ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΩΝ
Υπεύθυνη καθηγήτρια των τμημάτων Γ2 & Γ3:
Ραφτούδη Δήμητρα


Για έβδομη συνεχή χρονιά οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ τάξης του 3ου Γυμνασίου Θέρμης και στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας συνεχίζουν να ασκούνται στη δημιουργική γραφή. Τα παιδιά έτσι αναπτύσσουν τη σκέψη, τη γλώσσα, τη φαντασία και την δημιουργικότητά τους.
Γενικά στόχος μας είναι να ωθήσουμε τα παιδιά στη δημιουργική γραφή και να κατανοήσουν ότι αυτή είναι που δίνει μορφή στις ιδέες και τα συναισθήματά τους και τις εξωτερικεύει!
Φέτος οι μαθητές και οι μαθήτριές μας στη διάρκεια των μαθημάτων διδάχτηκαν Δημοτική Ποίηση και συγκεκριμένα το τραγούδι: "Του γεφυριού της Άρτας". Τα παιδιά εντρύφησαν στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Δημοτικής Ποίησης και αντιλήφθηκαν ότι αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας μας. Ζητήσαμε από τους μαθητές και τις μαθητριές μας να γράψουν παραλλαγές του "Γιοφυριού της Άρτας" ή τις δικές τους παραλογές. Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε όλους!
Υπεύθυνες καθηγήτριες της παραπάνω δράσης είναι οι φιλόλογοι:
Γιάγκου Σταυρούλα, Ιγγλέση Ευαγγελία & Ραφτούδη Δήμητρα.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - Α΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
(ατομική ή ομαδική)
*Δημιουργήστε παραλλαγή της παραλογής:
" Του γιοφυριού της Άρτας" που έχετε διδαχθεί
* Δημιουργήστε μια δική σας παραλογή
* Οπτικοποιήστε την παραλογή σας (δημιουργήστε ένα βίντεο & επενδύστε το μουσικά)
ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - Β΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
(ατομική ή ομαδική)
* Έχοντας ως βασικό θέμα: την ανάγκη της θυσίας της ατομικής ευτυχίας για την ωφέλεια του κοινωνικού συνόλου δημιουργήστε ένα ποίημα με χαρακτηριστικά μοντέρνας ποίησης
Γ2
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Θεοδωράκης Αλέξανδρος
*Ιωακείμογλου Βασιλική
*Κάκου Δέσποινα
*Καλτσά Άννα
*Καπία Αικατερίνη
*Καραγιάννης Στέφανος
*Καραμπάση Βασιλική
*Κασάμπαλης Δημήτριος
*Κασκαμανίδου Αλίκη
*Κατραμάδου
*Κατσούφης
*Κοκοβιάδης Φίλιππος
*Κοσμαρίκος Χρήστος
*Κρυστάλλη Βικτωρία - Μιχαλακάκη Σαβίνα
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ
Εξήντα πέντε βοηθοί και άλλοι τόσοι χτίστες
Κάστρο θεμελίωναν κοντά σε ένα φαράγγι.
Δευτέρα έσκαβαν βαθιά, την Τρίτη συνεχίζαν
Τετάρτη θεμέλια στέριωναν και Πέμπτη το εχτίζαν.
Παρασκευή καμάρωναν, Σαββάτο γκρεμιζόταν.
Μοιρολογούν οι βοηθοί και κλαίνε οι χτιστάδες.
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας»
Φωνή ακούν από μακριά, φωνή απ΄ το φαράγγι
Ένα μικρούλι ξωτικό, ακούγεται να λέει:
«Αν δε στοιχειώσετε καλά του πρώτου χτίστη την κυρά
Κάστρο δε θα στεριώσετε ΄δω στο φαραγγιού την πλευρά».
Γοργά κινάει το ξωτικό και στη γυναίκα πάει.
«Σάββατο βράδυ να λουστείς και Κυριακή να στολιστείς
Πρωί Δευτέρας ξεκινάς το κάστρο να θαυμάσεις»
Χαίρεται εκείνη και γοργά το ξωτικό ακούει
Σάββατο βράδυ λούζεται και Κυριακή στολίζεται
Δευτέρα ξημερώματα στο κάστρο καταφτάνει.
Μα τίποτα δε φαίνεται, τίποτα δεν κοιτάζει
Το κάστρο που της τάξανε, δεν θα το καμαρώσει.
«Έλα στην άκρη και θα δεις, τι υπάρχει εδώ από κάτω».
Σκύβει η δόλια και γλιστρά, μες στο φαράγγι πέφτει
Και εξήντα πέντε βοηθοί και άλλοι τόσοι χτίστες
Λιθάρια ρίχνουνε βαριά για να τη στοιχειώσουν.
Και ο πρώτος χτίστης μοιρολογά και την κυρά του κλαίει.
«Μην κλαις για μένα άντρα μου, θυσία εγώ θα γίνω
Κάστρο να χτίσεις θαυμαστό και ξακουστός να γίνεις».
ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Γ2
ΠΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ
Σαράντα πέντε μάστοροι και εξήντα μαθητάδες
πύργο ν-εθεμέλιωναν για κόρη όμορφη με χίλιους θαυμαστάδες
Ολημερίς τον χτίζανε , το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες :
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δουλεψές μας,
ολημερίς τον χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»
Ομορφόπαιδο εδιάβη και έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι
δεν μιλούσε, δε λαλούσε , μονάχα εκοιτούσε,
τότε μίλησε και είπε δυο λογάκια:
«Αν το μαλλί της κόρης δεν κοπεί, πύργος δεν σας στεριώνει
Αν στο χώμα δεν θαφτεί, άντρα δεν ζυγώνει
στον πύργο σαν ερθεί, με τον μπαλτά την πλεξούδα της κόψτε »
Άκουσε ο πατέρας της και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το όμορφο παλικάρι:
Τα μαλλιά σφιχτά, σφιχτά σε κότσο να δεθούνε
διπλά, τριπλά και τετραπλά με σκούφο να κρυφτούνε
Και το ομορφόπαιδο παράκουσε και αλλιώς επήγε και είπε:
«Τα μαλλιά κάτω ελεύθερα ανέμελα να αφεθούνε,
και δυο,τρείς, τέσσερις το άνεμο να δούνε»
Από μακριά τους χαιρετά και από κοντά τους λέει:
«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες
μα τι έχει ο πατέρας μου και είναι βαργωμισμένος;»
- Παλικάρι όμορφο μέσα έχει πέσει ,
και ποιος να μπει και ποιος να βγει το παλικάρι να ‘βρει
- Πατέρα μην πικραίνεσαι, κι είν’ το μαλλί μου γέφυρα
για το όμορφο παλικάρι.
Πριν προλάβει όλη της την πλεξούδα να ρίξει
Ένας πηχάει το ψαλίδι , κι’ άλλος το μαχαίρι ,
παίρνει κι ο πατέρας τον μπαλτά και την πλεξούδα κόβει.
« Αλίμονο στην μοίρα μας , κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες είμαστε , κι οι τρείς την ίδια μοίρα
Ως τρέμουν τα παραθυρόφυλλα, να τρέμει και ο πύργος
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα , να πέφτουν παλικάρια
- Κόρη τον λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πόχεις μονάκριβο θαυμαστή, μην τύχει και τον χάσεις»
Κι αυτή τον λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.
« Αν τρέμουν τα σκαλιά, να τρέμει και ο πύργος
κι αν τρίζουνε τα σίδερα, να πέφτουν παλικάρια
τι έχω μονάκριβο θαυμαστή στην ξενιτιά, φοβούμαι μην τον χάσω».
ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ2
ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
-Πρόλογος-
Στην προσπάθεια να χτιστεί το γιοφύρι της Άρτας, υπήρξαν πολλά προβλήματα. Το πρωί σαν χτιζόταν, ενέπνεε απαράμιλλη ομορφιά, μα το βράδυ γκρεμιζόταν αναπάντεχα. Η πρωτομαστόρισσα είχε απελπιστεί, ήταν η μόνη μαστόρισσα της γενιάς της και δεν αναγνώριζε στον εαυτό της το δικαίωμα να απογοητεύσει τον κόσμο.
Την λύση στο αδιέξοδο θα δώσει ένα όνειρο που η μαστόρισσα θα δει.
Της εξηγεί πως το γιοφύρι έχει υποστεί κατάρα.
Για να λυθεί, το παιδί της πρέπει να θυσιαστεί.
Να χτιστεί και να ξεχαστεί!
Σαν ξύπνησε, την εφιαλτική αλήθεια πολύ θα την σκεφτεί.
Από τη μια, το γιοφύρι θα χτιστεί,
μα το αθώο της παιδί θα πρέπει να χαθεί.
αλλιώς η φήμη της θα καταστραφεί!
Όμως τον άνδρα θα αφήσει μοναχό σαν το καθήκον ολοκληρωθεί,
καθώς από τον πόνο, θα πάρει και τη δική της τη ζωή!
Το σχέδιο ετοιμάστηκε και η μέρα της θυσίας πλησιάζει.
Το παιδί μετά το σχολείο πήρε το δρόμο τον μακρύ,
χωρίς να ξέρει πως διένυε την τελευταία του διαδρομή.
Όλη τη μέρα στο γιοφύρι επικρατούσε πανικός.
Μάνα και μαστόρισσα πάλευαν μέσα της συνεχώς!
Όταν όμως είδε το παιδί, ήταν ξεκάθαρη η επιλογή.
Θα έπρεπε να θυσιαστεί!
Για το σκοπό αυτό, το σπλάχνο της θα έπρεπε να ξεγελαστεί,
μα η καρδιά δεν μπορούσε να το δεχτεί.
Φώναξε στο μικρό κοντά της να σταθεί.
Και πήρε μέσα της απόφαση τρομερή.
Το πήρε αγκαλιά και έπεσε μαζί του στα θεμέλια εκείνη τη στιγμή.
Τη σιωπή σπάει της πρωτομαστόρισσας η φωνή,
που έλεγε πως το γεφύρι πρέπει να θεμελιωθεί.
Αυτή ήταν η μόνη σωστή επιλογή!
Από τότε το γεφύρι μένει άγειρτο στους αιώνες και τα χρόνια.
Λίγοι είδαν τη φοβερή σκηνή και ξέρουν το γιατί.
Θυμούνται το αδιέξοδο, στο οποίο η έρμη γυναίκα είχε βρεθεί
Πήρε του σπλάχνου τη ζωή μαζί με τη δική της, η γέφυρα για να χτιστεί.
ΚΑΚΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Γ2
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Σαρανταπέντε δάσκαλοι κι είκοσι μαθητάδες
στο σχολείο επήγαιναν στην όμορφη τη Θέρμη.
Ολημερίς διαβάζανε τη βάση μόνο παίρναν.
Μαλώνουνε οι δάσκαλοι και κλαιν οι μαθητάδες.
«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στο διάβασμά μας,
ολημερίς διαβάζουμε τη βάση μόνο παίρνουμε».
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο περβάζι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί μηδέ σα χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
«Αν δεν προσέξει μαθητής, βαθμό του δε θα πάρει
και όχι να κοιμάται την ώρα του μαθήματος
μήτε να τρώει, μήτε να χασμουριέται
ό,τι του λέει η Ραφτούδη γρήγορα να το γράφει
μέχρι πόνο το χέρι του να πιάσει»
Τ’ ακούν οι μαθητές και του θανάτου πέφτουν
Και οι μαθητές εμίλησαν κι είπαν στο πουλάκι:
«Μην πεις στη Ραφτούδη για την αδιαβασιά μας,
την άσκηση δεν κάναμε, που ήταν η δουλειά μας.
Πες της αργά να ‘ρθει, το μάθημα να μάθουμε
Και το πουλί παράκουσεκι αλλιώς πήγε και είπε:
«Γρήγορα πήγαινε στη τάξη να πιάσεις τους αδιάβαστους
την άσκηση δεν έκαναν, το μάθημα δεν μάθαν»
Να τηνε κι εξανάφανεν από του Γ2 την πόρτα
τη βλέπουνε οι μαθητές και τρέμουν οι καημένοι
Από μακριά τους χαιρετά και από κοντά τους λέει:
«Θα σας δείρω!!!», μια φράση στερεότυπη, μια φράση αγαπημένη!
ΚΑΛΤΣΑ ΑΝΝΑ, Γ2
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Τρία αδέλφια εχτίζανε της Άρτας το γιοφύρι .
Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν,
γιοφύρι δεν θεμλίωσαν και άκρη δεν εβρήκαν.
Από μηχανής θεό περίμεναν η λύση να δοθεί,
κι ο θεός τους άκουσε και έδωσε λύση να σωθεί.
Ένα πουλί εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα:
«Α δεν στοιχειώσετε άνθρωπο , γεφύρι δεν στεριώνει ,
μη χτίσετε ξένο μη διαβάτη παρά δικό σας συγγενή!»
Εκείνοι τρομαγμένοι έψαχναν να βρουν τον συγγενή.
Γυναίκα κανείς δεν ήθελε να θυσιάσει, μήδε το παιδί τους ,
η μόνη λύση που εφάνη, ήταν οι γονείς τους.
Δίλημμα μεγάλο είχαν στην επιλογή, ανάμεσα στους δυό τους.
Η μάνα τους μαγείρευε, τους έπλενε, καθάριζε το σπίτι.
Ο πατέρας τους έμαθε τις δυσκολίες της ζωής να προσπερνάνε.
«Μα εκείνος μας οδήγησε σε αυτόν τον δρόμο
και γι’ αυτό η μοίρα θέλει να τον θυσιάσουμε»
είπε ο μικρότερος αδερφός και οι άλλοι δεν διαφωνήσαν.
Αντιθέτως και άλλους λόγους έβρισκαν, για να τον θυσιάσουν.
«Έχετε δίκιο αδέλφια μου , μα αμαρτία δεν είναι,
ο άνθρωπος που μας έθρεψε να πρέπει να πεθάνει;»
Δίλημμα μεγάλο είχαν , μα άλλη λύση δεν εβρήκαν .
Έβαλαν σε εκκίνηση το σχέδιο τους αφού τα συμφωνήσαν
και πήγε ο μεγαλύτερος να τον φωνάξει .
Δεν άντεξε όμως το ψέμα και του τα μαρτύρησε όλα .
Το πουλί όμως τα άκουσε και έτρεξε να το πεί στ’ άλλα δύο αδέλφια .
Εκείνοι αποφάσισαν να μην στοιχειώσουν τον πατέρα τους ,
αλλά τον αδερφό τους , για την προδοσία που διέπράχθη.
Όταν βρέθηκαν όλοι μαζί ,οι δύο μικρότεροι προσποιηθήκαν
ότι μετάνιωσαν την απόφαση αυτή και θλιμμένοι, απολογηθήκαν .
Μα την κατάλληλη στιγμή έριξαν στα θεμέλια τον μεγάλο αδερφό τους
«Αλίμονο σας τέκνα μου , για αυτή την αμαρτία!»
«Δεν είχαμε άλλη επιλογή , της μοίρας ήτανε γραφτό πατέρα
ΚΑΠΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Γ2
ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ - Η ΠΑΡΩΔΙΑ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γεφύρι έχτιζαν όλοι μαζί γερό, στης Άρτας το ποτάμι
Όλη μέρα το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν
και όλοι τον λόγο έψαχναν, σπαζοκεφαλιαζόταν.
Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
που εν’ τέλει ίσως δεν πληρωθούν
γιατί ολημερίς κοπιάζουνε και υπερβολικά μοχθούν
Επικρατεί ο πανικός, όλοι έχουν τρελαθεί
κι εκεί που σκεφτόταν ο πρωτομάστορας μια μέρα,
έρχεται με φόρα και με συμβουλές ένα πουλί:
“Γεια και χαρά σου πρωτομάστορα! Πώς πάει το γεφύρι;”
“Αϊ χάσου, πήγαινε κι εσύ, μη σου ‘ρθει κανά σκαμπίλι.
Τόσο καιρό είμαστε εδώ, έχουμε όλοι τρελαθεί.
Τα νεύρα μου έχω και δεν ξέρω πού θα βγει,
γιατί κάθε βράδυ γκρεμίζεται, αυτό είναι που με καίει”
είπε ο πρωτομάστορας, φανερά νευριασμένος
και του απαντάει το πουλί, αμέσως και εσπευσμένως:
“Γι’ αυτό ήρθα πρωτομάστορα, να σου προτείνω λύση,
γιατί αν αυτό συνεχιστεί, την έχουμε πατήσει.
Λέω να βάλεις μέσα στα θεμέλια την κυρά σου,
ρίζα να ‘χει το γιοφύρι και εσύ να έβρεις τη χαρά σου.
“Άντε πήγαινε από εκεί, που ήσουν πριν να με ‘βρεις
στον Άδη πριν σε στείλω να κατέβεις!
Και τότε το είδος σου θα έχει φοβερά ανακουφιστεί
γιατί άλλο ένα ντουγάνι θα ‘χει εξαφανιστεί!
Είπε ο πρωτομάστορας κι έφυγε σφαίρα το πουλί
γιατί από τον φόβο του είχε κατουρηθεί!
Τότε άλλος μάστορας καλός μπροστά του ξεπροβάλει
άλλη λύση να προτείνει , κανείς να μην μπορεί να αμφιβάλει,
κάτι που ενδεχομένως την ομάδα θα ωφελήσει,
κάτι που άλλος κανείς ως τότε δεν είχε εντοπίσει.
“Χαίρε πρωτομάστορα, τι κάνεις και πώς είσαι;”
“Δε βλέπεις; Είμαι χάλια, τόσο στραβάδι είσαι;”
“Ήρθα να προτείνω λύση, που ίσως τα χέρια να μας λύσει!
Αφού γέφυρα μοιάζει αδύνατο με επιτυχία να χτιστεί,
μπορούμε απέναντι να περνάμε, κρεμασμένοι από σχοινί”
“Έχουμε ένα εδώ δίπλα, μάλλον θα σου χρειαστεί
Είναι αυτές ιδέες τώρα; Έχουμε όλοι τρελαθεί;”
απαντάει ο πρωτομάστορας, και πιάνεται απ’ την κουπαστή.
Έρχεται η ώρα για συνέλευση, μια λύση για να βρούνε,
γιατί έφτανε η ώρα πάλι σπίτια τους να μπούνε:
“Πρέπει κάτι να κάνουμε, δεν μπορεί αυτό να συνεχιστεί
γιατί στο τέλος θα μας κάνουν παράσταση θεατρική.
Πρέπει κάποιον να θυσιάσουμε, να βάλουμε μες στα θεμέλια
Προτείνετε πρώτοι εσείς, μάστοροι αξιοσέβαστοι
Γιατί αν αποφασίσω εγώ, θα το κάνω να φανεί σαν από αμέλεια”
Κι εκείνη την ώρα, έρχεται το πουλί για να ρωτήσει:
“Τελικά μάστοροι, βρέθηκε η λύση;”
Πετάγεται ένας μάστορας και λέει:
“Φτάνει πια! Μας έχεις πρήξει με το ποιον θα θυσιάσουμε!
στο τέλος θα σε κάνουμε ψητό στο φούρνο με πατάτες να σ’ απολαύσουμε!”
“Αστον τώρα αυτόν, να τελειώνουμε, έχω να πάω για πιλάτες”
λέει ο πρωτομάστορας, και σιωπή κάνουν οι πάντες
“Λοιπόν μάστορες, το αποφάσισα! Θα κάνουμε μετρό!
Σύγχρονο και γρήγορα και αποδοτικό”.
Είπε ο πρωτομάστορας φανερά αποφασισμένος
Και πετάγετ’ ένας άλλος, αναψοκοκκινισμένος:
“Μας δουλεύεις πρωτομάστορα! Ποιος θα κάνει το μετρό;
Θέλεις να γίνουμε όλοι, ανέκδοτο κακό;”
“Τι λες καημένε μάστορα, δεν είμαστε Θεσσαλονίκη,
να περιμένεις είκοσι χρόνια και να μην ξέρεις αν θα γίνει!
Αν θέλετε έχουμε και εναλλακτική! Να κάνουμε Φλαϊόβερ”
Και όλοι μαζί αποκρίνονται και φωνάζουνε “Αυτό είναι! Ιτς οβερ!”
Κι έτσι τελειώνει η ιστορία αυτού του γεφυριού,
το φλαϊόβερ σχεδιάστηκε, μα ακόμη να χτιστεί
γιατί όλα τα μαστόρια γεράσανε πολύ
και χρόνους μας αφήσανε και γίναν αγγελάκια
και στο γιοφύρι τριγυρνούν μονάχα τα πουλάκια,
να λένε τις ιστορίες τους και όσα φανταστούν,
χωρίς ακόμη λύση καμιά να μπορούν να βρουν.
Μόνο η γυναίκα του πρωτομάστορα είναι χαρούμενη πολύ
γιατί σ' αυτή την εκδοχή της σώσαμε τη ζωή.
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Γ2
Μια παραλογή εμπνευσμένη από τον Μύθο της Περσεφόνης.
ΤΗΣ ΑΡΠΑΓΗΣ ΤΗΝ ΚΟΡΗ
Στα ξεραμένα χώματα στάχυα δε μεγαλώνουν.
Τα δέντρα χωρίς φύλλωμα απέμειναν στον κάμπο.
Αδύναμα όλα τα κορμιά, άδεια τα στόματά τους.
Και τα παιδιά δεν έχουνε γλυκό ψωμί να φάνε.
Ρωτούν οι μάνες κλαίγοντας, εξήγηση να βρούνε:
-Τι έπαθες Γη και δεν μπορείς να θρέψεις τους ανθρώπους;
Μήπως κουράστηκες και θες λίγο να ξαποστάσεις;
Αν δεν αλλάξεις σύντομα, όλοι μας θα χαθούμε.
-Δεν είμαι εγώ το πρόβλημα, γυναίκα είν’ η αιτία.
Αυτή με διέταξε ξανά καρπούς να μη σας δώσω.
Μα να’ τη τώρα έρχεται, ελάτε να τη δείτε.
Απελπισμένη στέκεται και μαυροφορεμένη.
Μάνα που της αρπάξανε αυτήν που αγαπούσε.
Δήμητρα είναι τ’ όνομα, Θεά είναι η Χάρη.
Την κόρη που δεν έχει πια, τη λένε Περσεφόνη.
Μεγάλη η λύπη στην καρδιά, ξεράθηκε όλη η Πλάση.
Πενθεί η μάνα το παιδί, πενθεί η Φύση όλη.
Ο χωρισμός του σπλάχνου της θάνατος ίδιος είναι.
Κανένας δεν τολμά να πει αλήθεια στη μητέρα.
Την βλέπει ο Ήλιος ο λαμπρός κι από συμπόνια λέει:
-Μηδέ η Κόρη χάθηκε, μηδέ θάνατο βρήκε.
Τα άνθη καθώς μάζευε στο Νύσιο Πεδίο,
τον Νάρκισσο επόθησε στα χέρια να μαζέψει.
Μα ο Πλούτωνας που από καιρό τη νέα αγαπούσε,
τη Γη στα δύο έσκισε, στην επιφάνεια βγήκε.
Στο άρμα του την άρπαξε, στον Άδη την επήρε.
Από Θεά της Βλάστησης, Θεά του Ερέβους είναι.
-Ήλιε μου φωτεινέ εσύ, που όλα τα κοιτάζεις
εκεί ψηλά απ’ τον ουρανό, στα σύννεφα απάνω,
τρέχα και μήνυσε γοργά τον Μέγα Θεό Δία,
με διαταγή του ο Πλούτωνας την Κόρη μας ν’ αφήσει.
Αλλιώς ξανά ετούτη η Γη ποτέ δεν θα ανθίσει,
τα φύλλα δε θα ξαναβγούν, καρποί δε θα ωριμάσουν.
Διατάζει ο Δίας μονομιάς τον Βασιλιά του Άδη
ευθύς η Κόρη ν’ ανεβεί στη Γη ξανά απάνω.
Μα ο Πλούτωνας την κοπελιά ν’ αφήσει δεν μπορούσε.
Η αγάπη και ο πόθος του γι’ αυτήν τέλος δεν έχουν.
Δίνει στην Περσεφόνη του ρόδι να δοκιμάσει.
Μα αυτή δεν ήξερε πως αν τροφή του Κάτω Κόσμου
στο στόμα βάλεις δεν μπορείς ποτέ να επιστρέψεις.
Τρία σπυριά για την αρχή και τρία για το τέλος,
Έξι σπυριά απ’ τον καρπό έφαγε χωρίς σκέψη.
Ποτέ απ’ τον Άδη τώρα πια δε θα μπορεί να φύγει.
Φωνάζει πάλι η Δήμητρα, την Κόρη θέλει πίσω.
Στο τέλος συμβιβάζονται, στη μέση την μοιράζουν.
Για κάθε σπόρι του ροδιού και μήνας μακριά τους.
Έξι οι μήνες που κοντά η Κόρη είναι στη μάνα.
Έξι και οι υπόλοιποι, στον Άδη κατεβαίνει.
Περνούν οι μήνες κι οι εποχές, αέναο κύκλο κάνουν.
Μισή χρονιά η φύση ανθεί, φυτά καρποφορούνε.
Χαρούμενοι οι άνθρωποι, χορτάτα τα παιδιά τους.
Μισή χρονιά πενθεί η Θεά, ξερή η Γη θα μένει.
Κι η Κόρη βγαίνει μια στο φως, την άλλη στο σκοτάδι.
Αυτή είν’ η Μοίρα της λοιπόν, καθώς και των ανθρώπων.
Περνούνε οι ψυχές αυτών μέσ’ από τα σκοτάδια.
Όταν γεμίσουν δύναμη, στην επιφάνεια βγαίνουν.
Τότε μονάχα γίνεται να αναγεννηθούνε.
ΚΑΡΑΜΠΑΣΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ2
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
Μετρό εφτιάχνανε στην πόλη Σαλονίκη.
« Κρίμα τα αρχαία μας , που ευρήκαμε στο χώμα »
Φωνάζουν οι τεμπέληδες να κρύψουν βαρεμάρα.
Παπανδρέου εδιάβη και έκατσε απέναντι στο χτίσμα
« Σε δύο χρόνους έτοιμο θα ‘ναι » ανακοινώνει
Τώρα κοιτώντας το από ψηλά το εμουτζώνει!
Η Αθήνα τα κακά τα χάλια μας περιγελά
Κι εμείς τι να πούμε δεν έχουμε πια.
Μήτε οχτώ , μήτε εφτά αλλά τριάντα έξι χρονικά,
Περιμένει η Θεσσαλονίκη υπομονετικά!
Μπας και μετρό τα φτωχά ματάκια της ιδούνε.
Να μπορέσουν οι καημένοι άνθρωποι με άνεση να κυκλοφορούν.
Πηγαίνει λοιπόν ένα πρωινό ο πρωτομάστορας στου πρωθυπουργού την πόρτα
Ανοίγει εκείνος φορώντας την καλή του ρόμπα.
-Τι έχεις πρωτομάστορα κι είσαι βαργωμισμένος;
-Παράπονα για το μετρό φέρνω, συγχωρέσετε με αν είστε απασχολημένος »
Τ' άκουσ' ο πρωθυπουργός και χαμηλώνει να δέσει το κορδόνι
από τα παράπονα του κόσμου για να με λυτρώσεις.
Και εκείνος παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
« Αργά, αργά μαστόροι το μετρό να το αποτελειώσετε,
από τα παράπονα του κόσμου τίποτα να μη κρατήσετε.
Αρχινάνε λοιπόν οι μάστοροι να το κατεδαφίζουνε
Και με το που βγαίνει ο ήλιος ξανά να το εχτίζουνε.
Για χρόνια επληρώνονται χωρίς δουλεία να κάνουν.
Κάμνοντας τους Θεσσαλονικιούς πόλη να θέλουν άλλη!
ΚΑΣΚΑΜΑΝΙΔΟΥ ΑΛΙΚΗ, Γ2
ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Σαρανταέξι ξωτικά και ένας Άη Βασίλης
Τα δώρα φτιάχνουν των παιδιών τις γιορτινές ημέρες.
Ολημερίς τυλίγουνε τρενάκια και κουκλίτσες
Κορδέλες βάζουν γύρω τους , όμορφα να δείχνουν.
Μα κάθε που ερχότανε στο τέλος η βδομάδα
Τα δώρα εξαφανίζονταν, χάνονταν από μπρος τους.
Τα κλέβαν καλικάντζαροι αργά μέσα στην νύχτα
Για να χαλάσουν την χαρά απ’τα μικρά παιδάκια.
Τη λύση ψάχνουνε να βρουν τα ξωτικά κι ο Άγιος
Γιατί δε θέλουν τα παιδιά να είναι λυπημένα.
Μα τότε εμφανίζεται των Χριστουγέννων Πνεύμα
Λύση να δώσει έρχεται στο πρόβλημα αμέσως:
Άγιε Βασίλη άκου με αν θες να αποτρέψεις
τους καλικάντζαρους αυτούς που κλέβουνε τα δώρα.
Ξύπνιος να μείνεις μέχρι αργά το τελευταίο βράδυ,
Τότε που είναι σκοτεινά κι αλλάζει η βδομάδα.
Κρύψε τα δώρα τα σωστά και ψεύτικα να βάλεις.
Όταν οι καλικάντζαροι ορμήσουν να τα πάρουν,
Παγίδευσέ τους ξαφνικά στον μαγικό σου σάκο.
Το πήρε απόφαση λοιπόν ευθύς ο Αη Βασίλης
Να πιάσει τα μικρά αυτά δαιμόνια τερατάκια.
Το δόλωμα ετοίμασε, τα ψεύτικα τα δώρα
Και πήγε και τα έβαλε μέσα στο εργαστήρι.
Πάει μέσα και κρύβεται στον φούρνο από πίσω
Και περιμένει ολονυχτίς για το κακό να έρθει.
Φτάνει λοιπόν η ώρα που αρχίζει φασαρία
Κρυφά οι καλικάντζαροι στη Γη ανεβαίνουν τώρα
Στο εργαστήρι μπαίνουνε τα δώρα για να πάρουν.
Μα είναι όλα ψεύτικα, δεν κάνουν για παιχνίδι.
Ορμάει και ο Άγιος και τους αιφνιδιάζει,
Όλους μέσα τους μάζεψε στο μαγικό του σάκο.
Μπόρεσαν όλα τα παιδιά τα δώρα τους να πάρουν
Να ζήσουν τα Χριστούγεννα χαρούμενα κι ωραία.
ΚΑΣΑΜΠΑΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Γ2
ΤΟ ΜΑΝΤΗΛΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Υπάρχει ένα βασίλειο αποκομμένο απ’ όλα
που ζούνε οι νεράιδες κρυμμένες απ’ τη χώρα.
Στο βασίλειο αυτό κυριαρχεί μία αξία
το δικαίωμα των νεράιδων στην ελευθερία.
Η κάθεμιά της κουβαλεί μοναδικό μαντήλι
σημάδι ελευθερίας της απ’ τους ανθρώπους δείχνει.
Κάποτε όμως ένας θνητός που εκεί βρέθηκε ,
θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά και μια ερωτεύτηκε.
Έπρεπε όμως το μαντήλι να της κλέψει
για να μπορεί να την κρατήσει δίχως αυτή να δραπετεύσει.
Χωρίς αυτό η νεράιδα δεν μπορεί να φύγει
και απευθείας εξουσία πάνω της του δίνει.
Έτσι λοιπόν αυτός ένα τέχνασμα έπραξε ,
το μαντήλι άρπαξε και απευθείας την έκλεψε.
Και βρέθηκε η νεράιδα σε μια σπηλιά κλεισμένη ,
φυλακισμένη απ’ τον θνητό μόνη και λυπημένη.
Το ΄ μαθαν οι νεράιδες και έτρεξαν να την βρουν
και για την παρακοή του, τον θνητό τον τιμωρούν.
Καταπατήθηκε γι΄ αυτές αξία πολύ σημαντική
και αποφάσισαν μια τιμωρία παραδειγματική.
Ακόμα και αν το θέλει να μην μπορεί να ερωτευτεί ,
ούτε νεράιδα , ούτε μία απλή θνητή.
Το πάθημά του σε όλους , έγινε γνωστό
καθώς μόνος του το διέδωσε σε κάθε θνητό.
« Νεράιδα απ’ το βασίλειο κανείς να μην ερωτευτεί ,
να μην κλέψει το μαντήλι αν θέλει ήρεμη ζωή ».
ΚΑΤΡΑΜΑΔΟΥ ΜΑΡΙΑ, Γ2
ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ
Στην Άρτα της γέφυρας το χοντρό πέτρωμα
στα κύματα αγκαλιά, όνειρο κι ανάσα.
Πέρα δεξιά, πέρα αριστερά, η ζωή ατέλειωτη, τα βήματα μας χορεύουν,
στη γέφυρα ακούω κρυφή φωνή.
Ποτάμι κάτω, αχνά σκισμένος ουρανός πάνω, η γέφυρα σύνορο,
ανάμεσα σε χθες και αύριο.
Πρωί και βράδυ, συντροφιά στον πεζό δρόμο,
τα λόγια ανάμεσα μας γέφυρα για πάντα.
Ούτε πολλά, ούτε λίγα, σε δεκαπέντε στίχους κλείνω,
γέφυρα της Άρτας, στην καρδιά μου κείται ωραία.
Στο ταξίδι της ζωής, όπου κι αν βρεθείς,
γέφυρα αγάπης, η αληθινή πατρίδα μας όλων.
ΚΑΤΣΟΥΦΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Γ2
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΣΤΡΟΥ
Τριάντα γέροι μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
που κάστρο εθεμελίωναν σε μιας πλαγιάς την άκρη,
ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόνταν
κι ήταν ο πρωτομάστορας ο πρώτος που νοιαζόταν.
Αρκούδι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στην πλαγιά του,
δεν μούγκριζε από οργή, μηδέ απ’ τη χαρά του.
Τους μάστορες πλησίασε κι έβγαλε τη λαλιά του.
Ακούστηκε σαν άνθρωπος, σοφός και μυαλωμένος!
Πήγε κι ο πρωτομάστορας αν κι αποκαμωμένος.
Κι όλοι σωπάσαν στη στιγμή ν ’ακούσουν τη φωνή του,
άρχισε τότε να μιλεί να λέει την άποψή του:
«Ήρθαν οι καλικάντζαροι του δωδεκαημέρου
κι άρχισαν μύριες σκανδαλιές εις βάρος ενός γέρου.
Πέτρες το βράδυ κλέβουνε στου κάστρου σας τη βάση,
Θέλουν ο πρωτομάστορας τον ύπνο του να χάσει.
Γι’ αυτό λοιπόν, αν θέλετε το κάστρο να στεριώσει
κάντε το δωδεκάμερο γρήγορα να τελειώσει».
Αυτά είπε κι έπαψε τ’ αρκούδι να μιλάει
Κι ευθύς ο πρωτομάστορας άρχισε να γελάει
«Μη με γελούν τα μάτια μου; Μη με γελούν τ’ αυτιά μου;
Μήπως αρχίζω ξαφνικά να χάνω τα μυαλά μου;
Αρκούδι βλέπω να μιλεί και να μας συμβουλεύει
το κάστρο πώς να στεριωθεί, άλλο μη μας παιδεύει».
Μονολογούσε ο μάστορας και έφυγε τ’ αρκούδι,
στο δάσος πήγε, χάθηκε και έγινε τραγούδι.
Γυρίζει ο πρωτομάστορας και γνέφει στους μαστόρους:
«Είναι καιρός ν’ ακούσετε και τους δικούς μου όρους!
Τρεις μέρες παιδευόμαστε και προκοπή δεν έχει.
Η λύση πρέπει να βρεθεί κι όποιος μπορεί, αντέχει.
Πρέπει λοιπόν να κάνουμε τους καλλικαντζαραίους,
να χάσουνε το μέτρημα, να σώσουμε τους γέρους.
Ρίξτε το φως με προβολείς, να γίνει η νύχτα μέρα
να μην μπορούν να βγουν στη γη, ούτε να παν πιο πέρα».
Έτσι λοιπόν και έγινε, τους στήσανε καρτέρι,
μα δεν τα καταφέρανε απ’ την αρχή οι γέροι.
Δεν είχαν δυνατούς φανούς, δεν φώτιζαν το βράδυ,
βγαίναν οι καλλικάντζαροι νωρίς μες στο σκοτάδι.
Εννέα μέρες πέρασαν, εννέα νύχτες φύγαν,
γκρεμίζονταν το κάστρο τους, κι οι κόποι τους πού πήγαν;
Παίζουνε πετροπόλεμο με τους καλλικαντζάρους,
σπάζουνε τα κεφάλια τους και περιμένουν κι άλλους!
Μια νύχτα ο πρωτομάστορας κρύβεται στα συντρίμμια
και περιμένει για να δει από κοντά τ’ αγρίμια.
Του ρίχνουν με τις πέτρες τους, πέφτει κι αυτός στο χώμα,
πεθαίνει ο πρωτομάστορας, μα αυτοί χτυπούν ακόμα.
Μέχρι που ξημερώθηκε η μέρα η δωδεκάτη,
φύγαν οι καλλικάντζαροι, χαθήκανε στα βάθη.
Το κάστρο τους το χτίσανε οι γέροντες μαστόροι
Και στέκεται καμαρωτό εκεί ψηλά στα όρη!
ΚΑΤΣΑΒΟΥΝΗ ΧΡΥΣΗ, Γ2
ΤΟ ΜΕΓΑ ΚΑΣΤΡΟ
Σαράντα πέντε μάστοροι και εξήντα μαθητάδες
μέγα κάστρο έχτιζαν στη βουνοκορφή του Ολύμπου.
Σαν όμως νύχτα έφτανε, νυχτερίδες χιλιάδες ερχόταν
και το κάστρο για πάντα εξαφανιζόταν.
Θρηνούν ολημερίς οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες.
Ποιος κατάρα τους έριξε, τί στοίχειωμα είναι τούτο;
Την λύση, σαν απομηχανής θεός, έρχεται να δώσει
ολόλευκο πουλί με τη μιλιά ανθρώπου:
«Αν μέγα κάστρο θέλετε εσείς να χτίσετε
άνθρωπο Ρωμιό θα πρέπει να στεριώσετε.
Μα όχι τυχαίο, ούτε μισητό, αλλά έναν αγαπητό
σαν του πρωτομάστορα τον μεγάλο γιο!»
Τ’ άκουσε ο πρωτομάστορας και πέτρωσε η καρδιά του.
Πώς θα μπορούσε τον αγαπημένο γιο να θυσιάσει;
Ο καιρός περνούσε κι απόφαση δεν επάρθη.
Έχτιζαν την μέρα, το βράδυ γκρεμιζόταν
και μαζί με αυτά τα νέα μεταδιδόταν.
Τα πήρε του Κωνσταντή τ’ αυτί, του πουλιού τα λόγια,
και στο πατέρα έτρεξε γοργά για να μιλήσουν.
Με το που άκουσε τα λεγόμενά του
πήρε ύφος ψυχρό και σοβαρά του είπε:
«Πατέρα μου αγαπημένε, άκουσε την ψυχή μου.
Πρόθυμος θα θυσιαστώ, τέλος στην κούραση να δώσω.
Ένα μονάχα εγώ ζητώ, δοξασμένη κηδεία να ‘χω.»
Στα λόγια του γιου υπάκουσε κι’ άρχισε η θυσία!
Έτσι τον χτίσαν στα θεμέλια κι αρχίσαν οι διαδικασίες
Η μέρα πέρασε, το στέριωμα τέλειωσε, κι ο πρωτομάστορας θρηνούσε!
μα βαθιά μέσα του ήξερε πως όλοι τον γιο του θα θυμούνται.
ΚΟΚΟΒΙΑΔΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ, Γ2
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Η Λυγερή τον λόγο άλλαξε και πίσω πήρε την κατάρα,
γιατί είχε αδερφό στην ξενιτιά, μην τύχει και περνούσε.
Και το Γιοφύρι χτίστηκε, το θαύμαζε ο κόσμος όλος.
Μα ο Πρωτομάστορας ήρεμος δεν ξανακοιμήθη.
Το βράδυ τον βασάνιζαν οι τύψεις, η στεναχώρια!
Παρακαλούσε τη Λυγερή στον ύπνο του να έρθει,
σφικτά να αγκαλιαστούνε!.
Και τα καυτά του δάκρυα, που έπεφταν στο χώμα,
ποτάμι έγιναν και κάψαν την ψυχή της.
Και ένα βράδυ σκοτεινό, βράδυ χωρίς φεγγάρι,
σαν αερικό πλησίασε, θαμπώθηκε εκείνος!
Με τα χέρια απλωμένα, τον παρακαλεί να την ακολουθήσει.
Σα μαγεμένος σύρθηκε για να την αγκαλιάσει.
Και περπατώντας έφτασαν στην μέση στο Γιοφύρι:
«Έλα κοντά μου Πρωτομάστορα. Έλα να σ’ αγκαλιάσω.
Έλα να σου το δώσω πια το δαχτυλίδι που ήβρα».
«Αχ Λυγερή, ανάθεμα τη μοίρα μας , κρίμα το ριζικό μας!
Την αγκαλιά σου λαχταρώ από την πρώτη μέρα!».
Και την αγκάλιασε σφιχτά κι ένιωσε την αγάπη.
Και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι πέταξαν κάτω από το Γιοφύρι.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι έγινε ο Πρωτομάστορας.
Μόνο που κάθε τέτοιο μαγεμένο βράδυ του Γενάρη
έβλεπαν το ζευγάρι να περπατά επάνω στο Γιοφύρι
και να χάνεται στο φως του φεγγαριού.
Και κάποιοι έλεγαν: «Η Λυγερή κι ο Πρωτομάστορας!».
ΚΟΣΜΑΡΙΚΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Γ2
ΓΕΦΥΡΙ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες,
γιοφύρι εθεμέλιωναν ανάμεσα σε δυο απομακρυσμένα χωριά
ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Το ξανά χτίζανε χωρίς αποτέλεσμα,
ψάχναν να βρουν μια λύση, μα εκείνο συνέχεια γκρεμιζόταν.
Μια μέρα μια γριά εμφανίστηκε και τους είπε,
“ Το γιοφύρι εάν θέλετε να στεριώσετε,
έναν από εσάς θα πρέπει να θυσιάσετε”
Όλοι είχαν μείνει άφωνοι μ’ αυτά που είχαν ακούσει
και έπρεπε να βρούν ποιόν θα θυσιάσουν.
Μετά από εκείνη την ημέρα άρχισαν οι τσακωμοί.
Κανείς δεν ήθελε να θυσιαστεί,
όμως βρήκαν ένα σχέδιο.
Κανείς τους δεν συμπαθούσε τον πρωτομάστορα
και σχεδίασαν κρυφά να συνεργαστούν εναντίον του.
Έτσι λοιπόν, την επόμενη μέρα έβαλαν το σχέδιο σε δράση.
Όταν ήρθε ο πρωτομάστορας στον χώρο εργασίας
τους είδε όλους μαζεμένους και πήγε να δει τι έγινε.
“Μα τι πάθατε όλοι και δεν αρχίσατε ακόμα την δουλειά;”
Και του απαντάει ένας μάστορας,
“Αχ πρωτομάστορα, μας έπεσε το σφυρί σου στην τρούπα,
και ποιος να μπεί, ποιος να βγεί το σφυρί να βρεί?”
“Μα πως έγινε αυτό” λέει ο πρωτομάστορας,
“Τι να πώ, εγώ να μπώ, εγώ να βγώ, το σφυρί να βρω.”
Ο πρωτομάστορας μπήκε μέσα στη τρούπα να το βρει
αλλά δεν βρήκε τίποτα.
“Σηκώστε με παιδιά, πάει το σφυρί μου, δεν το βρίσκω πουθενά!”
Όλοι μαζί οι μάστοροι και οι μαθητάδες άρχισαν να χτίζουν το γιοφύρι
με τον πρωτομάστορα μέσα!
“Μα τι κάνετε, βγάλτε με από εδώ!” άρχισε να φωνάζει ο πρωτομάστορας.
Όταν ο πρωτομάστορας κατάλαβε τι του συνέβαινε άρχισε να καταριέται το γιοφύρι
“Όποιος τολμήσει να περάσει τούτο το γιοφύρι να πέσει και να τσακιστεί!”
Οι μάστορες και οι μαθητάδες όμως δεν άκουσαν την κατάρα του,
και έτσι από τότε το γιοφύρι αυτό έχει μείνει καταραμένο.
ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΒΙΚΤΩΡΙΑ- ΜΙΧΑΛΑΚΑΚΗ ΣΑΒΙΝΑ, Γ2
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $10.99+) -
BUY THIS BOOK
(from $10.99+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem
"ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΩΝ από τους μαθητές & τις μαθήτριες του Γ2 & του Γ3"
Ζητήσαμε από τους μαθητές μας να γράψουν παραλλαγές του "Γιοφυριού της Άρτας" ή τις δικές τους παραλογές.
Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε όλους!
Υπεύθυνες καθηγήτριες:
Γιάγκου Σταυρούλα - Ιγγλέση Ευαγγελία - Ραφτούδη Δήμητρα

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!