβγούν, καρποί δε θα ωριμάσουν.
Διατάζει ο Δίας μονομιάς τον Βασιλιά του Άδη
ευθύς η Κόρη ν’ ανεβεί στη Γη ξανά απάνω.
Μα ο Πλούτωνας την κοπελιά ν’ αφήσει δεν μπορούσε.
Η αγάπη και ο πόθος του γι’ αυτήν τέλος δεν έχουν.
Δίνει στην Περσεφόνη του ρόδι να δοκιμάσει.
Μα αυτή δεν ήξερε πως αν τροφή του Κάτω Κόσμου
στο στόμα βάλεις δεν μπορείς ποτέ να επιστρέψεις.
Τρία σπυριά για την αρχή και τρία για το τέλος,
Έξι σπυριά απ’ τον καρπό έφαγε χωρίς σκέψη.
Ποτέ απ’ τον Άδη τώρα πια δε θα μπορεί να φύγει.
Φωνάζει πάλι η Δήμητρα, την Κόρη θέλει πίσω.
Στο τέλος συμβιβάζονται, στη μέση την μοιράζουν.
Για κάθε σπόρι του ροδιού και μήνας μακριά τους.
Έξι οι μήνες που κοντά η Κόρη είναι στη μάνα.
Έξι και οι υπόλοιποι, στον Άδη κατεβαίνει.
Περνούν οι μήνες κι οι εποχές, αέναο κύκλο κάνουν.
Μισή χρονιά η φύση ανθεί, φυτά καρποφορούνε.
Χαρούμενοι οι άνθρωποι, χορτάτα τα παιδιά τους.
Μισή χρονιά πενθεί η Θεά, ξερή η Γη θα μένει.
Κι η Κόρη βγαίνει μια στο φως, την άλλη στο σκοτάδι.
Αυτή είν’ η Μοίρα της λοιπόν, καθώς και των ανθρώπων.
Περνούνε οι ψυχές αυτών μέσ’ από τα σκοτάδια.
Όταν γεμίσουν δύναμη, στην επιφάνεια βγαίνουν.
Τότε μονάχα γίνεται να αναγεννηθούνε.
ΚΑΡΑΜΠΑΣΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ2
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
Μετρό εφτιάχνανε στην πόλη Σαλονίκη.
« Κρίμα τα αρχαία μας , που ευρήκαμε στο χώμα »
Φωνάζουν οι τεμπέληδες να κρύψουν βαρεμάρα.
Παπανδρέου εδιάβη και έκατσε απέναντι στο χτίσμα
« Σε δύο χρόνους έτοιμο θα ‘ναι » ανακοινώνει
Τώρα κοιτώντας το από ψηλά το εμουτζώνει!
Η Αθήνα τα κακά τα χάλια μας περιγελά
Κι εμείς τι να πούμε δεν έχουμε πια.
Μήτε οχτώ , μήτε εφτά αλλά τριάντα έξι χρονικά,
Περιμένει η Θεσσαλονίκη υπομονετικά!
Μπας και μετρό τα φτωχά ματάκια της ιδούνε.
Να μπορέσουν οι καημένοι άνθρωποι με άνεση να κυκλοφορούν.
Πηγαίνει λοιπόν ένα πρωινό ο πρωτομάστορας στου πρωθυπουργού την πόρτα
Ανοίγει εκείνος φορώντας την καλή του ρόμπα.
-Τι έχεις πρωτομάστορα κι είσαι βαργωμισμένος;
-Παράπονα για το μετρό φέρνω, συγχωρέσετε με αν είστε απασχολημένος »
Τ' άκουσ' ο πρωθυπουργός και χαμηλώνει να δέσει το κορδόνι
από τα παράπονα του κόσμου για να με λυτρώσεις.
Και εκείνος παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
« Αργά, αργά μαστόροι το μετρό να το αποτελειώσετε,
από τα παράπονα του κόσμου τίποτα να μη κρατήσετε.
Αρχινάνε λοιπόν οι μάστοροι να το κατεδαφίζουνε
Και με το που βγαίνει ο ήλιος ξανά να το εχτίζουνε.
Για χρόνια επληρώνονται χωρίς δουλεία να κάνουν.
Κάμνοντας τους Θεσσαλονικιούς πόλη να θέλουν άλλη!
ΚΑΣΚΑΜΑΝΙΔΟΥ ΑΛΙΚΗ, Γ2
ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Σαρανταέξι ξωτικά και ένας Άη Βασίλης
Τα δώρα φτιάχνουν των παιδιών τις γιορτινές ημέρες.
Ολημερίς τυλίγουνε τρενάκια και κουκλίτσες
Κορδέλες βάζουν γύρω τους , όμορφα να δείχνουν.
Μα κάθε που ερχότανε στο τέλος η βδομάδα
Τα δώρα εξαφανίζονταν, χάνονταν από μπρος τους.
Τα κλέβαν καλικάντζαροι αργά μέσα στην νύχτα
Για να χαλάσουν την χαρά απ’τα μικρά παιδάκια.
Τη λύση ψάχνουνε να βρουν τα ξωτικά κι ο Άγιος
Γιατί δε θέλουν τα παιδιά να είναι λυπημένα.
Μα τότε εμφανίζεται των Χριστουγέννων Πνεύμα
Λύση να δώσει έρχεται στο πρόβλημα αμέσως:
Άγιε Βασίλη άκου με αν θες να αποτρέψεις
τους καλικάντζαρους αυτούς που κλέβουνε τα δώρα.
Ξύπνιος να μείνεις μέχρι αργά το τελευταίο βράδυ,
Τότε που είναι σκοτεινά κι αλλάζει η βδομάδα.
Κρύψε τα δώρα τα σωστά και ψεύτικα να βάλεις.
Όταν οι καλικάντζαροι ορμήσουν να τα πάρουν,
Παγίδευσέ τους ξαφνικά στον μαγικό σου σάκο.
Το πήρε απόφαση λοιπόν ευθύς ο Αη Βασίλης
Να πιάσει τα μικρά αυτά δαιμόνια τερατάκια.
Το δόλωμα ετοίμασε, τα ψεύτικα τα δώρα
Και πήγε και τα έβαλε μέσα στο εργαστήρι.
Πάει μέσα και κρύβεται στον φούρνο από πίσω
Και περιμένει ολονυχτίς για το κακό να έρθει.
Φτάνει λοιπόν η ώρα που αρχίζει φασαρία
Κρυφά οι καλικάντζαροι στη Γη ανεβαίνουν τώρα
Στο εργαστήρι μπαίνουνε τα δώρα για να πάρουν.
Μα είναι όλα ψεύτικα, δεν κάνουν για παιχνίδι.
Ορμάει και ο Άγιος και τους αιφνιδιάζει,
Όλους μέσα τους μάζεψε στο μαγικό του σάκο.
Μπόρεσαν όλα τα παιδιά τα δώρα τους να πάρουν
Να ζήσουν τα Χριστούγεννα χαρούμενα κι ωραία.
ΚΑΣΑΜΠΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Γ2
ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Υπάρχει ένα βασίλειο αποκομμένο απ’ όλα
που ζούνε οι νεράιδες κρυμμένες απ’ τη χώρα.
Στο βασίλειο αυτό κυριαρχεί μία αξία
το δικαίωμα των νεράιδων στην ελευθερία.
Η κάθεμιά της κουβαλεί μοναδικό μαντήλι
σημάδι ελευθερίας της απ’ τους ανθρώπους δείχνει.
Κάποτε όμως ένας θνητός που εκεί βρέθηκε ,
θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά και μια ερωτεύτηκε.
Έπρεπε όμως το μαντήλι να της κλέψει
για να μπορεί να την κρατήσει δίχως αυτή να δραπετεύσει.
Χωρίς αυτό η νεράιδα δεν μπορεί να φύγει
και απευθείας εξουσία πάνω της του δίνει.
Έτσι λοιπόν αυτός ένα τέχνασμα έπραξε ,
το μαντήλι άρπαξε και απευθείας την έκλεψε.
Και βρέθηκε η νεράιδα σε μια σπηλιά κλεισμένη ,
φυλακισμένη απ’ τον θνητό μόνη και λυπημένη.
Το ΄ μαθαν οι νεράιδες και έτρεξαν να την βρουν
και για την παρακοή του, τον θνητό τον τιμωρούν.
Καταπατήθηκε γι΄ αυτές αξία πολύ σημαντική
και αποφάσισαν μια τιμωρία παραδειγματική.
Ακόμα και αν το θέλει να μην μπορεί να ερωτευτεί ,
ούτε νεράιδα , ούτε μία απλή θνητή.
Το πάθημά του σε όλους , έγινε γνωστό
καθώς μόνος του το διέδωσε σε κάθε θνητό.
« Νεράιδα απ’ το βασίλειο κανείς να μην ερωτευτεί ,
να μην κλέψει το μαντήλι αν θέλει ήρεμη ζωή ».
ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ ΜΑΡΙΑ, Γ2
ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ
Στην Άρτα της γέφυρας το χοντρό πέτρωμα
στα κύματα αγκαλιά, όνειρο κι ανάσα.
Πέρα δεξιά, πέρα αριστερά, η ζωή ατέλειωτη, τα βήματα μας χορεύουν,
στη γέφυρα ακούω κρυφή φωνή.
Ποτάμι κάτω, αχνά σκισμένος ουρανός πάνω, η γέφυρα σύνορο,
ανάμεσα σε χθες και αύριο.
Πρωί και βράδυ, συντροφιά στον πεζό δρόμο,
τα λόγια ανάμεσα μας γέφυρα για πάντα.
Ούτε πολλά, ούτε λίγα, σε δεκαπέντε στίχους κλείνω,
γέφυρα της Άρτας, στην καρδιά μου κείται ωραία.
Στο ταξίδι της ζωής, όπου κι αν βρεθείς,
γέφυρα αγάπης, η αληθινή πατρίδα μας όλων.
ΚΑΤΣΟΥΦΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Γ2
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΣΤΡΟΥ
Τριάντα γέροι μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
που κάστρο εθεμελίωναν σε μιας πλαγιάς την άκρη,
ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόνταν
κι ήταν ο πρωτομάστορας ο πρώτος που νοιαζόταν.
Αρκούδι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στην πλαγιά του,
δεν μούγκριζε από οργή, μηδέ απ’ τη χαρά του.
Τους μάστορες πλησίασε κι έβγαλε τη λαλιά του.
Ακούστηκε σαν άνθρωπος, σοφός και μυαλωμένος!
Πήγε κι ο πρωτομάστορας αν κι αποκαμωμένος.
Κι όλοι σωπάσαν στη στιγμή ν ’ακούσουν τη φωνή του,
άρχισε τότε να μιλεί να λέει την άποψή του:
«Ήρθαν οι καλικάντζαροι του δωδεκαημέρου
κι άρχισαν μύριες σκανδαλιές εις βάρος ενός γέρου.
Πέτρες το βράδυ κλέβουνε στου κάστρου σας τη βάση,
Θέλουν ο πρωτομάστορας τον ύπνο του να χάσει.
Γι’ αυτό λοιπόν, αν θέλετε το κάστρο να στεριώσει
κάντε το δωδεκάμερο γρήγορα να τελειώσει».
Αυτά είπε κι έπαψε τ’ αρκούδι να μιλάει
Κι ευθύς ο πρωτομάστορας άρχισε να γελάει
«Μη με γελούν τα μάτια μου; Μη με γελούν τ’ αυτιά μου;
Μήπως αρχίζω ξαφνικά να χάνω τα μυαλά μου;
Αρκούδι βλέπω να μιλεί και να μας συμβουλεύει
το κάστρο πώς να στεριωθεί, άλλο μη μας παιδεύει».
Μονολογούσε ο μάστορας και έφυγε τ’ αρκούδι,
στο δάσος πήγε, χάθηκε και έγινε τραγούδι.
Γυρίζει ο πρωτομάστορας και γνέφει στους μαστόρους:
«Είναι καιρός ν’ ακούσετε και τους δικούς μου όρους!
Τρεις μέρες παιδευόμαστε και προκοπή δεν έχει.
Η λύση πρέπει να βρεθεί κι όποιος μπορεί, αντέχει.
Πρέπει λοιπόν να κάνουμε τους καλλικαντζαραίους,
να χάσουνε το μέτρημα, να σώσουμε τους γέρους.
Ρίξτε το φως με προβολείς, να γίνει η νύχτα μέρα
να μην μπορούν να βγουν στη γη, ούτε να παν πιο πέρα».
Έτσι λοιπόν και έγινε, τους στήσανε καρτέρι,
μα δεν τα καταφέρανε απ’ την αρχή οι γέροι.
Δεν είχαν δυνατούς φανούς, δεν φώτιζαν το βράδυ,
βγαίναν οι καλλικάντζαροι νωρίς μες στο σκοτάδι.
Εννέα μέρες πέρασαν, εννέα νύχτες φύγαν,
γκρεμίζονταν το κάστρο τους, κι οι κόποι τους πού πήγαν;
Παίζουνε πετροπόλεμο με τους καλλικαντζάρους,
σπάζουνε τα κεφάλια τους και περιμένουν κι άλλους!
Μια νύχτα ο πρωτομάστορας κρύβεται στα συντρίμμια
και περιμένει για να δει από κοντά τ’ αγρίμια.
Του ρίχνουν με τις πέτρες τους, πέφτει κι αυτός στο χώμα,
πεθαίνει ο πρωτομάστορας, μα αυτοί χτυπούν ακόμα.
Μέχρι που ξημερώθηκε η μέρα η δωδεκάτη,
φύγαν οι καλλικάντζαροι, χαθήκανε στα βάθη.
Το κάστρο τους το χτίσανε οι γέροντες μαστόροι
Και στέκεται καμαρωτό εκεί ψηλά στα όρη!
ΚΑΤΣΑΒΟΥΝΗ ΧΡΥΣΗ, Γ2
ΤΟ ΜΕΓΑ ΚΑΣΤΡΟ
Σαράντα πέντε μάστοροι και εξήντα μαθητάδες
μέγα κάστρο έχτιζαν στη βουνοκορφή του Ολύμπου.
Σαν όμως νύχτα έφτανε, νυχτερίδες χιλιάδες ερχόταν
και το κάστρο για πάντα εξαφανιζόταν.
Θρηνούν ολημερίς οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες.
Ποιος κατάρα τους έριξε, τί στοίχειωμα είναι τούτο;
Την λύση, σαν απομηχανής θεός, έρχεται να δώσει
ολόλευκο πουλί με τη μιλιά ανθρώπου:
«Αν μέγα κάστρο θέλετε εσείς να χτίσετε
άνθρωπο Ρωμιό θα πρέπει να στεριώσετε.
Μα όχι τυχαίο, ούτε μισητό, αλλά έναν αγαπητό
σαν του πρωτομάστορα τον μεγάλο γιο!»
Τ’ άκουσε ο πρωτομάστορας και πέτρωσε η καρδιά του.
Πώς θα μπορούσε τον αγαπημένο γιο να θυσιάσει;
Ο καιρός περνούσε κι απόφαση δεν επάρθη.
Έχτιζαν την μέρα, το βράδυ γκρεμιζόταν
και μαζί με αυτά τα νέα μεταδιδόταν.
Τα πήρε του Κωνσταντή τ’ αυτί, του πουλιού τα λόγια,
και στο πατέρα έτρεξε γοργά για να μιλήσουν.
Με το που άκουσε τα λεγόμενά του
πήρε ύφος ψυχρό και σοβαρά του είπε:
«Πατέρα μου αγαπημένε, άκουσε την ψυχή μου.
Πρόθυμος θα θυσιαστώ, τέλος στην κούραση να δώσω.
Ένα μονάχα εγώ ζητώ, δοξασμένη κηδεία να ‘χω.»
Στα λόγια του γιου υπάκουσε κι’ άρχισε η θυσία!
Έτσι τον χτίσαν στα θεμέλια κι αρχίσαν οι διαδικασίες
Η μέρα πέρασε, το στέριωμα τέλειωσε, κι ο πρωτομάστορας θρηνούσε!
μα βαθιά μέσα του ήξερε πως όλοι τον γιο του θα θυμούνται.
ΚΟΚΟΒΙΑΔΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ, Γ2
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Η Λυγερή τον λόγο άλλαξε και πίσω πήρε την κατάρα,
γιατί είχε αδερφό στην ξενιτιά, μην τύχει και περνούσε.
Και το Γιοφύρι χτίστηκε, το θαύμαζε ο κόσμος όλος.
Μα ο Πρωτομάστορας ήρεμος δεν ξανακοιμήθη.
Το βράδυ τον βασάνιζαν οι τύψεις, η στεναχώρια!
Παρακαλούσε τη Λυγερή στον ύπνο του να έρθει,
σφικτά να αγκαλιαστούνε!.
Και τα καυτά του δάκρυα, που έπεφταν στο χώμα,
ποτάμι έγιναν και κάψαν την ψυχή της.
Και ένα βράδυ σκοτεινό, βράδυ χωρίς φεγγάρι,
σαν αερικό πλησίασε, θαμπώθηκε εκείνος!
Με τα χέρια απλωμένα, τον παρακαλεί να την ακολουθήσει.
Σα μαγεμένος σύρθηκε για να την αγκαλιάσει.
Και περπατώντας έφτασαν στην μέση στο Γιοφύρι:
«Έλα κοντά μου Πρωτομάστορα. Έλα να σ’ αγκαλιάσω.
Έλα να σου το δώσω πια το δαχτυλίδι που ήβρα».
«Αχ Λυγερή, ανάθεμα τη μοίρα μας , κρίμα το ριζικό μας!
Την αγκαλιά σου λαχταρώ από την πρώτη μέρα!».
Και την αγκάλιασε σφιχτά κι ένιωσε την αγάπη.
Και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι πέταξαν κάτω από το Γιοφύρι.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι έγινε ο Πρωτομάστορας.
Μόνο που κάθε τέτοιο μαγεμένο βράδυ του Γενάρη
έβλεπαν το ζευγάρι να περπατά επάνω στο Γιοφύρι
και να χάνεται στο φως του φεγγαριού.
Και κάποιοι έλεγαν: «Η Λυγερή κι ο Πρωτομάστορας!».
ΚΟΣΜΑΡΙΚΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Γ2
ΓΕΦΥΡΙ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες,
γιοφύρι εθεμέλιωναν ανάμεσα σε δυο απομακρυσμένα χωριά
ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Το ξανά χτίζανε χωρίς αποτέλεσμα,
ψάχναν να βρουν μια λύση, μα εκείνο συνέχεια γκρεμιζόταν.
Μια μέρα μια γριά εμφανίστηκε και τους είπε,
“ Το γιοφύρι εάν θέλετε να στεριώσετε,
έναν από εσάς θα πρέπει να θυσιάσετε”
Όλοι είχαν μείνει άφωνοι μ’ αυτά που είχαν ακούσει
και έπρεπε να βρούν ποιόν θα θυσιάσουν.
Μετά από εκείνη την ημέρα άρχισαν οι τσακωμοί.
Κανείς δεν ήθελε να θυσιαστεί,
όμως βρήκαν ένα σχέδιο.
Κανείς τους δεν συμπαθούσε τον πρωτομάστορα
και σχεδίασαν κρυφά να συνεργαστούν εναντίον του.
Έτσι λοιπόν, την επόμενη μέρα έβαλαν το σχέδιο σε δράση.
Όταν ήρθε ο πρωτομάστορας στον χώρο εργασίας
τους είδε όλους μαζεμένους και πήγε να δει τι έγινε.
“Μα τι πάθατε όλοι και δεν αρχίσατε ακόμα την δουλειά;”
Και του απαντάει ένας μάστορας,
“Αχ πρωτομάστορα, μας έπεσε το σφυρί σου στην τρούπα,
και ποιος να μπεί, ποιος να βγεί το σφυρί να βρεί?”
“Μα πως έγινε αυτό” λέει ο πρωτομάστορας,
“Τι να πώ, εγώ να μπώ, εγώ να βγώ, το σφυρί να βρω.”
Ο πρωτομάστορας μπήκε μέσα στη τρούπα να το βρει
αλλά δεν βρήκε τίποτα.
“Σηκώστε με παιδιά, πάει το σφυρί μου, δεν το βρίσκω πουθενά!”
Όλοι μαζί οι μάστοροι και οι μαθητάδες άρχισαν να χτίζουν το γιοφύρι
με τον πρωτομάστορα μέσα!
“Μα τι κάνετε, βγάλτε με από εδώ!” άρχισε να φωνάζει ο πρωτομάστορας.
Όταν ο πρωτομάστορας κατάλαβε τι του συνέβαινε άρχισε να καταριέται το γιοφύρι
“Όποιος τολμήσει να περάσει τούτο το γιοφύρι να πέσει και να τσακιστεί!”
Οι μάστορες και οι μαθητάδες όμως δεν άκουσαν την κατάρα του,
και έτσι από τότε το γιοφύρι αυτό έχει μείνει καταραμένο.
ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΒΙΚΤΩΡΙΑ- ΜΙΧΑΛΑΚΑΚΗ ΣΑΒΙΝΑ, Γ2
Γ3
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Μπρασινίκας Δημήτριος
*Νικολαΐδου Ζωή
*Ντινούλης Ιωάννης
*Παπακωνσταντίνου Αθανάσιος
*Παράσχος Μάριος
*Πετεινάρης Μιχαήλ
*Μπάργκας Ελευθέριος - Μπεχτσής Χρήστος - Παυλίδης Παναγιώτης & Καραδημήτρας Αλέξανδρος
*Μπάργκα Μαρία - Παρασκευοπούλου Εμμανοέλα
*Μπόγια Μαριάννα - Παρασχάκη Κλειώ
*Τουτζιάρη Στυλιανή -Μαρία
ΣΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ ΤΟ ΛΙΒΑΔΙ
Εξήντα πέντε άρχοντες και δέκα βασιλιάδες
παλάτι να στεριώσουνε στης Πάτρας το λιβάδι.
Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν.
Αδειάζαν τα ταμεία τους ,τελείωναν τα λεφτά τους.
«Αλίμονο στους κόπους μας κρίμα στα χρήματα μας.
Ολημερίς χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται!»
Μια μέρα σαν εφάνηκε ένας φτωχός κοντά τους.
Τούτος ούτε ζητιάνευε μήτε παρακαλούσε.
Μόνο έφερνε ένα μήνυμα πικρό σαν το φαρμάκι.
«Μόνο τα πλούτη αν δοθούν, του πιο πλούσιου απ’ όλους
και μοιραστούνε στους φτωχούς για να τους θρέψει όλους,
τότε μονάχα θα μπορεί παλάτι να στεριώσει»
Τ’ άκουσε τούτο ο βασιλιάς ο πιο λαμπρός απ’ όλους
και πήρε την απόφαση τα πλούτη του να δώσει,
ώστε να μπορέσει παλάτι να στεριώσει.
Και τότε όλα προχώρησαν και να σου το παλάτι,
ορθώθηκε περίλαμπρο στης Πάτρας το λιβάδι.
ΜΠΡΑΣΙΝΙΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Γ3
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ
Όλη τη μερούλα δούλευαν στης Άρτας το γιοφύρι.
Όλη τη μερούλα δούλευαν τη νύχτα γκρεμιζόταν.
Πουλάκι πάει κι έκατσε στην άκρη στο ποτάμι,
ούτε σαν το πουλί λαλεί, ούτε σαν χελιδόνι,
άρχισε και έλεγε ανθρώπινες κουβέντες:
-Αν δεν στεριώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στεριώσετε φτωχό και μη στεριώστε εργάτη,
αλλά του Γιώργη τη γυναίκα, του πρωτομάστορα.
Ο Γιώργης σαν το άκουσε, κλαμένος πάει στο σπίτι.
-Γιώργη μ’, γιατί πικραίνεσαι, γιατί είσαι δακρυσμένος;
-Το δαχτυλίδι μ’ έπεσε στη μεσιανή καμάρα.
-Γιώργη μου, μη πικραίνεσαι και ’γω θα πάω να το ’βρω.
Σιγά – σιγά κατέβαινε στη μεσιανή καμάρα.
Άλλος ρίχνει με το μυστρί κι άλλος με το φτυάρι.
Παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
-Γιώργαινα μην οργίζεσαι και δώσε την ευχή σου.
-Την κατάρα μου θ’ αφήσω άτομα να μην περάσουν
και αν τύχει και περάσουν, το γιοφύρι σας να τρέμει,
σαν τα φύλλα από τα δέντρα!
ΠΕΤΕΙΝΑΡΗΣ ΜΙΧΑΗΛ, Γ3
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
Γιοφύρι-ν-εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψες μας,
Ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μήδε σα χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα:
«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
πόρχεται αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα»
Τ΄ ακουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ΄ αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
Αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί πιστά άκουσε κι επήγε κι είπε:
«Αργά ντύσου, αργά άλλαξε, αργά να πας το γιόμα,
αργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».
Περάσαν λεπτά και λεπτά, ώρες και άλλες ώρες.
Μα η γυναίκα άφαντη δεν την έβλεπες πουθενά.
Ο πρωτομάστορας με μισή καρδιά νομίζοντας,
ότι η γυναικά του η δύσμοιρη έπαθε κάτι στον ερχομό της
είπε στους άλλους μάστορες που γύρω του βρισκόταν:
Δεν τον αντέχω άλλο αυτόν τον πόνο, δεν μπορώ,
να το κάνω αυτό στην γυναίκα μου είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω,
δεν της αξίζει τέτοιο τέλος φρικτό και τραγικό>>
είπε και πήδηξε μέσα στα θεμέλια και θυσίασε την ζωή του,
γιατί γι΄ αυτόν η γυναίκα του ήταν κάτι ιερό και σημαντικό.
ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΖΩΗ, Γ3
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Τριάντα πέντε μάστοροι και εβδομήντα μαθητάδες
Σπίτι-ν-εθεμελίωναν στων Ιωαννίνων το χωράφι
Το βράδυ το χτίζανε, την μέρα γκρεμιζόταν
Κλαιν οι μάστοροι , μοιριολογούν οι μαθητάδες
<<Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δουλεψές μας
Το βράδυ να το χτίζουμε την μέρα να γκρεμιέται>>
Κουνούπι εδιάβη και έκατσε αντίκρυ στο χωράφι
Δεν τσίμπησε σαν έντομο, μήτε σαν μελισσούλα
αλλά κελάηδησε και έλεγε μ΄ ανθρώπινα λογάκια:
<<Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, σπίτι δεν στεριώνει
Και μην στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη
Παρά του πρωτομάστορα τον όμορφο το γιο του
που έρχεται το απόγευμα τον κύρη ν΄ αντικρύσει>>
Τ΄ άκουσε ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει
Πιάνει το κουνούπι και μονομιάς του λέει:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει,
και να διαβεί των Ιωαννίνων το χωράφι.
Το κουνούπι παράκουσε και αλλιώς επήγε και είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας
και να διαβείς των Ιωαννίνων το χωράφι"
Και σύντομα ξεπρόβαλλε πίσω από τα συντρίμμια.
Τον είδε ο πρωτομάστορας και ράγισε η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά και από κοντά τους λέει:
"Γειά σας μάστοροι και εσείς οι μαθητάδες
Μα τι έχει ο πατέρας μου και είναι βαργωμισμένος;
-Το σφυρί του έπεσε μέσα στην καμάρα
Και ποιος να μπει και ποιος να βγει, το σφυρί να φέρει;
-Μην ανησυχείτε εγώ θα μπω, εγώ θα βγω, το σφυρί του να ’βρω".
Ούτε καλά κατέβηκε, ούτε στην μέση πήγε
<<Τράβα μπαμπά τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα.
Όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα>>.
Ο ένας με το μυστρί και ο άλλος με τον ασβέστη
Και παίρνει ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο! Τρίτη μέρα στον Φλεβάρη να πεθάνω έτσι.
Αυτό το σπίτι να είναι πηγή μεγάλης στενοχώριας!
Όποιος μπαίνει, βαριά άρρωστος να βγαίνει
Και σαν γέρος να πεθάνει!"
-Γιέ μου τον λόγον σου άλλαξε και άλλη κατάρα δώσε.
Έχεις φίλους και γνωστούς τι θα γίνει αν περάσουν;
Και αυτός τον λόγον άλλαξε και άλλη κατάρα δίνει
"Αν αρρωσταίνουν οι θεοί, να αρρωσταίνουν και οι ανθρώποι
Και αν πεθαίνουν οι αθάνατοι να πεθαίνουν όλοι!
Έχω φίλους και γνωστούς μην λάχει και περάσουν"
ΜΠΑΡΓΚΑΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ - ΜΠΕΧΤΣΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ -
ΠΑΥΛΙΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ & ΚΑΡΑΔΗΜΗΤΡΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Γ3
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΗ
Σαράντα πέντε έλεγχοι για εξήντα αστροναύτες,
Αποστολή να κάνουνε να φτάσουν ως τον Άρη.
Ολημερίς πηγαίνανε, το βράδυ εγυρίζαν.
Μελαγχολούν οι άνθρωποι και κλαιν’ οι αστροναύτες.
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα οι αποστολές μας,
ολημερίς να στέλνουμε το βράδυ να γυρνάνε!»
Κουνούπι ήρθε κι έκατσε αντίκρυ εκεί στο τζάμι,
κι εβούιζε και έλεγε μ’ ανθρωπινή λαλίτσα:
«Άμα θα στέλνετ’ άνθρωπο, αποστολή αποτύχει
Και μην στείλετε πρόβατο, μη φίδι, μη ποντίκι,
παρά του επιστήμονα το μόνο το κουτάβι,
που τριγυρνά εδώ κι εκεί, παντού ανάμεσά σας».
Τ’ άκουσ’ ο επιστήμονας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει και λέει του κουταβιού μ’ εκείνο το κουνούπι:
Να βρει φαΐ, να βρει νερό, μακριά από ‘κει να φύγει.
.
Μα το κουνούπι δεν άκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
«Μη βρεις φαΐ, μη βρεις νερό και από ‘κει επέρνα».
Να το που ξαναφάνηκε απ’ τη μεγάλη πόρτα.
Το είδ’ ο επιστήμονας κλαίει και πέφτει χάμω.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά κοιτάει.
Και πάει εκεί και κάθεται στην αγκαλιά του μέσα,
τ’ αφεντικό του εκοίταξε που σπάραζε η καρδιά του.
Παίρνει ένας το ζωντανό και σε κλουβί το βάζει
Και μες στον πύραυλο εκεί τ’ ακούει να γαβγίζει.
Και να σου έφυγ’ ο πύραυλος με το κουτάβι μέσα,
η αποστολή επέτυχε, μα όλα καλά δεν πήγαν.
ΤΟΥΤΖΙΑΡΗ ΣΤΕΛΛΑ – ΜΑΡΙΑ, Γ2
ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
Σαράντα πέντε χειρουργοί και εξήντα δυο γιατροί
νοσοκομείο έχτιζαν κοντά στη Σαλονίκη.
Ολημερίς τους έσωζαν, το βράδυ αρρώσταιναν.
Μοιριολογούν οι χειρουργοί και κλαίνε οι νοσοκόμοι:
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να σώζουμε, το βράδυ ν΄ αρρωσταίνουν!»
E-mail εστάλη και λαβή στο νοσοκομείο,
έγραφε και έλεγε, μ΄ ανθρώπινη λαλίτσα:
«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, νοσοκομείο δεν στεριώνει!
Και μη στοιχειώσετε γιατρό, αρρώστους, νοσοκόμους
παρά τον πρωτοχειρουργό όπου εκείνη την στιγμή έλειπε.
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Θεσσαλονίκης το νοσοκομείο».
Να τον κι εξανάφανεν από την μαύρη πόρτα .
Τον είδαν όλοι οι γιατροί, ράγισαν οι καρδιές τους.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
«Γεια σας, χαρά σας, χειρουργοί και οι σεις οι θεραπευμένοι.
Μα τι έχει ο δευτέροχειρουργός κι είναι βαργωμισμένος;
Τον άρρωστο να σώσει στο πρώτο το δωμάτιο,
και ποιος να μπει και ποιος να βγει;
Δευτεροχειρουργέ μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα’ σ’ φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, τον άρρωστο να σώσω.
Μήδε καλά έφτασε, μήδε στη μέση επήγε
«φέρε φίλε μου, την ένεση, φέρε και το ψαλίδι,
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα».
Ένας τον δένει με σκοινί, κι άλλος με την κορδέλα,
παίρνει κι ο δευτεροχειρουργός και ρίχνει μέγα οξύ.
«Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφοί είμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένοι,
ο ένας έσωζε στην Αθήνα, κι άλλος στην Γερμανία
κι εγώ ο πλιο στερνότερος της Θεσσαλονίκης το νοσοκομείο.
Ως έτρεμαν οι άνθρωποι, να τρέμει το νοσοκομείο,
κι ως τον θάνατο να δω , να αρρωσταίνουν κι άλλοι.
Συνάδελφε, το λόγο άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
Που΄ χεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει».
Κι αυτός το λόγο άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.
«Αν τρέμουν τα βουνά, να τρέμουν οι άνθρωποι,
κι αν αρρώσταιναν τα πουλιά, να αρρωστήσουν όλοι!
Τι έχω αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και έρθει από εδώ.
ΠΑΡΑΣΧΟΣ ΜΑΡΙΟΣ, Γ3
Γ4
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Ρασκοπούλου Βασιλική
*Ρίγκα Βασιλική
*Ρουφίφης Χρήστος
*Σεβαστιάδουν Κωνσταντίνα
*Στουραϊτης Κωνσταντίνος
*Σωτηρίου Σωτήριος
*Τέκος Δημήτριος
*Τίλης Ευάγγελος
*Τσιώλης Ιωάννης
*Τριανταφυλλίδου Νικολέτα & Τερτιλλίδη Ηρώ
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες,
γιοφύρι-ν- εθεμέλιωναν στης Πλάκας το ποτάμι
Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόνταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλίμονο στους κόπους μας κρίμα στις δούλεψές μας,
Ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται !»
Ξαφνικά ο πρωτομάστορας είχε μια ιδέα
Για να μπορέσει να στεριωθεί το γεφύρι θα πρέπει
να χρησιμοποιηθούν χιλιάδες αυγά και μαζί
Με ασβέστη που θα χρησιμοποιηθεί σαν
πορσελάνη τότε θα μπορέσει να στεριωθεί.
Έτσι και έγινε το γεφύρι της Πλάκας εστεριώθη.
ΡΑΣΚΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ4
ΠΑΡΑΛΟΓΗ
Πενήντα πέντε μάστοροι κι σαράντα μαθητάδες
γεφύρι -ν-εθεμελίωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε , το βράδυ γκρεμιζόταν.
Τότε ένα χαρτί από τον ουρανό έπεσε με λύση της κατάρας:
“Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό μη ξένο μη διαβάτη,
παρά τον πρωτομάστορα, το πρώτο παληκάρι.
Δεν τ’ είδε ο πρωτομάστορας, μπορούν να τον παραπλανήσουν.
Στην πρώτη την καμάρα να μπει για να τον κλείσουν.
Να ο πρωτομάστορας από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
“Γεια και χαρά σας μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο ένας μάστορας κι είναι βαργιωμισμένος;”
- Το στήριγμα της γέφυρας της γέφυρας στην πρώτη την καμάρα
να πέσει πάει τώρα δα και να γκρεμιστεί πάλι όλο”.
- Μάστορα μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα’ το φτιάξω.
Μπαίνει ο πρωτομάστορας το δόλο καταλαβαίνει,
η μοίρα του ήταν αυτή, σιωπαίνει το γεφύρι να θεμελιωθεί.
ΡΟΥΦΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Γ4
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Τριάντα πέντε μάστορες και εβδομήντα μαθητάδες
γιοφύρι θεμελίωσαν στης Άρτας το ποτάμι
Ολημερίς χτίζανε το βραδύ γκρεμιζόταν.
Mοιρολογούν οι μάστορες και κλαίνε οι μαθητάδες.
Χελώνα εδιάβη και έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν έκανε ήχους σαν χελώνα ούτε σαν άλλο ζώο
παρά μιλούσε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
«α δε στοιχειώσετε άνθρωπο γιοφύρι δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό μη ξένο μη διαβατή πάρα του πρωτομάστορα τον γιο».
T΄ άκουσε ο πρωτομάστορας και του θανάτου του πέφτει
πιάνει μηνάει του γιου με την χελώνα τούτη:
Γοργά ντυθεί, γοργά αλλαχτεί, γοργά να πάει στο γιόμα,
γοργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και η χελώνα παράκουσε και αλλιώς επήγε και είπε:
“Αργά ντύσου, αργά άλλαξε, αργά να πας στο γιόμα,
αργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι”.
Να τον κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.
Τον είδε ο πρωτομάστορας και ράγισε η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά από κοντά τους λέει:
“Γεια σας και χαρά σας μάστοροι κι σεις οι μαθητάδες
τι έχει ο πατέρας μου κι είναι βαργωμισμένος;”
-Το παιχνίδι σου το καινούριο το΄ πεσε στην πρώτη την καμάρα
και ποιος να μπει και ποιος να βγει το παιχνίδι να βρει;
-Πατέρα, μην πικραίνεσαι κιεγώ να πα’ σ’ το φέρω,
εγώ θα μπω κι εδώ θα βγω το παιχνίδι να βρω”.
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε.
“Τραβά καλέ μ΄ το σκοινί τραβά το σκοινί, τράβα το σκοινάκι
τι όλο τον κόσμο έψαξα και παιχνίδι δεν εβρήκα”.
Ένας πιάνει με το μυστρί και άλλος με το ασβέστη
παίρνει και ο πρωτομάστορας και ρίχνει μεγάλο λίθο.
Έρχεται, να’ σου η λυγερή, καταλαβαίνει τι γινόταν.
Το γιο της η λυγερή πάει να βγάλει έξω.
Όμως την κρατάει ο πρωτομάστορας κι η λυγερή κατάρα ρίχνει.
“Ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες”.
Κι όμως τον λόγο άλλαξε και μιαν ευχή τώρα δίνει,
γιατί μπορεί να είναι η κόρη της που θα διαβεί το γιοφύρι.
ΡΙΓΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ4
ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ ΑΡΧΟΝΤΑ
Δέκα μαστόρια δούλευαν μαζί με μαθητούδια
Να χτίσουν επαλεύανε το σπίτι ενός αφέντη,
τρία πατώματα ψηλό με δώδεκα δωμάτια
και μία αυλή με όμορφα δρομάκια.
Χρυσά φλουριά τους έταξε και άλλους μποναμάδες,
Και πως φαΐ να μη σκεφτούν, θα είναι με οκάδες,
να είναι το καλύτερο και πιο γερό απ’ όλα
να λένε όλοι πως αυτό είν’ το πιο όμορφο στη χώρα.
Μερόνυχτα ολόκληρα δούλευαν δίχως ύπνο
Άλλοι φτιάχναν θεμέλια και άλλοι έναν τοίχο.
Παράθυρα που έβλεπες τον κάμπο τα βουνά,
Άλλοτε ανθισμένα ήτανε και άλλοτε γυμνά.
Και όταν ετελείωσε έμοιασε με παλάτι
όπως το ήθελε ακριβώς, έγινε να αστράφτει,
ήτανε το καλύτερο απ όλα στο χωριό
και πήγαν και ζητήσανε τον κόπο σε χρυσό.
Ο άρχοντας τους γέλασε ,έβαλε να τους διώξουν
τον κόπο δε σεβάστηκε, ούτε που θα θυμώσουν.
Δέκα ημέρες πέρασαν και ήρθε μια αρρώστια,
του άρχοντα αρρώστησαν τα δυο του τα αγόρια.
Φώναξε τους καλύτερους γιατρούς για να τα σώσουν,
μα δεν επήγαινέ κανείς φάρμακα να τα δώσουν,
Κατάλαβε πως τ’ άδικο τώρα τον κυνηγάει
και βασανίζει όλους αυτούς που καρδιακά αγαπάει
Φώναξε τους μαστόρους του να τον εσυγγχωρέσουν
Και τα διπλά έδωσε γονατιστός να τον εσυμπονέσουν
Μόλις τον εσυγχώρησαν σηκώθηκαν τα αγόρια
Και έφυγε από τον άρχοντα αυτή η στεναχώρια.
Κατάλαβε πως το άδικο ποτέ του δε νικάει,
και πως σ αυτόν που αδικεί πάντα αυτό γυρνάει
πότε του δεν αδίκησε ξανά μες στη ζωή του
ως τα βαθιά γεράματα, ως τη στερνή πνοή του.
ΣΕΒΑΣΤΙΑΔΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ, Γ4
ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ
Πενήντα πέντε μάστορες και τριάντα μαθητάδες
το γεφύρι όλη μερίς το χτίζανε μα τότε γκρεμιζόταν,
θυμωμένοι οι μάστορες άλλα και οι
μαθητάδες, αλίμονο τους κόπους τους
κρίμα τις δουλευτές τους.
Μα τότε χελιδόνι κάθισε στης Άρτας το γεφύρι,
την λύση του προβλήματος τους είχε να πει:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο το γεφύρι δε θα στέκεται,
μα μην στοιχειώσετε ορφανό μήτε ξένο,
άλλα του πρωτομάστορα τον πολύτιμο του γιο.”
Τ’ άκουσε ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει,
πάει και λέει στο χελιδόνι γοργά ντυθεί,
γοργά να αλλάξει γοργά να πάει στο γιόμα,
Άλλα το χελιδόνι επήγε και είπε :
“Αργά ντυθείς και αργά να ‘ρθεις.”
Έφτασε απόγευμα και να τος ο γιος,
χωρίς να το περιμένει κατάλαβε τελικά τι έγινε.
Εν τέλει το γεφύρι θεμελιώθηκε,
χωρίς όμορφο τέλος για τον πρωτομάστορα.
ΣΤΟΥΡΑΪΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, Γ4
ΕΚΑΠΟΤΕ...
Εκάποτε μάνα και κορή
στο πατρίκο το σπίτι
εκαθόντουσαν και πλέκαν
σκούφους για τούτο τον χειμώνα.
Πλέκαν, πλέκαν
και αναμνήσεις πλέκαν
που θα μείνουν πάντα εις τις καρδιές τους.
Νεράιδες, ξωτικά και νάνοι
κρυφοκοίταζαν από το παράθυρο
και βλέπαν τούτο το ζεστό το χαμόγελο
της μάνας και της κόρης.
Εικόνες ξεπηδούσαν από τα μάτια τους
χαρούμενες, γελαστές και μεταξένιες
γάμοι, πανηγύρια και γιορτές
χοροί, τραγούδια και χαρές.
ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΣ, Γ4
Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ
Εξήντα πέντε μάστοροι και ενενήντα μαθητάδες
γιοφύρι-ν-εθεμελίωναν στου Μανχάταν το ποτάμι
Οληπρωίς χτιζόνταν , το απογευματάκι εγκρεμιζόνταν
Σιχτιρίζουν οι μάστοροι κι αναθεματίζουν οι μαθητάδες
« Στο βρόντο οι κόποι μας, στο κενό οι δούλεψες μας
οληπρωίς να χτίζουμε το απόγευμα να γκρεμιέται!»
Αλογάκι εδιάβη και έκατσε δίπλα στο ποταμάκι ,
δεν εκελάηδε σαν άλογο , μήδε σαν χελιδόνι
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα
«Αν πίσω δεν πάρετε τα πικρά αυτά λόγια,
προκοπή δεν θα έχετε μέσα στα επόμενα χρόνια
Η υπομονή σας θα λιώνει, όμως γιοφύρι δεν θα στεριώνει».
Τ΄ άκουσ΄ ο πρωτομάστορας κι πρώτος θέση παίρνει κείνος
«Ας παρακαλέσουμε τον Θεό την κατάρα μακρυά μας
να παίρνει για να στεριώσουμε επιτέλους γιοφύρι!»
Όλοι με προσοχή τον ακούσανε κι αυτό που είπε πράξανε.
Πιάνει, μηνάει το αλογάκι με την ανθρωπινή λαλίτσα:
«Θα το κάνουμε , αλλά σε παρακαλώ , μίλα κι εσύ στον Θεό
μπας κι κάνουμε του Μπρούκλιν το γιοφύρι με το καλό».
ΤΕΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Γ4
ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ
Πήγαινα στην κορυφή να πιάσω το αστέρι
Και εκείνο εκατέβαινε και μου΄ δινε το χέρι
Εκεί στεκότανε τρία μικρά περιστέρια ,
τα δυό είχανε σταυρό πάνω στο κεφάλι
το τρίτο το μικρότερο είχε διπλό στεφάνι .
Μου μίλησαν μου έγνεψαν πως είμαι ξοφλημένος
Απ’ τη στιγμή που τη γνώρισα και είμαι παντρεμένος.
Άστηνε την κοπελιά να την επάρει άλλος
Σε μένα έλα συ δεν είσαι πολύ μεγάλος
Ο δρόμος μας θα είναι μακρύς στρωμένος με χαλίκια
Στην άκρη του άνθρωποι πολλοί μαζεύουν τα ραδίκια
Τότε αποφάσισα να πάρω το μονοπάτι
Μα χάθηκα μες στο βουνό και χτύπησα το μάτι.
Αστέρι μου αστεράκι λάμπεις στο ουρανό
Μα εγώ είμαι άνθρωπος με λιγοστό μυαλό
Την κόρη δεν αφήνω πολύ την αγαπώ
Μαζί της θε να ζήσω μέχρι τον ουρανό
Εσένα αστεράκι που ζεις εκεί ψηλά
Σου στέλνω το πουλάκι γλυκά να σε κοιτά
Εμένα ξέχασε με δώσε μου την ευχή
Και εγώ για σένα πάντα θα κάμω προσευχή.
ΤΙΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, Γ4
ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Δεκαπέντε μάστορες και τριάντα καθηγητάδες
τους πίνακες εθεμελίωναν στου σχολειού τον τοίχο
Όλης βδομάδας τους βιδώνανε το σαββατοκύριακο ξεβίδωναν
“Αλίμονο στον κόπο μας!” φωνάζαν οι καθηγητάδες
Παλιά διευθύντρια ήλθε κι έκατσε αντίκρυ στους καθηγητάδες.
Μα όχι σαν άνθρωπος, μα σαν πνεύμα από κει πάνω.
Τους καθηγητάδες εκοίταξε κι ευθύς ψιθύρισε:
“Αν δε επιστάτης στοιχειωθεί, πίνακα του σχολειού δε θα θεμελιωθεί!”
Τ’ άκουσε η κακόμοιρη διευθύντρια και θανάτου πέφτει.
Την καημένη την επιστάτρια την Φιλιώ φέραν με στεναχώρια μεγάλη
Η επιστάτρια κοιτούσε γύρω της. δίχως να το γνωρίζει.
Και που η Φιλιώ κοιτούσε έκπληκτα τον πρώτο πίνακα του σχολειού,
η διευθύντρια την έσπρωξε, μέσα στους τοίχους, πίσω απ’ τους πίνακες
Η Φιλιώ μέσα στην οργή της φώναξε,ξεφώνισε η γυναίκα:
“Σε αυτό το σχολειό, κανένας δε θα αποφοιτήσει με επιτυχία!”
Μέχρι που η διευθύντρια της θύμισε τους μαθητάδες που επόπτευε,
“Μα τους μαθητάδες σου τι θα τους κάνεις Φιλιώ;
Αυτούς που πάντα πρόσεχες και πάντα τιμωρούσες;”
Με το που το άκουσε η Φιλιώ, την κατάρα της πήρε πίσω,
Όσο έβλεπε το φως να χάνεται,
όσο θεμελίωναν τον πίνακα τον διαδραστικό.
ΤΣΙΩΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Γ4
ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ
Πενήντα πέντε μάστοροι κι ογδόντα μαθητάδες
παλάτι εθεμελίωναν στης Πάτρας το γλιβάδι.
Καλοκαιρίς το χτίζανε, χειμώνα εγκρεμιζόταν.
Βουρκωμένοι οι μάστοροι, θλιμμένοι μαθητάδες:
“Θεούλη μου, Θεούλη μου, βοήθα την δουλειά μας
παλάτι εμείς να χτίσουμε να πάμε στα παιδιά μας.”
Αρκούδα που εδιάβαινε άκουσε μοιρολόγια.
Εκάθισε απέναντι με κάτι χελιδόνια
ελάλησε και μίλαγε με ανθρώπινη φωνίτσα:
“Παλάτι ατελείωτο θα μείνει μες τον χρόνο
μα αν ο πρωτομάστορας πεθάνει από πόνο,
θα γίνονται χτισίματα μετά από τον φόνο.
Θα πάρει φορά από το βουνό να γκρεμοτσακιστεί
και σ΄ ένα μήνα ο πύργος θα έχει πια χτιστεί.”
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ ΝΙΚΟΛΕΤΑ & ΤΕΡΤΙΛΛΙΔΗ ΗΡΩ - ΦΑΝΗ, Γ4
Γ5
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Δρούζα Όλγα Άννα
*Καραγιάννης Λυμπέρης
*Λευκόπουλος Δημήτριος
*Μακρίδης Κωνσταντίνος
*Μακρίδης Νικόλαος
*Ψωμαδάκης Δημήτριος
*Γεωργακάκη Νικολέτα - Καρακούση Αναστασία & Κιούση Ελένη
*Ζιώγα Γεωργία - Ζεπίδου Μαρία - Καρκατζούνη Παρασκευή & Κουτσούνη Μόνικα
*Κουσαρίδου Φωτεινή Βασιλική - Λάρου Άννα
ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ
Εξήντα πέντε μάστοροι και τριάντα μαθητάδες,
γιοφύρι έχτιζαν στης Σπάρτης το ποτάμι
Κάθε μέρα το έφτιαχναν το βράδυ γκρεμιζόταν.
Κάθε μέρα κουραζόντουσαν όλο και πιο πολύ,
θρηνούσαν τους κόπους τους για να χτιστεί το γιοφύρι
κι έλεγαν όλοι μαζί, μαστόροι και μαθητάδες
«Τζάμπα οι δουλειές μας, τζάμπα η πολύ κούραση μας,
Όλη μέρα χτίζουμε κάθε βράδυ γκρεμίζεται,
Τι να κάνουμε πια με τούτο τ’ άχτιστο γιοφύρι!»
Τότε κοράκι εμφανίστηκε σ’ αυτούς και λέει
«Γιοφύρι για να χτιστεί ανθρώπινη θυσία θέλει,
Και μην είναι ξένος, ούτε ορφανός ή διαβάτης ,
Αλλά του πρωτομάστορα η όμορφη γυναίκα
Που ‘ρχεται κάθε μέρα να σας δώσει κουράγιο».
Ησυχία έπεσε στ’ άκουσμα των τραγικών νέων,
Ο πρωτομάστορας κενό κοίταξε δίχως φωνή
Τότε λέει στο κοράκι να πει στην λυγερή:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Σπάρτης το γιοφύρι.
Και το κοράκι δε παράκουσε κι επήγε και είπε:
«Αργά ντύσου, Αργά άλλαξε, Αργά να πας το γιόμα,
Αργά να πας και να διαβείς της Σπάρτης το γιοφύρι».
Και την ώρα που αργά πήγαινε προς το γιοφύρι
του ήρθε του πρωτομάστορα, ένα σχέδιο στο μυαλό.
Να στοιχειωθεί ο ίδιος μες το γιοφύρι το δικό του.
Τότε ο πρωτομάστορας είπε στους μαστόρους:
-Εγώ θα στοιχειωθώ στο γιοφύρι, όχι η Λυγερή.
Και απόρησαν οι μάστορες και οι μαθητάδες:
-Καλά, θα δώσεις την ζωή σου για μία γυναίκα
«Δεν είναι μια γυναίκα είναι η μητέρα των γιων μου,
η ίδια γυναίκα που κάνει τα πάντα για όλους,
θέλω οι γιοί μου να ζήσουν με αυτή τη γυναίκα.»
Κι έτσι κατέβηκε ο μάστορας στην κάμαρα
Έτσι τον στοίχειωσαν μέσα στης Σπάρτης το άτυχο γιοφύρι.
Τότε κατέφθασε η Λυγερή με ένα χαμόγελο,
απόρησε που είναι ο καλός πρωτομάστορας,
ράγισε η καρδιά της, στα νέα του θανάτου του.
Τότε ακούγεται η φωνή του πρωτομάστορα
«Γιοφύρι γερό, στερνό και δυνατό να χτιστεί
Και οι γιοι μου να το διαβαίνουν με ασφάλεια.»
Και χτίστηκε της Σπάρτης το γιοφύρι δυνατό,
στερνό και ασφαλές ήταν για όλους τους διαβάτες.
ΔΡΟΥΖΑ ΟΛΓΑ- ΑΝΝΑ
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $25.39+) -
BUY THIS BOOK
(from $25.39+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem
"ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΩΝ από τους μαθητές & τις μαθήτριες της Γ ΄ τάξης"
Ζητήσαμε από τους μαθητές μας να γράψουν παραλλαγές του "Γιοφυριού της Άρτας" ή τις δικές τους παραλογές.
Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε όλους!
Υπεύθυνες καθηγήτριες:
Γιάγκου Σταυρούλα - Ιγγλέση Ευαγγελία - Ραφτούδη Δήμητρα

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!