ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΩΝ
Υπεύθυνη καθηγήτρια των τμημάτων Γ4 & Γ6
Ιγγλέση Ευαγγελία


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Για έβδομη συνεχή χρονιά οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄ τάξης του 3ου Γυμνασίου Θέρμης και στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας συνεχίζουν να ασκούνται στη δημιουργική γραφή. Τα παιδιά έτσι αναπτύσσουν τη σκέψη, τη γλώσσα, τη φαντασία και την δημιουργικότητά τους.
Γενικά στόχος μας είναι να ωθήσουμε τα παιδιά στη δημιουργική γραφή και να κατανοήσουν ότι αυτή είναι που δίνει μορφή στις ιδέες και τα συναισθήματά τους και τις εξωτερικεύει!
Φέτος οι μαθητές και οι μαθήτριές μας στη διάρκεια των μαθημάτων διδάχτηκαν Δημοτική Ποίηση και συγκεκριμένα το τραγούδι: "Του γεφυριού της Άρτας". Τα παιδιά εντρύφησαν στα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Δημοτικής Ποίησης και αντιλήφθηκαν ότι αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας μας. Ζητήσαμε από τους μαθητές και τις μαθήτριές μας να γράψουν παραλλαγές του "Γιοφυριού της Άρτας" ή τις δικές τους παραλογές. Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε όλους!
Υπεύθυνες καθηγήτριες της παραπάνω δράσης είναι οι φιλόλογοι:
Γιάγκου Σταυρούλα, Ιγγλέση Ευαγγελία & Ραφτούδη Δήμητρα.
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - Α΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
(ατομική ή ομαδική)
*Δημιουργήστε παραλλαγή της παραλογής:
" Του γιοφυριού της Άρτας" που έχετε διδαχθεί
* Δημιουργήστε μια δική σας παραλογή
* Οπτικοποιήστε την παραλογή σας (δημιουργήστε ένα βίντεο & επενδύστε το μουσικά)
ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - Β΄ ΤΕΤΡΑΜΗΝΟ
(ατομική ή ομαδική)
* Έχοντας ως βασικό θέμα: την ανάγκη της θυσίας της ατομικής ευτυχίας για την ωφέλεια του κοινωνικού συνόλου δημιουργήστε ένα ποίημα με χαρακτηριστικά μοντέρνας ποίησης
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Ρασκοπούλου Βασιλική
*Ρίγκα Βασιλική
*Ρουφίφης Χρήστος
*Σεβαστιάδουν Κωνσταντίνα
*Στουραϊτης Κωνσταντίνος
*Σωτηρίου Σωτήριος
*Τέκος Δημήτριος
*Τίλης Ευάγγελος
*Τσιώλης Ιωάννης
*Τριανταφυλλίδου Νικολέτα & Τερτιλλίδη Ηρώ
Γ4
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ
Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες,
γιοφύρι-ν- εθεμέλιωναν στης Πλάκας το ποτάμι
Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόνταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
«Αλίμονο στους κόπους μας κρίμα στις δούλεψές μας,
Ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται !»
Ξαφνικά ο πρωτομάστορας είχε μια ιδέα
Για να μπορέσει να στεριωθεί το γεφύρι θα πρέπει
να χρησιμοποιηθούν χιλιάδες αυγά και μαζί
Με ασβέστη που θα χρησιμοποιηθεί σαν
πορσελάνη τότε θα μπορέσει να στεριωθεί.
Έτσι και έγινε το γεφύρι της Πλάκας εστεριώθη.
ΡΑΣΚΟΠΟΥΛΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ4
ΠΑΡΑΛΟΓΗ
Πενήντα πέντε μάστοροι κι σαράντα μαθητάδες
γεφύρι -ν-εθεμελίωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε , το βράδυ γκρεμιζόταν.
Τότε ένα χαρτί από τον ουρανό έπεσε με λύση της κατάρας:
“Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό μη ξένο μη διαβάτη,
παρά τον πρωτομάστορα, το πρώτο παληκάρι.
Δεν τ’ είδε ο πρωτομάστορας, μπορούν να τον παραπλανήσουν.
Στην πρώτη την καμάρα να μπει για να τον κλείσουν.
Να ο πρωτομάστορας από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
“Γεια και χαρά σας μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο ένας μάστορας κι είναι βαργιωμισμένος;”
- Το στήριγμα της γέφυρας της γέφυρας στην πρώτη την καμάρα
να πέσει πάει τώρα δα και να γκρεμιστεί πάλι όλο”.
- Μάστορα μην πικραίνεσαι κι εγώ να πα’ το φτιάξω.
Μπαίνει ο πρωτομάστορας το δόλο καταλαβαίνει,
η μοίρα του ήταν αυτή, σιωπαίνει το γεφύρι να θεμελιωθεί.
ΡΟΥΦΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Γ4
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ
Τριάντα πέντε μάστορες και εβδομήντα μαθητάδες
γιοφύρι θεμελίωσαν στης Άρτας το ποτάμι
Ολημερίς χτίζανε το βραδύ γκρεμιζόταν.
Mοιρολογούν οι μάστορες και κλαίνε οι μαθητάδες.
Χελώνα εδιάβη και έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν έκανε ήχους σαν χελώνα ούτε σαν άλλο ζώο
παρά μιλούσε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
«α δε στοιχειώσετε άνθρωπο γιοφύρι δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσετε ορφανό μη ξένο μη διαβατή πάρα του πρωτομάστορα τον γιο».
T΄ άκουσε ο πρωτομάστορας και του θανάτου του πέφτει
πιάνει μηνάει του γιου με την χελώνα τούτη:
Γοργά ντυθεί, γοργά αλλαχτεί, γοργά να πάει στο γιόμα,
γοργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και η χελώνα παράκουσε και αλλιώς επήγε και είπε:
“Αργά ντύσου, αργά άλλαξε, αργά να πας στο γιόμα,
αργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι”.
Να τον κι εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.
Τον είδε ο πρωτομάστορας και ράγισε η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά από κοντά τους λέει:
“Γεια σας και χαρά σας μάστοροι κι σεις οι μαθητάδες
τι έχει ο πατέρας μου κι είναι βαργωμισμένος;”
-Το παιχνίδι σου το καινούριο το΄ πεσε στην πρώτη την καμάρα
και ποιος να μπει και ποιος να βγει το παιχνίδι να βρει;
-Πατέρα, μην πικραίνεσαι κιεγώ να πα’ σ’ το φέρω,
εγώ θα μπω κι εδώ θα βγω το παιχνίδι να βρω”.
Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε.
“Τραβά καλέ μ΄ το σκοινί τραβά το σκοινί, τράβα το σκοινάκι
τι όλο τον κόσμο έψαξα και παιχνίδι δεν εβρήκα”.
Ένας πιάνει με το μυστρί και άλλος με το ασβέστη
παίρνει και ο πρωτομάστορας και ρίχνει μεγάλο λίθο.
Έρχεται, να’ σου η λυγερή, καταλαβαίνει τι γινόταν.
Το γιο της η λυγερή πάει να βγάλει έξω.
Όμως την κρατάει ο πρωτομάστορας κι η λυγερή κατάρα ρίχνει.
“Ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες”.
Κι όμως τον λόγο άλλαξε και μιαν ευχή τώρα δίνει,
γιατί μπορεί να είναι η κόρη της που θα διαβεί το γιοφύρι.
ΡΙΓΚΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Γ4
ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ ΑΡΧΟΝΤΑ
Δέκα μαστόρια δούλευαν μαζί με μαθητούδια
Να χτίσουν επαλεύανε το σπίτι ενός αφέντη,
τρία πατώματα ψηλό με δώδεκα δωμάτια
και μία αυλή με όμορφα δρομάκια.
Χρυσά φλουριά τους έταξε και άλλους μποναμάδες,
Και πως φαΐ να μη σκεφτούν, θα είναι με οκάδες,
να είναι το καλύτερο και πιο γερό απ’ όλα
να λένε όλοι πως αυτό είν’ το πιο όμορφο στη χώρα.
Μερόνυχτα ολόκληρα δούλευαν δίχως ύπνο
Άλλοι φτιάχναν θεμέλια και άλλοι έναν τοίχο.
Παράθυρα που έβλεπες τον κάμπο τα βουνά,
Άλλοτε ανθισμένα ήτανε και άλλοτε γυμνά.
Και όταν ετελείωσε έμοιασε με παλάτι
όπως το ήθελε ακριβώς, έγινε να αστράφτει,
ήτανε το καλύτερο απ όλα στο χωριό
και πήγαν και ζητήσανε τον κόπο σε χρυσό.
Ο άρχοντας τους γέλασε ,έβαλε να τους διώξουν
τον κόπο δε σεβάστηκε, ούτε που θα θυμώσουν.
Δέκα ημέρες πέρασαν και ήρθε μια αρρώστια,
του άρχοντα αρρώστησαν τα δυο του τα αγόρια.
Φώναξε τους καλύτερους γιατρούς για να τα σώσουν,
μα δεν επήγαινέ κανείς φάρμακα να τα δώσουν,
Κατάλαβε πως τ’ άδικο τώρα τον κυνηγάει
και βασανίζει όλους αυτούς που καρδιακά αγαπάει
Φώναξε τους μαστόρους του να τον εσυγγχωρέσουν
Και τα διπλά έδωσε γονατιστός να τον εσυμπονέσουν
Μόλις τον εσυγχώρησαν σηκώθηκαν τα αγόρια
Και έφυγε από τον άρχοντα αυτή η στεναχώρια.
Κατάλαβε πως το άδικο ποτέ του δε νικάει,
και πως σ αυτόν που αδικεί πάντα αυτό γυρνάει
πότε του δεν αδίκησε ξανά μες στη ζωή του
ως τα βαθιά γεράματα, ως τη στερνή πνοή του.
ΣΕΒΑΣΤΙΑΔΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ, Γ4
ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ
Πενήντα πέντε μάστορες και τριάντα μαθητάδες
το γεφύρι όλη μερίς το χτίζανε μα τότε γκρεμιζόταν,
θυμωμένοι οι μάστορες άλλα και οι
μαθητάδες, αλίμονο τους κόπους τους
κρίμα τις δουλευτές τους.
Μα τότε χελιδόνι κάθισε στης Άρτας το γεφύρι,
την λύση του προβλήματος τους είχε να πει:
“Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο το γεφύρι δε θα στέκεται,
μα μην στοιχειώσετε ορφανό μήτε ξένο,
άλλα του πρωτομάστορα τον πολύτιμο του γιο.”
Τ’ άκουσε ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει,
πάει και λέει στο χελιδόνι γοργά ντυθεί,
γοργά να αλλάξει γοργά να πάει στο γιόμα,
Άλλα το χελιδόνι επήγε και είπε :
“Αργά ντυθείς και αργά να ‘ρθεις.”
Έφτασε απόγευμα και να τος ο γιος,
χωρίς να το περιμένει κατάλαβε τελικά τι έγινε.
Εν τέλει το γεφύρι θεμελιώθηκε,
χωρίς όμορφο τέλος για τον πρωτομάστορα.
ΣΤΟΥΡΑΪΤΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, Γ4
ΕΚΑΠΟΤΕ...
Εκάποτε μάνα και κορή
στο πατρίκο το σπίτι
εκαθόντουσαν και πλέκαν
σκούφους για τούτο τον χειμώνα.
Πλέκαν, πλέκαν
και αναμνήσεις πλέκαν
που θα μείνουν πάντα εις τις καρδιές τους.
Νεράιδες, ξωτικά και νάνοι
κρυφοκοίταζαν από το παράθυρο
και βλέπαν τούτο το ζεστό το χαμόγελο
της μάνας και της κόρης.
Εικόνες ξεπηδούσαν από τα μάτια τους
χαρούμενες, γελαστές και μεταξένιες
γάμοι, πανηγύρια και γιορτές
χοροί, τραγούδια και χαρές.
ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΣ, Γ4
Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΛΙΝ
Εξήντα πέντε μάστοροι και ενενήντα μαθητάδες
γιοφύρι-ν-εθεμελίωναν στου Μανχάταν το ποτάμι
Οληπρωίς χτιζόνταν , το απογευματάκι εγκρεμιζόνταν
Σιχτιρίζουν οι μάστοροι κι αναθεματίζουν οι μαθητάδες
« Στο βρόντο οι κόποι μας, στο κενό οι δούλεψες μας
οληπρωίς να χτίζουμε το απόγευμα να γκρεμιέται!»
Αλογάκι εδιάβη και έκατσε δίπλα στο ποταμάκι ,
δεν εκελάηδε σαν άλογο , μήδε σαν χελιδόνι
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρώπινη λαλίτσα
«Αν πίσω δεν πάρετε τα πικρά αυτά λόγια,
προκοπή δεν θα έχετε μέσα στα επόμενα χρόνια
Η υπομονή σας θα λιώνει, όμως γιοφύρι δεν θα στεριώνει».
Τ΄ άκουσ΄ ο πρωτομάστορας κι πρώτος θέση παίρνει κείνος
«Ας παρακαλέσουμε τον Θεό την κατάρα μακρυά μας
να παίρνει για να στεριώσουμε επιτέλους γιοφύρι!»
Όλοι με προσοχή τον ακούσανε κι αυτό που είπε πράξανε.
Πιάνει, μηνάει το αλογάκι με την ανθρωπινή λαλίτσα:
«Θα το κάνουμε , αλλά σε παρακαλώ , μίλα κι εσύ στον Θεό
μπας κι κάνουμε του Μπρούκλιν το γιοφύρι με το καλό».
ΤΕΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ, Γ4
ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ
Πήγαινα στην κορυφή να πιάσω το αστέρι
Και εκείνο εκατέβαινε και μου΄ δινε το χέρι
Εκεί στεκότανε τρία μικρά περιστέρια ,
τα δυό είχανε σταυρό πάνω στο κεφάλι
το τρίτο το μικρότερο είχε διπλό στεφάνι .
Μου μίλησαν μου έγνεψαν πως είμαι ξοφλημένος
Απ’ τη στιγμή που τη γνώρισα και είμαι παντρεμένος.
Άστηνε την κοπελιά να την επάρει άλλος
Σε μένα έλα συ δεν είσαι πολύ μεγάλος
Ο δρόμος μας θα είναι μακρύς στρωμένος με χαλίκια
Στην άκρη του άνθρωποι πολλοί μαζεύουν τα ραδίκια
Τότε αποφάσισα να πάρω το μονοπάτι
Μα χάθηκα μες στο βουνό και χτύπησα το μάτι.
Αστέρι μου αστεράκι λάμπεις στο ουρανό
Μα εγώ είμαι άνθρωπος με λιγοστό μυαλό
Την κόρη δεν αφήνω πολύ την αγαπώ
Μαζί της θε να ζήσω μέχρι τον ουρανό
Εσένα αστεράκι που ζεις εκεί ψηλά
Σου στέλνω το πουλάκι γλυκά να σε κοιτά
Εμένα ξέχασε με δώσε μου την ευχή
Και εγώ για σένα πάντα θα κάμω προσευχή.
ΤΙΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, Γ4
ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Δεκαπέντε μάστορες και τριάντα καθηγητάδες
τους πίνακες εθεμελίωναν στου σχολειού τον τοίχο
Όλης βδομάδας τους βιδώνανε το σαββατοκύριακο ξεβίδωναν
“Αλίμονο στον κόπο μας!” φωνάζαν οι καθηγητάδες
Παλιά διευθύντρια ήλθε κι έκατσε αντίκρυ στους καθηγητάδες.
Μα όχι σαν άνθρωπος, μα σαν πνεύμα από κει πάνω.
Τους καθηγητάδες εκοίταξε κι ευθύς ψιθύρισε:
“Αν δε επιστάτης στοιχειωθεί, πίνακα του σχολειού δε θα θεμελιωθεί!”
Τ’ άκουσε η κακόμοιρη διευθύντρια και θανάτου πέφτει.
Την καημένη την επιστάτρια την Φιλιώ φέραν με στεναχώρια μεγάλη
Η επιστάτρια κοιτούσε γύρω της. δίχως να το γνωρίζει.
Και που η Φιλιώ κοιτούσε έκπληκτα τον πρώτο πίνακα του σχολειού,
η διευθύντρια την έσπρωξε, μέσα στους τοίχους, πίσω απ’ τους πίνακες
Η Φιλιώ μέσα στην οργή της φώναξε,ξεφώνισε η γυναίκα:
“Σε αυτό το σχολειό, κανένας δε θα αποφοιτήσει με επιτυχία!”
Μέχρι που η διευθύντρια της θύμισε τους μαθητάδες που επόπτευε,
“Μα τους μαθητάδες σου τι θα τους κάνεις Φιλιώ;
Αυτούς που πάντα πρόσεχες και πάντα τιμωρούσες;”
Με το που το άκουσε η Φιλιώ, την κατάρα της πήρε πίσω,
Όσο έβλεπε το φως να χάνεται,
όσο θεμελίωναν τον πίνακα τον διαδραστικό.
ΤΣΙΩΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Γ4
ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ
Πενήντα πέντε μάστοροι κι ογδόντα μαθητάδες
παλάτι εθεμελίωναν στης Πάτρας το γλιβάδι.
Καλοκαιρίς το χτίζανε, χειμώνα εγκρεμιζόταν.
Βουρκωμένοι οι μάστοροι, θλιμμένοι μαθητάδες:
“Θεούλη μου, Θεούλη μου, βοήθα την δουλειά μας
παλάτι εμείς να χτίσουμε να πάμε στα παιδιά μας.”
Αρκούδα που εδιάβαινε άκουσε μοιρολόγια.
Εκάθισε απέναντι με κάτι χελιδόνια
ελάλησε και μίλαγε με ανθρώπινη φωνίτσα:
“Παλάτι ατελείωτο θα μείνει μες τον χρόνο
μα αν ο πρωτομάστορας πεθάνει από πόνο,
θα γίνονται χτισίματα μετά από τον φόνο.
Θα πάρει φορά από το βουνό να γκρεμοτσακιστεί
και σ΄ ένα μήνα ο πύργος θα έχει πια χτιστεί.”
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ ΝΙΚΟΛΕΤΑ & ΤΕΡΤΙΛΛΙΔΗ ΗΡΩ - ΦΑΝΗ, Γ4
εργάστηκαν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
*Μακρή Μαρία
*Μάρτσου Αθηνά
*Μαυροματοπούλου Αθηνά
*Μαυροματοπούλου Μαριάννα
*Μητρόγλου Αντιγόνη
*Ξάιδος Γεώργιος - Μάριος
*Ξενίδου Φωτεινή
*Πολυχρονίδου Άρτεμις
*Ράπτη Ευαγγελία
*Τριανταφύλλου Κωνσταντίνα
*Τσιανάκα Αθηνά
*Τσιγκόιας Κωνσταντίνος
*Τσιόπουλος Σταύρος
*Τσιοπούλου Ιωάννα
*Φιαμένγκου Σταυρούλα
*Φυλακτός Γεώργιος
Γ6
ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
[…]Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χελιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα:
“Αν πέτρα δεν βρείτε πιο γερή γιοφύρι δε στεριώνει.
Ανθεκτικά και πιο γερά τα υλικά να είναι.
Γιατί αλλιώς όποιος σταθεί κι βρεθεί επάνω,
θα πέσει, θα γκρεμιστεί και στο ποτάμι θα πνιγεί.
Χρόνια θα ψάξετε πολλά την πέτρα αυτή να βρείτε.
Μη ένα, μη δύο, μη πέντε, μα πενήντα χρόνια.
Πενήντα χρόνια ολόκληρα θα ψάχνετε την πέτρα”.
Αυτά είπε το πουλί και φεύγει και πετάει.
Κι ο πρωτομάστορας μετά κλαίει με μαύρο δάκρυ.
“Την πέτρα αυτή πώς θα τη βρω, γεφύρι πώς θα χτίσω;
Κι αν δε ψάξω κι αν δε βρω μια τέτοια γερή πέτρα,
την υπόσχεσή μου αθετώ να χτίσω το γεφύρι”.
Σαν αστραπή τινάχτηκε κι απόφαση είχε πάρει.
Γεφύρι θα ‘χτιζε γερό, όσα χρόνια κι αν πάρει.
Περνούν βουνά, περνούν νησιά, δρόμους και μονοπάτια,
πενήντα χρόνια ήτανε που ψάχνανε την πέτρα.
Ώσπου μια μέρα που άστραφτε ο ήλιος από πάνω,
την πέτρα την εβρήκανε και με χαρά γεμίζουν.
Έτσι γεφύρι εχτίσανε με πέτρα, μυστρί κι ασβέστη.
Γερό ήταν, ακούνητο σαν τα βουνά τα άγρια.
Κι έτσι ο πρωτομάστορας με το χωριό γλεντάει
κι όποιος από ‘κει διαβεί ποτέ δεν τον ξεχνάει.
ΜΑΚΡΗ ΜΑΡΙΑ, Γ6
ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ
Εξήντα πέντε μάστοροι, κι σαράντα μαθητάδες
γιοφύρι-ν- θεμελίωναν στης Θέρμης το ποτάμι.
Όλο το βράδυ το έχτιζαν, τη μέρα γκρεμιζόταν.
Σπάζουν την κεφαλήν τους οι μάστοροι, και κλαίνε οι μαθητάδες,
λύση να βρουν στο λεπτό, τους κόπους τους να γλιτώσουν.
Σκυλάκι εδιάβει κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
και λύση, δύσκολη, έδωκεν στο πρόβλημά τους:
«Α δε ταΐσετε πουλί, γιοφύρι δε στεριώνει
και μη ταΐσετε χελιδόνι, μη σπουργίτι, μη περιστέρι,
παρά του πρωτομάστορα το όμορφο καναρίνι».
Τ’ άκουσε ο πρωτομάστορας και σκέψεις τον κυριεύουν.
Μετά απαντάει στο σκυλί με ανθρώπινη φωνή:
«Αν είναι μόνο αυτό, και δεν ζητήσεις άλλο,
τότε γοργά να τρέξω, φαΐ να βρω,να φέρω
το καναρίνι αμέσως να πάω να το ταΐσω.
Και αμέσως ο πρωτομάστορας τρέχει στο σπίτι του επάνω.
Το καναρίνι βρήκε, ετάισε και λύση έδωκεν στο πρόβλημα.
ΜΑΥΡΟΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΘΗΝΑ, Γ6
ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
Εξήντα πέντε μάστοροι και σαράντα μαθητάδες
γιοφύρι-ν-εθεμελίωναν στης Λαρίσης το ποτάμι.
Ολημερίς το στολίζανε το βράδυ ξεστολιζόταν.
Γατάκι εδιάβει κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι,
δεν νιαούρισε σαν γάτα, πάρα με ανθρώπινη λαλίτσα:
«A δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στολίζεται
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη
παρά μόνο του πρωτομάστορα την όμορφη κόρη».
Το άκουσε ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Γοργά ντύθηκε , γοργά άλλαξε ,γοργά πήγε στο γιόμα ,
γοργά πήγε στης Λαρίσης το ποτάμι η όμορφη κόρη.
Την είδε ο πρωτομάστορας ,ραγίζεται η καρδιά του ,
όμως το γραφτό δεν μπορεί να το αλλάξει.
Κλαίει και αυτός και η κόρη του με λυγμούς και φωνές ,
δίχως μπορώντας την μοίρα της να αλλάξουν.
Έτσι κόρη στοιχειώνουν και γιοφύρι-ν- εστολίζουν,
με μόνιμο σημάδι στου πρωτομάστορα την καρδιά.
ΜΑΥΡΟΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑ - ΑΝΝΑ, Γ6
Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ
- Προσπάθησα απόψε να ονειρευτώ
πως τον καλό μου γρήγορα θα παντρευτώ!
Έλα, πουλάκι, θα σου πω,
της καρδιάς μου τον καημό…
- Κόρη όμορφη και λυγερή
είμαι εδώ για να σου πω,
ότι τ’ όνειρό σου το κρυφό
εγώ θα κάνω αληθινό!
- Λόγια όμορφα μη λες,
ελπίδες μη μου δίνεις,
το αύριο είναι δύσκολο
και δε θα ξημερώσει…
Αφού ευχή δε δίνουνε
μαζί του να βαδίσω,
φαρμάκι τώρα ευθύς
θα πιω και θα ηρεμήσω!
-Κόρη όμορφη και λυγερή
εγώ κοντά σου θα’ μαι,
όπως τα θες θα γίνουνε
θα πείσω τους γονείς σου,
ευχή θα δώσουν γρήγορα
ο γάμος σου να γένει!
ΜΗΤΡΟΓΛΟΥ ΑΝΤΙΓΟΝΗ, Γ6
Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ
Σαράντα πέντε στρατηγοί κι εξήντα τρεις στρατιώτες
Συνέλευση εκάνανε να βρούνε την αιτία
Γιατί πεθαίνουν οι Αχαιοί και κλαίνε οι μανάδες;
Φώναξαν μάντη ξακουστό για να τους βρει τη λύση
Κι εκείνος αφού στοχάστηκε τους είπε την αιτία
που εθυμώσανε οι θεοί και η οργή τους απάνω πέφτει
Εφταίει ο Αγαμέμνονας που έκλεψε του Χρύση
την κόρη την μονάκριβη και πίσω δεν την δίνει
Εδέχεται ο Αγαμέμνονας αλλά ζητάει δώρο
και λέει πως του Αχιλλεύ θα πάρει αυτός την σκλάβα
Οργίζεται ο θείος Αχιλλεύς και κλείνεται στην σκηνή του
κι ορκίζεται στη μάχη ποτέ να μην γυρίσει
Τ ακούει αυτό η Χρυσηίδα και του θανάτου πέφτει
πως γένει ν' αποχωριστεί τον μέγα Αχιλλέα
Κάθεται και στοχάζεται κι ύστερα αποφασίζει
πως ζωή χωρίς τον Αχιλλεύ νόημα δεν έχει
Κι έτσι μετά ανέβηκε ψηλά ψηλά στο λόφο
κι όπως απόπεφτε από ψηλά έριξε μια κατάρα
Αν δεν πεθάνει ο αδερφός του βασιλιά της Σπάρτης
να πέφτουν στη σειρά νεκροί όλοι οι στρατιώτες.
ΞΑΪΔΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΜΑΡΙΟΣ, Γ6
- Full access to our public library
- Save favorite books
- Interact with authors

- < BEGINNING
- END >
-
DOWNLOAD
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
-
SAVE
-
BUY THIS BOOK
(from $7.79+) -
BUY THIS BOOK
(from $7.79+) - DOWNLOAD
- LIKE
- COMMENT ()
- SHARE
- SAVE
- Report
-
BUY
-
LIKE
-
COMMENT()
-
SHARE
- Excessive Violence
- Harassment
- Offensive Pictures
- Spelling & Grammar Errors
- Unfinished
- Other Problem
"ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΠΑΡΑΛΟΓΩΝ από τους μαθητές & τις μαθήτριες του Γ4 & του Γ6"
Ζητήσαμε από τους μαθητές μας να γράψουν παραλλαγές του "Γιοφυριού της Άρτας" ή τις δικές τους παραλογές.
Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε όλους!
Υπεύθυνες καθηγήτριες:
Γιάγκου Σταυρούλα - Ιγγλέση Ευαγγελία - Ραφτούδη Δήμητρα

COMMENTS
Click 'X' to report any negative comments. Thanks!